Με τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από τη γέννηση του Νίκου Καββαδία και πενήντα από τον θάνατο του Μ. Καραγάτση, παρουσιάζεται συγκεντρωμένη για πρώτη φορά η μεταξύ τους αλληλογραφία. Αρκετές από τις επιστολές, υπερβαίνοντας τον πληροφοριακό τους ρόλο, λειτουργούν ως προέκταση του δημιουργικού έργου τους και καθώς διακρίνονται για την αυτοδυναμία, την αυτάρκεια και την αφηγηματικότητά τους διεκδικούν τη θέση μικρών πεζογραφημάτων.
-Αγαπημένε μου Φίλε, Οι κακές μέρες περάσανε. Σήμερα ωραία λιακάδα. Είμαι ελεύθερος. Έχω μια Ν. Εστία και διαβάζω το Γιούγκερμαν. Στο άλλο φύλλο τελειώνει. Δε θα’θελα να τελειώσει. Τι θα γίνω χωρίς άλλη συνέχεια; Αυτές οι τελευταίες σελίδες είναι αναμφισβήτητα αριστούργημα. Πες μου ποιος δικός μας έχει γράψει παρόμοιες;... Σ’ αφήνω γιατί σ’ έχω ζαλίσει. Και πάλι συχώρεσέ με που σ’ απασχόλησα τελευταία. Γράφε μου μόνο.
Δούλος Σου Μαραμπού 1. 12. 39
-Σεβάχ Θαλασσινέ, Δεν υπάρχει λόγος πως πρέπει να μπαρκάρεις. Όχι τόσο για τις 40 μηνιάτικες στερλίνες, όσο γιατί η θάλασσα είναι θάλασσα και συ Μαραμπούς… Ένα μόνον, κατορθώνει ο πόλεμος: Φέρνοντας το θάνατο στο προσκήνιο, κάνει τη ζωή πιο έντονη, πιο ξεφρενιασμένη. Τρύγα την ηδονή όπου κι όπως τη βρεις, κάτω απ’ οποιαδήποτε μορφή της. Το κορμί μας, που τόσους πόνους μας στοιχίζει, έχει την υποχρέωση, σε αντιστάθμισμα της οδύνης να μας χαρίζει την ηδονή. Αυτή είναι η μεγάλη σαρκική δικαιοσύνη... Τα σκυλόψαρα σε περιμένουν.
Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910 στο Νίκολσκι Ουσουρίσκι, μια επαρχιακή πόλη της περιοχής του Χαρμπίν στη Μαντζουρία, από γονείς Κεφαλλονίτες, το Χαρίλαο Καββαδία και τη Δωροθέα Αγγελάτου της γνωστής οικογένειας εφοπλιστών της Κεφαλλονιάς. Σ’ αυτή τη μικρή Ρωσική πόλη, γεννιούνται και άλλα δυο παιδιά: η Τζένια (Ευγενία) κι ο Μήκιας (Δημήτρης). Ο πατέρας Χαρίλαος Καββαδίας διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου διακινώντας μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων με κύριο πελάτη τον τσαρικό στρατό. Το 1914, με την έκρηξη του Πολέμου, η οικογένεια έρχεται στην Ελλάδα κι εγκαθίσταται στο Αργοστόλι, ενώ ο πατέρας επιστρέφει στις επιχειρήσεις του στη Ρωσία, όπου καταστρέφεται οικονομικά. Το 1917, κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης, φυλακίζεται. Γυρίζει και πάλι στην Ελλάδα το 1921, τσακισμένος και ανίκανος να προσαρμοσθεί στην ελληνική πραγματικότητα. Μετά το Αργοστόλι, η οικογένεια εγκαθίσταται στον Πειραιά. Ο Καββαδίας πηγαίνει στο Δημοτικό κι είναι συμμαθητής με το Γιάννη Τσαρούχη. Διαβάζει Ιούλιο Βερν και διάφορα βιβλία περιπέτειας. Στο Γυμνάσιο γνωρίζεται με το συγγραφέα και ιατρό του Πολεμικού Ναυτικού Παύλο Νιρβάνα. Δεκαοκτώ ετών, αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας. Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, δίνει εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή. Όμως την ίδια περίοδο πεθαίνει ο πατέρας του και αναγκάζεται να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο. Συνεχίζει όμως να συνεργάζεται με διάφορα φιλολογικά περιοδικά. Το Νοέμβριο του 1928, ο Καββαδίας βγάζει ναυτικό φυλλάδιο και μπαρκάρει ως "ναυτόπαις" τον επόμενο χρόνο στο φορτηγό "Άγιος Νικόλαος". Το 1934, η οικογένεια μετακομίζει από τον Πειραιά στην Αθήνα. Το σπίτι της γίνεται τόπος συγκέντρωσης λογοτεχνών, ζωγράφων και ποιητών. Ο Καββαδίας την εποχή εκείνη περιγράφεται ως ένας λιγομίλητος απλός άνθρωπος, ατημέλητος, χαριτωμένος, εγκάρδιος, με ανεξάντλητο χιούμορ, αγαπητός στους πάντες. Το 1938 στρατεύεται και υπηρετεί στην Ξάνθη με την ειδικότητα του ημιονηγού, ενώ το 1939 παίρνει το δίπλωμα του ραδιοτηλεγραφητή κατωτέρας τάξεως. Στον πόλεμο του ’40 φεύγει για την Αλβανία, όπου υπηρετεί αρχικά ως ημιον
[ ... ] Και εκεί, στ' ανοιχτά της Άνδρος σε αντίκρισα. Έπλεγες μπρούμητα, πάνω στο κύμα. Και ένας Τρίτων, με φύκια μπλεγμλενα στα μουστάκια του, ήταν πεσμένος πάνωθέ σου και αγκομαχούσε να σε βατέψει με το μεγάλο πέος του. Εσύ γλυκαινόσουν και χαχάνιζες, σαν πόρνη που είσαι. Τότε, εγώ σε ρώτησα : - Μωρή ! Ζεί ο Μεγαλέξαντρος ; - Δεν γεννήθηκε ακόμα, μου αποκρίθηκες εσύ. Μα θα γεννηθεί. Και θα κάνει το θάμα του. Θα ξαπλώσει το Αιγαίο ως τη Γέφυρα του Αδάμ, το Ορμούζ και την Κεϋλάνη. Θα κολλήσει αρχίδια ελληνικά στα σκέλια του Βούδα. Θα διδάξει τους βραχμάνους των Ινδιών να προσκυνούν το Δία. Θα φυτέψει το θρύλο του Ισκιντάρ στη ζούγκλα του Ινδουστάν για τους αιώνες των αιώνων ! Θα γεμίσει τα νησιλα του Κόκος με Γοργόνες, Τρίτωνες, Νητηίδες, Σάτυρους και Σειληνούς [ ... ]
(από το γράμμα 'ο Καραγάτησης στη Γοργόνα' του Μ. Καραγάτση προς τον Νίκο Καββαδία, 2 Νοεμβρίου '49)
Μια δυνατή φιλία σκιαγραφείται μέσα από την αλληλογραφία των δυο λογοτεχνών κατά το διάστημα 1939-1965. 35 επιστολές, στρατιωτικά δελτάρια και καρτ ποσταλ, οι 25 του θαλασσινού (μεταξύ αυτών δύο προς τη Νίκη και τη Μαρίνα Καραγάτση) και οι υπόλοιπες 10 του Μ.(ίτια).
Πλήρες και εμπεριστατωμένο το εισαγωγικό σημείωμα της Μ. Μικέ που φωτίζει όψεις και συνδέσεις μεταξύ του έργου και της ζωής και των δυο λογοτεχνών και όσων αναφέρονται στην αλληλογραφία τους. Το ύφος, οι εμμονές, οι προσωπικοί και κοινωνικοί προβληματισμοί και απόψεις, οι καταβολές και οι χαρακτήρες αυτών των δυο τόσο διαφορετικών προσωπικοτήτων που έδενε ο αμοιβαίος θαυμασμός αποκαλύπτονται σε ένα σύντομο αλλά εξαιρετικό έργο.