Εκεί κοντά στον Ψηλορείτη, απ' όπου μπορούσαν να δουν με το καθάριο βλέμμα τους το πέταγμα των σταυραετών και τ' αντάριασμα τ' ουρανού, εκεί στα ευλογημένα κι άπαρτα χώματα, ο Μανούσος κι ο Σήφης ένωσαν το αίμα τους για να γίνουν σταυραδέλφια "ως το θάνατο". Μεγάλωσαν σαν αληθινά αδέλφια, μέχρι που μπήκε στη ζωή τους η Μαρκέλλα, ένα σαγηνευτικό πλάσμα με μάτια γαλανά σαν τα βαθιά νερά του πελάγου, που έκανε τις καρδιές ν' αναστενάζουν σαν τη λύρα που φουντώνει. Οι ζωές τους περιπλέχτηκαν και το πάθος πυρπόλησε την ύπαρξή τους σαν τη δυνατή ρακή που καίει τα σωθικά. Οι φλόγες θέριεψαν μέσα τους και τα όνειρα έγιναν εφιάλτες. Κι όταν η Μαρκέλλα αποφάσισε να ακολουθήσει μόνη της το νήμα της δικής της ύπαρξης κόβοντας τα δεσμά που την ένωναν με το παρελθόν, το κουβάρι έγινε κόμπος, με εξέλιξη... σοκαριστική... Αθώο και ένοχο αίμα ενώθηκαν ξανά στα δυο περήφανα μαύρα πουκάμισα...
Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος γεννήθηκε ανήσυχος, ήρεμο Σεπτέμβρη, απέναντι από μια θάλασσα, που του πέρασε τα κύματά της στο κεφάλι. Από πολύ μικρός ήθελε να πετάξει. Τα κατάφερε γρήγορα, όταν άνοιξε τα χέρια του σαν πουλί κι απογειώθηκε από την ταράτσα του σπιτιού του, σκάζοντας με το κεφάλι στο πεζούλι. Έσπασαν και τα δύο... Από παιδάκι είχε μανία με τα σπορ, δραπετεύοντας για χάρη τους από το σπίτι. Σε κάποια από τις αποδράσεις του, τρύπωσε στο γήπεδο της Λεωφόρου και μαγεύτηκε για πάντα. Του άρεσε πάντα να παίζει με τις λέξεις, να τις ζωγραφίζει. Ήταν η τέχνη του. Μ αυτήν έμαθε να πορεύεται. Και πριν τελειώσει το Λύκειο, τις δύσκολες μέρες του 1979, βρέθηκε στην εφημερίδα "Φως", για να προκαλέσει την αδιανόητα σιωπηλή και αναπάντεχα εμφανιζόμενη τύχη. Κι ακόμα την προκαλεί, στο ίδιο μετερίζι. Ο πατέρας του ονειρευόταν να τον δει εισαγγελέα. Μπήκε στη Νομική Θράκης, κι ανεβοκατέβαινε πέντε χρόνια για να δουλεύει στις εφημερίδες. Είχε αποφασίσει τι θέλει στη ζωή του. Τη μαγική μυρωδιά του πιεστηρίου, αυτή που τον γοήτευε αφάνταστα. Πέρασε ένα μικρό φεγγάρι στη "Βραδυνή", κι από το 1983 και για 12 χρόνια, ως το 1944, εργάστηκε στο "΄Εθνος" και τις "Εικόνες". Το 1992 μοίρα καλή τον οδήγησε στο MEGA (όπου παραμένει ακόμα), για να κάνει τρελή εικόνα τα κείμενά του. Γνώρισε ακόμα τη μαγεία των ερτζιανών (ΕΡΑ, Sport FM) και το ιλουστρασιόν των περιοδικών (Active, Τριφύλλι), ενώ τα τελευταία τέσσερα χρόνια είχε την τύχη να πει τις ιστορίες του σε σπουδαστές (ΙΕΚ Ακμή). Συνεχίζει να γράφει και να μοντάρει, να χαμογελάει και να σαρκάζει, να ταξιδεύει και να ονειρεύεται...
Ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα από τον Σακελλαρόπουλο και με εξέπληξε ευχάριστα. Δυνατή ιστορία που, πέρα από κάποιες μικρές υπερβολές που αναφέρονται μέσα, θα μπορούσε να είναι πραγματική και να είχε συμβεί οποιοαδήποτε στιγμή στην Κρήτη. Μου άρεσε πολύ το σημείο που αναφέρεται η κουρά των προβάτων στο μητάτο, το βρήκα από τα ωραιότερα κομμάτια του βιβλίου με υπέροχη περιγραφή του τοπίου και της διαδικασίας.
το διαβασα αρκετα γρηγορα μια και ο λογος ρεει και η πλοκη ειναι γρηγορη. Η ανατροπη ομως του τελους μου κατεστρεψε ολη την εικονα, χρονικες ασυμβατοτητες που σου 'χυνουν ολο το γαλα του κουβα'......
Ακόμα ένα δυνατό βιβλίο απο τον συγγραφέα Μένιο Σακελαρόπουλο!Υπέροχες περιγραφές και αρώματα Κρήτης που μαγεύουν, πλοκή που κρατάει τον αναγνώστη μέχρι την τελευταία σελίδα!
Ομορφο βιβλιο,ευκολοδιαβαστο!Σε μεταφερει στην Κρητη και στην διαφορετικότητα που αντιμετοπιζουν οι Κρητικοι τα ζητηματα τιμης!Εναι το πρωτο βιβλιο του κ.Σακκελαροπουλου που διαβασα και σιγουρα θα υπαρξουν κι αλλα.
Ένα ακόμα βιβλίο του που διαβάζεται απνευστί! Ένα μυθιστόρημα γεμάτο ένταση και άπειρα συναισθήματα.Ένα ταξίδι στην Κρήτη και στα πιο σκοτεινά αλλά και τα πιο φωτεινά κομμάτια της ανθρώπινης ψυχής. Στον πόνο, τη ζήλια, την εκδίκηση, τις τύψεις και τις ενοχές αλλά και στον έρωτα, το πάθος, τη φιλία, την αγάπη και την περηφάνια. Το σκοτάδι της ψυχής μπορεί σε οδηγήσει πολλές φορές σε λάθος μονοπάτια αλλά πολλές φορές μέσα απ' αυτό έρχεται και το φως και οι δεύτερες ευκαιρίες για νέα ξεκινήματα πιο κοντά στον αληθινό μας εαυτό.
Η πρώτη μου επαφή με τον συγγραφέα. Μου άρεσε η γραφή του, οι χαρακτήρες που πλάθει, οι περιγραφές του τόπου και διάφορων "εθίμων" της περιοχής. Αυτό που με ενόχλησε λίγο είναι η ανατροπή προς το τέλος του βιβλίου, που μπορεί να εξυπηρετεί και να προσθέτει στην πλοκή του βιβλίου, αλλά δεν ήταν πολύ συμβατή με το πως εξελίχτηκε το υπόλοιπο βιβλίο για μένα.
Ο μάγος των λέξεων χτύπησε πάλι! Δεν υπάρχει φορά που να ξεκίνησα ένα βιβλίο του και να μην το τέλειωσα την ίδια μέρα. Έχει πένα καταπληκτική και η γραφή του ρέουσα. Φοβόμουν ότι θα διάβαζα για αίματα και βεντέτες, αλλά καμία σχέση. Η ικανότητα να γίνεσαι ένα με το κάθε πρόσωπο, με το χαρακτήρα του και την ομιλία του, είναι σπάνιο χάρισμα.
Γενικά λατρευω τη γραφη του κ. Σακελλαροπουλου! Απλη και γλυκια! Κυλαει πολυ γρηγορα! Στο συγκεκριμένο βιβλιο θα ηθελα διαφορετικο τέλος, σαν ρομαντική ψυχή που ειμαι!! Σας το συνιστω όμως αν αγαπατε υη Κρήτη και θέλετε κατι αναλαφρο για να χαλαρωσετε!!
Εκεί, στη λεβεντογέννα Κρήτη, στους πρόποδες του Λευκού όρους, ξετυλίγεται μια ιστορία αγάπης, έρωτα, μίσους, ζήλιας, παραφροσύνης και προδοσίας.
Ο Μανούσος Γρυλλογιάννης, ευκατάστατος τυροκόμος από τα Σφακιά, είναι ερωτευμένος παράφορα με την Μαρκέλλα. Ένα νέο κορίτσι, ένας επίγειος άγγελος, με ομορφιά που ζάλιζε και κόλαζε κάθε ανδρικό βλέμμα. Ο Μανούσος θα κάνει τα πάντα για να κερδίσει την καρδιά του κοριτσιού, για να γίνει δική του, μόνο δική του και τα καταφέρνει.
Μετά από λίγο καιρό το ζευγάρι παντρεύεται και μια νέα ζωή ανοίγεται μπροστά τους, με τους καλύτερους οιωνούς και προϋποθέσεις. Είναι ευτυχισμένοι, ερωτευμένοι, τα έχουν όλα, έχουν ο ένας τον άλλον και περνάνε υπέροχα. Όλα τα όμορφα όμως δεν κρατάνε για πολύ και το ίδιο συνέβη και στην δική τους περίπτωση. Ο Μανούσος έχει αλλάξει, η στάση και η συμπεριφορά του απέναντι στην Μαρκέλλα έχουν αλλάξει προς το χειρότερο, ενώ η ζήλια και ο παραλογισμός έχουν κυριεύσει το μυαλό του.
Οι λογομαχίες είχαν γίνει πλέον ένα σύνηθες φαινόμενο και οι κουβέντες του Μανούσου ήταν μαχαιριές στην καρδιά της Μαρκέλλας. Κουβέντες που πλήγωναν και σακάτευαν αργά – αργά το γάμο τους. Περηφάνια ή εγωισμός και ξεροκεφαλιά; Υποχωρήσεις, ανοχή, δικαιολογίες, συγχώρεση και ξανά στα ίδια μονοπάτια ο Μανούσος. Ένας φαύλος κύκλος και η κατάσταση δεν είχε γιατρειά.
Η Μαρκέλλα βρίσκεται κλεισμένη μέσα σ’ένα χρυσό κλουβί, καταπιεσμένη, μ’έναν Μανούσο πάντα να της κάνει παρατηρήσεις και υποδείξεις για το πώς πρέπει να ντύνεται ή να φέρεται. Το ποτήρι ξεχείλισε, η υπομονή σώθηκε και η τελευταία προσβολή, δυνατή σαν χαστούκι, ξύπνησε την Μαρκέλλα από τον λήθαργο. Δεν ήταν ένοχη για κάτι. Γιατί λοιπόν να καθόταν και να υπομένει τον ψυχολογικό πόλεμο που της είχε κηρύξει ο άντρας της; Πού ήταν η αγάπη του; Η εμπιστοσύνη του; Ο σεβασμός στο πρόσωπό της, η εκτίμησή του; Ένα – ένα τα θεμέλια του γάμου τους είχαν γκρεμιστεί και μόνο συντρίμμια και πληγές είχαν να μετρούν.
«Όταν οι δεσμοί δεν λύνονται, κόβονται», όπως είχε πει και ο Μέγας Αλέξανδρος. Έτσι και η Μαρκέλλα έπρεπε να κόψει κάθε δεσμό με το παρελθόν και με όσα την πόνεσαν, την πλήγωσαν, την τσάκισαν. Κάνει καταμέτρηση των λαθών της και πιο ώριμη από ποτέ, παίρνει τη ζωή στα χέρια της. Πρέπει να μάθει να βασίζεται στις δικές της δυνάμεις, να ορίζει αυτή τις πράξεις και τη ζωή της και όχι να είναι εξαρτημένη από άλλους. Να μην συμβιβάζεται, να μην υποβιβάζει τα «θέλω» και τα όνειρά της. Έπρεπε να διεκδικήσει τη ζωή που είχε ονειρευτεί και να εκπληρώσει τα όνειρά της. Γιατί, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και η μετριότητα, σίγουρα θα την οδηγούσαν στην δυστυχία ή την καταστροφή.
❓Πόση δύναμη ψυχής μπορεί να κρύβει κάποιος μέσα του; Ο άνθρωπος, όταν θέλει κάτι πραγματικά πολύ, μπορεί μέχρι και βουνά να μετακινήσει. Αρκεί να το θέλει.
Ισχυρό στήριγμα η φιλία, η αληθινή, η ανιδιοτελής. Φίλοι στα δύσκολα, στα στενάχωρα, στα άσχημα, εκεί που η Μαρκέλλα είχε πιάσει πάτο. Το σαλεμένο μυαλό του Μανούσου όμως, τυφλωμένο από το μίσος, έκρυψε το φως και τον οδήγησε σε σκοτεινά μονοπάτια. Η ζήλια, η αρρωστημένη, η παράλογη, σκοτείνιασε το μυαλό του, το θόλωσε. Ένιωσε προδομένος και η προδοσία μόνο με αίμα μπορούσε να ξεπλυθεί. Τι και αν έβαφε τα χέρια του με αθώο αίμα; Γι’αυτόν ήταν ζήτημα τιμής, οποιοδήποτε και αν ήταν το κόστος…
«Δυο μαύρα πουκάμισα» είναι από τα πρώτα βιβλία που έγραψε ο κ.Σακελλαρόπουλος. Η γραφή του είναι λιτή μεν, όμορφη και στρωτή δε και με ωραία πλοκή. Εξαιρετικές περιγραφές, τόσο ζωντανές και παραστατικές, ξυπνούν όλες σου τις αισθήσεις, χρώματα, μεθυστικά αρώματα Κρήτης και σε μεταφέρουν στον τόπο και στον χρόνο που εκτυλίσσονται τα γεγονότα. Όσον αφορά το φινάλε, περίμενα ένα τελείως διαφορετικό τέλος που να «δένει» με την όλη ιστορία. Είναι μεν ανατρεπτικό, αλλά δεν είναι αρμονικό με την όλη ιστορία. 8 / 10
Η επιτομή του σεξισμου. Η γυναίκα να κάνει παιδιά, στο σπίτι, χωρίς γνώμη και λόγο, και τα μάτια χαμηλά... Ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Όχι ότι δεν υπάρχει το θέμα στην Κρήτη όμως ο συγγραφέας το παρουσίασε θα έλεγε κανείς με θαυμασμό... Για να μην πω για τις συνεχείς αναφορές στα όπλα, σιδερικα, τουφεκιες, καραμπίνες κτλ, με τον ίδιο θαυμασμό και έπαινο. Η Κρήτη δεν είναι αυτή αγαπητέ συγγραφέα. Η έστω όχι σε αυτό τον βαθμό που παρουσιάζεται. Τον ανδρισμό τους πλέον οι κρητικοί λίγο τον δείχνουν με τις ρακές, τα ποτά, τα όπλα και τους πυροβολισμους. Ευτυχώς ακόμη και εκεί η κοινωνία νιώθει πλέον τι είναι παλικαριά πραγματικά, που ελάχιστη σχέση έχει με όσα με τόσο θαυμασμο περιγράφονται στο βιβλίο. Οι εποχές αλλάζουν και ευτυχώς αρχίζουν να ξερνανε τα κακώς κείμενα.