Μια ωδή στον έρωτα που τερματίζεται άδικα και συνάμα ένα συνταρακτικό, απεγνωσμένο ερωτικό κάλεσμα, αποτελεί το συγκεκριμένο ποίημα του Ελύτη.
Τα πολυάριθμα και ατάκτως ερριμμένα εκφραστικά σχήματα λείπουν φυσικά από τη ροή του κειμένου, αλλά είναι η άψογη και περίτεχνη εσωτερική μετρική, οι παρηχήσεις, οι (μορφο)λεξικές επαναλήψεις και οι εικονοποιητικές λέξεις/φράσεις του Ελύτη, που αναδεικνύουν τελικά το συναίσθημα, ορμητικό, ατόφιο και αυθεντικό.
Ο νομπελίστας ποιητής «χτίζει» στιχουργικά πάνω σε ένα παιχνίδι συμβολισμών με τον (μαγικό) αριθμό επτά, ενώ φυσικά δε λείπουν οι συμβολισμοί και οι υπερρεαλιστικές συνυποδηλώσεις με τα προαιώνια στοιχεία της (νησιωτικής κυρίως) ελληνικής γης. Ο χρόνος και το άγχος για το κυνήγι της αιωνιότητας, ο έτερος δηλαδή θεματικός πυλώνας του ποιήματος, πολλαπλασιάζει σαν ηχώ το ερωτικό κάλεσμα, πριν το μετατρέψει (στην τελευταία στροφή) σε μια προαιώνια και πανανθρώπινη κραυγή, η οποία ενώνει (επιτέλους) τα δύο πρόσωπα, πάνω από τις ανθρώπινες συμβάσεις και επεμβάσεις.
Ο ερωτικός αυτός μύθος φτάνει στα μάτια μας (και στα αυτιά μας) σκοπίμως ελλειπτικός, ώστε να συμπληρώσει ο καθένας τα κενά της πλοκής με την προσωπική του γραφίδα. Ένα οικουμενικό παραμύθι που μένει σκοπίμως ημιτελές, για να ολοκληρώνεται άπειρες φορές μέσα από την εξιστόρησή του, στο διηνεκές.
Καλαίσθητη και ευανάγνωστη έκδοση, αν και θεωρώ ότι ένα κριτικό υπόμνημα θα βοηθούσε αρκετά τους αναγνώστες, με δεδομένο ότι το ποίημα δείχνει, αλλά δεν είναι καθόλου μα καθόλου απλό και «εύκολο».