Έψαχνα να βρω τους λόγους που οδήγησαν την Ελένη σ εκείνο τον καταραμένο τόπο· ούτε Τροία ούτε Αίγυπτος· οδός Λιοσίων, αριθμός 5Α. Το είχα δεδομένο πως ήταν η Ελένη που έψαχνα... Για μένα μία είναι η Ελένη.
Ελένη, Κατερίνα, Σενιορίτα, Μαρία, Αλεξάνδρα... Γυναίκες που ακροβατούν στα όρια της καθημερινότητας και της υπέρβασής της.
Πήρε φόρα, ροδοκόκκινη κι αγριεμένη, όπως ήταν, άνοιξε διάπλατα την μπαλκονόπορτα και, πριν την προλάβει ο Βαγγέλης, πετάχτηκε τσίτσιδη στο μπαλκόνι. Τυλίχτηκε στην προφύρα το κτίριο από τη φλόγα που σκορπούσε το σώμα της. Ακούστηκε, τότε, μια βουή από κάτω και χειροκροτήματα: «Ζήτωωω!» «Δες τε», τους φώναξε και γέλασε ειρωνικά. Ήταν πλάτη σε μένα, αλλά έβλεπα τα χείλη της, σε βαθύ μαβί χρώμα, άσπρα υπερβολικά τα δόντια της, και το γέλιο της, μαχαίρι.[...]