'Το Γάλα'. 'Το Κρεβάτι'. 'Τα Κεφάλια'.
Όποιος διαβάζει για πρώτη φορά το έργο του Γιώργου Ιωάννου (όπως εγώ δηλαδή), διαπιστώνει πολύ γρήγορα ότι η λιτότητα της γραφής του είναι εμποτισμένη απο τις προσωπικές αναμνήσεις του συγγραφέα. Είναι εύκολο να ακολουθήσει κανείς την γραφή του, η οποία όμως επιφυλάσσει μια δυσανάλογα δύσκολη τραχύτητα. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς άλλωστε, καθώς ο Ιωάννου αφηγείται ιστορίες απο τις δεκαετίες του 1930, του 1940, του 1950 και του 1960. Δύσκολα χρόνια. Πέτρινα. Απο αυτά που σημαδεύουν το πέρας της ζωής σου. Αναλογιζόμενος το χρονικό πλαίσιο αυτών των διηγημάτων, συνειδητοποίησα πως δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη ότι τα μοτίβα του Ιωάννου είναι η θλίψη, ο θάνατος, το πένθος, το ταξίδι και φυσικά μια Θεσσαλονίκη που έχει απο καιρό εκλείψει.
Η ανασύσταση της μνήμης αποτελεί επίπονη διαδικασία για τον Ιωάννου, όπως μαρτυρούν πολύ πιο έντονα κάποια απο τα διηγήματα του, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, 'Τα Κεφάλια'. Δεν έχει όμως και άλλη επιλογή, όταν όλη του η ενηλικίωση συνέβη μέσα στη δεκαετία του 1940. Εκεί είναι που τα διηγήματα του παίρνουν μια μορφή εσωτερικής κάθαρσης, ξορκίζοντας μνήμες χώρων και ανθρώπων που συμπληρώνουν την τοιχογραφία μιας εποχής. Στη πορεία ανασύσταται και η τοιχογραφία της πολύ βαριάς ιστορίας που έχει η Θεσσαλονίκη γεγονός που κάνει τον Ιωάννου έναν εξαιρετικό συγγραφέα στο να συνδυάζει το ατομικό, το συλλογικό, την μνήμη και τον χώρο.
Νομίζω πως αν ειπωθεί ποτέ το ερώτημα 'Ποιός θα μπορούσε να είναι ο Έλληνας Carver;', τότε η απάντηση θα είναι σίγουρα ο Γιώργος Ιωάννου.