Είναι λοιπόν πιο φρόνιμο στο σημερινό στάδιο της έρευνας, που απαιτεί, πριν από την οποιαδήποτε απόπειρα γενικής θεωρίας, την επιστημονική διερεύνηση κάθε έθνους χωριστά, να πάρουμε για βάση της ιστορικής ανάλυσης που αφορά τον Νέο Ελληνισμό την άμεσα αισθητή εικόνα που δίνει στον σύγχρονο άνθρωπο ένα συντελεσμένο έθνος: μια διαμορφωμένη σταθερή κοινότητα ανθρώπων με συνείδηση ότι αποτελεί ένα ενιαίο και αλληλέγγυο σύνολο με δική του πολιτισμική φυσιογνωμία και ψυχοσύνθεση, με κοινά υλικά και πνευματικά συμφέροντα και με σταθερά εκφρασμένη βούληση ή τάση πολιτισμικής ή πολιτικής αυτονομίας, που μπορεί να φτάσει ως την απαίτηση κρατικής ανεξαρτησίας.
Η γενική αυτή εικόνα ενός συντελεσμένου έθνους χρειάζεται την ιστορική της εξήγηση, γιατί βέβαια κανένας πλέον σοβαρός μελετητής δεν ικανοποιείται με τις ρομαντικές αντιλήψεις που παρουσίαζαν το έθνος ως κάποια υπερβατή οντότητα δεδομένη από τα πριν, εκτός τόπου και χρόνου, έκφραση μιας φυλή ή, το πολύ, ενός συνόλου συγγενικών φύλων, ή ενός μεταφυσικού "λαϊκού πνεύματος", μιας "ψυχής"· ούτε αρκείται στη διαπίστωση ότι το βασικό χαρακτηριστικό της εθνικής ενότητας είναι η κοινή βούληση των ατόμων που το απαρτίζουν. Η δημιουργία της κοινής αυτής βούλησης υπακούει σε κάποια ιστορική νομοτέλεια και βρίσκεται σε στενή εξάρτηση με του κοινωνικούς παράγοντες που κινούν την ιστορία.
Ο Νίκος Σβορώνος γεννήθηκε το 1911 στη Λευκάδα. Προερχόταν από βενιζελική οικογένεια. Στα μαθητικά του χρόνια ήταν συνεκδότης του μαθητικού χειρόγραφου περιοδικού Νέος δρόμος (1926-1927). Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 1935 έως το 1936 εργάστηκε στο Μέγα λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης του εκδοτικού οίκου Δ. Δημητράκος. Εργάσθηκε στο Μεσαιωνικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών, στο οποίο προσλήφθηκε το 1936. Παράλληλα δίδασκε στο Πρότυπον Λύκειον Αθηνών (Σχολή Μπερζάν).
Μετά την επιστροφή του από το μέτωπο της Αλβανίας όπου υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός, συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση. Το 1942 υπέβαλε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ως διδακτορική διατριβή το Περί των εν Ελλάδι νομισμάτων κατά την Τουρκοκρατίαν. Το 1943 εντάχθηκε στις τάξεις του ΕΑΜ και συνεργάστηκε στην έκδοση του παράνομου περιοδικού Πρωτοπόροι. Μετά τη διακοπή της έκδοσής του στα τέλη του 1943 εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ και ως στρατιωτικός διοικητής Βύρωνα-Καισαριανής συμμετείχε στην ένοπλη εμφύλια σύγκρουση της Αθήνας τον Δεκέμβρη του 1944, με επίκεντρο δράσης του την περιοχή του Μετς. Στη συνέχεια οπισθοχώρησε με το τάγμα του στο Τείχιο της Ναυπάκτου. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας επέστρεψε στην Αθήνα. Τον Δεκέμβριο του 1945, χάρη στις ενέργειες του διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου Οκτάβιου Μερλιέ και με υποτροφία της Γαλλικής Δημοκρατίας, κατέφυγε στη Γαλλία με το πλοίο «Ματαρόα».
Στο Παρίσι γράφτηκε στην École Pratique des Hautes Études και στην École des Langues Orientales. Το 1955 του αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια και το 1961 απέκτησε τη γαλλική. Το 1962 απέκτησε το doctorat τρίτου κύκλου και το 1975 ανακηρύχθηκε Docteur ès Lettres της Σορβόννης. Εργάσθηκε στο CNRS και δίδαξε ως διευθυντής σπουδών στην École Pratique des Hautes Études (IV Section) ιστορία των θεσμών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Μετά την πτώση της δικτατορίας δίδαξε στα πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης και Κρήτης, διετέλεσε μέλος της διοικούσας επιτροπής του Πανεπιστημίου Κρήτης και διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, και ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων Αθηνών (1976) και Θεσσαλονίκης (1977).