Οι "Πρώτες ενθυμήσεις" της Π.Σ. Δέλτα είναι ένα κείμενο αυτοβιογραφικό. Ενώ όμως στον περίπου σύγχρονο "Τρελαντώνη" (1932) ορισμένες παιδικές αναμνήσεις συνθέτουν ένα διασκεδαστικό βιβλίο για παιδιά, στις "Πρώτες ενθυμήσεις" η Πηνελόπη Δέλτα θυμάται αλλά και σχολιάζει τα παιδικά της χρόνια και τη σκληρή ανατροφή της. Ταυτόχρονα καταγράφει την ιστορία των προγόνων της και ορισμένα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την παιδική της ηλικία. Στις αυτοβιογραφικές "Πρώτες ενθυμήσεις" -που καλύπτουν τα 15 χρόνια της ζωής της Πηνελόπης, κόρης του Εμμανουήλ και της Βιργινίας Μπενάκη- μας δίνεται η περιγραφή μιας εποχής και μιας ανερχόμενης αστικής οικογένειας στην ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας. Μας αποκαλύπτεται ακόμη πώς τα τραύματα της παιδικής ηλικίας σημάδεψαν τη ζωή και το έργο της Πηνελόπης Δέλτα και προσδιόρισαν τη στάση της απέναντι στο παιδί και τη διαπαιδαγώγησή του. Σημαντικές ωστόσο είναι και οι καθαρά λογοτεχνικές αρετές στο κείμενο αυτό, όπου η αμεσότητα της αυθόρμητης και ανεπεξέργαστης γραφής υπηρετεί με ζωντάνια, με κέφι, με πίκρα, με αληθινή συγκίνηση και στοχαστική σκέψη το ποικιλόμορφο και πολυδιάστατο αυτό αφήγημα.
Η Πηνελόπη Δέλτα (English: Penelope Delta) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές της νεοελληνικής λογοτεχνίας και κορυφαία συγγραφέας παιδικών και ιστορικών μυθιστορημάτων. Κόρη του εθνικού ευεργέτη Εμμανουήλ Μπενάκη και της Βιργινίας Χωρέμη, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια και μεγάλωσε σε περιβάλλον πλούτου, παιδείας και έντονης κοινωνικής δράσης. Το 1895 παντρεύτηκε τον Στέφανο Δέλτα και απέκτησε τρεις κόρες. Η γνωριμία της με τον Ίωνα Δραγούμη το 1905 υπήρξε καθοριστική, γεννώντας έναν βαθύ, πνευματικό δεσμό που επηρέασε ολόκληρη τη ζωή και το έργο της. Το πρώτο της μυθιστόρημα, Για την Πατρίδα (1909), σηματοδότησε την είσοδό της στα γράμματα, ενώ ακολούθησαν τα Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου και Παραμύθι χωρίς όνομα (1911), εμπνευσμένα από την ελληνική ιστορία και τα ιδανικά του έθνους. Μετά την εγκατάσταση της οικογένειας στην Αθήνα, η Δέλτα ανέπτυξε έντονη κοινωνική και φιλανθρωπική δράση, συνεργαζόμενη με τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό και συμβάλλοντας ουσιαστικά στην περίθαλψη των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής. Παράλληλα, αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στη συγγραφή. Δημιούργησε μερικά από τα πιο αγαπημένα έργα της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας, όπως Τρελαντώνης (1932), Μάγκας (1935) και Στα μυστικά του Βάλτου (1937), που σφράγισαν γενιές αναγνωστών. Στα τελευταία χρόνια της ζωής της έγραψε την αυτοβιογραφική τριλογία Ρωμιοπούλες, ένα έργο ώριμο και στοχαστικό για τη θέση της γυναίκας και την πορεία του ελληνισμού. Η Πηνελόπη Δέλτα έζησε με πάθος, βαθιά ευαισθησία και ακλόνητη πίστη στις αξίες της πατρίδας και της ηθικής. Η ζωή της σημαδεύτηκε από προσωπικούς πόνους και αρρώστια, όμως το έργο της παραμένει αιώνιο σύμβολο ανθρωπιάς και εθνικής συνείδησης, χαραγμένο με τη λέξη που η ίδια επέλεξε για τον τάφο της: «ΣΙΩΠΗ».
Δεν το περίμενα ότι θα διάβαζα τις παιδικές αναμνήσεις της Πηνελόπης Δέλτα με τόσο ενδιαφέρον! Κι όμως είναι από τα πιο ξεχωριστά βιβλία που έχω διαβάσει, κατ' αρχήν γιατί είναι καλογραμμένο με ευαισθησία και ανεπιτήδευτη ειλικρίνεια, έπειτα γιατί με άγγιξε αληθινά. Με έκανε κάποιες φορές να γελάσω, κάποιες να λυπηθώ και να νιώσω πραγματικά κατάπληξη για την αυστηρότητα και τις τόσες δυσκολίες που πέρασε η συγγραφέας ως παιδί... Μέσα από τη ζωή της οικογένειας περιγράφεται και το ευρύτερο περιβάλλον και ο τρόπος ζωής της ελληνικής παροικίας της Αλεξάνδρειας, αλλά και η αντίληψη που υπήρχε για το ελληνικό κράτος, τόσο από τους ίδιους τους Έλληνες, όσο και από τους Άγγλους και Γάλλους που ζούσαν εκεί. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του βιβλίου: Η Αλεξάνδρεια, εκείνα τα χρόνια, ήταν κέντρο πολιτισμού. Η ελληνική κοινωνία στην ακμή της, πλούσια, μεγάλη, ισχυρή, ήταν πολύ κλειστή στους ξένους. Με το σταγονόμετρο τους έμπαζε στα σαλόνια της. Οι πρόξενοι, οι δικαστές των μικτών δικαστηρίων, οι διευθυντές τραπεζών, οι επίσημοι, ένεκα της θέσεώς τους ήταν δεκτοί. Μα ντόπιοι ξένοι, Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί, Γερμανοί, Αυστριακοί, Ελβετοί, και ιδίως Εβραίοι και Σύριοι, συχνά σπούσαν τα μούτρα τους στις πόρτες μας, έκαμναν τούμπες να εισαχθούν, και θεωρούσαν μεγάλη τιμή να είναι δεκτοί στους μεγάλους ελληνικούς χορούς. Ως προς τα γεύματα και τις μικρές εκλεκτές βεγγέρες, εκεί σπανίως καλούσαν ξένους. Το χρήμα έτρεχε στους δρόμους. Οι Έλληνες της Αλεξάνδρειας ζούσαν με πολυτέλεια, ήταν "χουβαρδάδες", "γκραν σινιόρηδες", γενναίοι, και συχνά αγέρωχοι με τους ξένους. Μα πίσω τους δεν υπήρχε τίποτα. Η Ελλάδα, μικρή, περιφρονημένη, εσωτερικώς αδυνατισμένη από τις κομματικές της διαμάχες, δεν παρουσίαζε τίποτα. Οι πρόξενοί μας στηρίζουνταν στην οντότητα, τη σπουδαιότητα και τη σημασία της ελληνικής κοινότητος, όχι στο κράτος που τους διόριζε και που για την αγγλική διοίκηση της Αιγύπτου, δε σήμαινε τίποτα. Θυμούμαι, αργότερα, ένα λόγο του Lord Cromer, που ήταν ο πραγματικός βασιλέας της Αιγύπτου, αν και είχε τον τίτλο του "αρμοστού". Επρόκειτο για κάποια υπόθεση λαθρεμπορίου χασίς, και, θυμωμένος, ο Cromer τότε τα είχε βάλει με όλους τους Έλληνες της Αιγύπτου. Πήγε στο Κάιρο ο πατέρας μου και με το υπερήφανο και επιβλητικό ύφος που τον διέκρινε, είπε στον άγγλο αρμοστή πώς δεν ήταν άξιο της αγγλικής δικαιοσύνης να κρίνει ένα έθνος πάνω στο άτομο, ιδίως που η Αίγυπτος χρεωστούσε τόσα στους Έλληνες, στην εργασία τους, στο εμπόριό τους, στην επιχειρηματικότητά τους, και στην καλλιέργειά τους, που έδωσε στην Αίγυπτο όλες τις καλές ποιότητες μπαμπακιού. Τον άκουσε ο Lord Cromer και του έσφιξε το χέρι και παραδέχθηκε την άποψή του. Και τα πράγματα διορθώθηκαν. Και όταν του ζήτησε ακρόαση ο λαμπρός τότε γενικός πρόξενος Ι.Γρυπάρης για την ίδια υπόθεση, αποκρίθηκε ο Cromer: - "Δεν είναι ανάγκη να κάνει τον κόπο να έλθει ο γενικός πρόξενος. Μου είπε ο Μπενάκης πώς είναι τα πράγματα, και ο λόγος του μου αρκεί." Και σαν τύχαινε καμιά δυσκολία μ' Έλληνες, ρωτούσε ο Cromer: - "Τι λέγει ο Μπενάκης; Αν το λέγει ο Μπενάκης, είναι σωστό." Η ελληνική κοινωνία μετρούσε. Το ελληνικό κράτος, καθόλου.
Μια διεισδυτική ματιά στον παιδικό κόσμο (της μεγαλοαστικής τάξη)ς του τέλους του 19ου αι, μια αδυσώπητη κριτική στους τρόπους ανατροφής τους και ταυτόχρονα μια αιχμηρή καταγγελία των κοινωνικών συμβάσεων και του τρόπου με τον οποίο κατέστρεψαν τις ζωές κυρίως των κοριτσιών-μελλοντικών γυναικών. Όλο το βιβλίο διαπνέεται από την επιθυμία και τελική αδυναμία της συγγραφέως να ξεφύγει
Οι "πρώτες ενθυμήσεις" είναι ουσιαστικά οι αρχικές σημειώσεις των πρώτων ενθυμήσεων (Η Δέλτα έγραφε και ξαναεγραφε τα έργα της 4-5 φορές πριν τα εκδόσει) για αυτό και υπάρχουν αρκετές επαναλήψεις και η αφήγηση σταματά απότομα. Το βιβλίο δεν ειναι ολοκληρωμένο. Διαβάζοντας, ανακαλύπτουμε την καθημερινή ζωή της οικογένειας της Δέλτα αλλά και άλλων συγγενικών και φιλικών προσώπων στην Αλεξάνδρεια του 19ου αιώνα αλλά και στα ταξίδια τους στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον η ζωή των ομογενών αλλά αυτό που σοκάρει είναι η σκληρότητα με την οποία ανατραφηκαν τα παιδιά της οικογένειας Μπενάκη. Στο βιβλίο κυριαρχεί το παράπονο για την έλλειψη αγάπης και τρυφερότητας από μέρος των γονέων και υπάρχει μια διάχυτη μελαγχολία που προφανώς ακολουθούσε τη συγγραφέα σε όλη τη ζωή της με τραγική κατάληξη τις απόπειρες αυτοκτονιών μέχρι την τελική που επέφερε το τέλος της. Ίσως αν οι γονείς της ήταν πιο τρυφεροί , αν είχε εισπράξει περισσότερη αγάπη ,επιβεβαίωση και επιβράβευση να είχε άλλη ιδιοσυγκρασία, ίσως όμως και να μην είχε προσφέρει ένα τόσο μεγάλο συγγραφικό έργο.