Από τις πρώτες κιόλας γραμμές του μυθιστορήματός του, ο συγγραφέας χαρακτηρίζει τα απομνημονεύματα ως το «ιδανικό είδος για ψέματα.» Κι όμως, η περσόνα μέσω της οποίας μιλάει, ο Αντριά Αρντεβόλ, αποφασίζει να γράψει την ιστορία της ζωής του για την αγαπημένη του Σάρα. Γόνος ευκατάστατης οικογένειας της Βαρκελώνης κατά τη δεκαετία του 1950, γίνεται σύντομα θύμα μιας διελκυστίνδας μεταξύ των δύο γονιών: μιας μητέρας που τον ονειρεύεται κορυφαίο βιολονίστα και ενός πατέρα που θέλει να τον μετατρέψει σε έναν γνήσιο λόγιο.
Αυτό προδιαγράφει και την ιστορία της ζωής του, η οποία περιπλέκεται γύρω από ένα μοναδικό βιολί ενός αριστοτέχνη κατασκευαστή του 18ου αιώνα, αλλά και γύρω από μια ακόρεστη συσσώρευση γνώσεων και εκμάθηση γλωσσών. Η στενή αυτή σύνδεση μεταξύ μουσικής και λογοτεχνικής δημιουργίας, παρουσιάζεται εύστοχα και εύγλωττα μέσω του παραλληλισμού του συγγραφέα με έναν σολίστ.
Εδώ όμως, δεν έχουμε να κάνουμε με ένα μυθιστόρημα μαθητείας (bildungsroman), αλλά ούτε και με μια ερωτική επιστολή. Η εξομολόγηση που προοικονομείται από τον τίτλο, πυροδοτείται από τη σκιά που ρίχνει πάνω στη ζωή της οικογένειας το ζοφερό παρελθόν του πατέρα. Μια εξομολόγηση που καθίσταται επιτακτική, αφού η (ηλικιωμένη πλέον) περσόνα του Αντριά, παραδίνεται άνευ όρων στη νόσο του Αλτσχάιμερ, τι πιο οξύμωρο για έναν homo universalis, πραγματική δεξαμενή διεπιστημονικών γνώσεων.
Όσο η ιστορία εκτυλίσσεται, αντιλαμβανόμαστε ότι το σπανιότατο βιολί που τελικά κληρονομεί ο Αντριά, εκτός από μαγευτικά, ηχεί και διαβολικά, αφού κρύβει σκοτεινές και αποτρόπαιες ιστορίες που διέρχονται μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής ιστορίας από τον 13ο αιώνα και μετά. Η σκοτεινή κληρονομιά του πατέρα είναι τελικά όχι μόνο μια αδηφάγα μανία συλλογής σπάνιων αντικειμένων, αλλά και το ίδιο το κακό που ταλανίζει και ταλάνιζε ανέκαθεν την ανθρωπότητα. Ο Αντριά αφήνει τη μουσική και μετατρέπεται σε έναν πεφωτισμένο λόγιο, όμως οι ανθρωπιστικές επιστήμες των οποίων είναι πλέον επαΐων, τον καθιστούν παραδόξως λιγότερο ανθρώπινο, δυσκολεύοντας τις αλληλεπιδράσεις με όλους τους γύρω του.
Όμως δεν έχει καταλήξει ακόμη στο μετέπειτα συμπέρασμα του 60χρονου εαυτού του, όπου θα έχει πια συνειδητοποιήσει ότι οι επιτυχίες και οι αποτυχίες είναι δικό του φορτίο και μόνο. Στη διαστρεβλωμένη αντίληψη για τον κόσμο που του προκαλούν τα αφόρητα οικογενειακά βάρη, η ζωή για τον Αντριά είναι μια διαδοχή θανάτων, σε αντίθεση με τον Wittgenstein που διακηρύσσει ότι ο θάνατος είναι γεγονός της ζωής. Έτσι, αποφασίζει να αναμετρηθεί με την πραγματική φύση του κακού, προκειμένου να το εξορκίσει τόσο για χάρη της σκοτεινής οικογενειακής κληρονομιάς, όσο και για χάρη της παγκόσμιας φιλοσοφίας.
Η αναζήτηση αυτή τον/μας οδηγεί σε μοναστικά μεσαιωνικά τάγματα, στο Παρίσι του μεσοπολέμου, στη δικτατορία του Φράνκο και στις κτηνωδίες των Ναζί με φόντο το Ολοκαύτωμα. Όλα αυτά γίνονται με μια ιδιαίτερα ρέουσα γλώσσα (πιθανώς προϊόν εξαιρετικής μετάφρασης), αλλά και με πλήθος χαρακτήρων, κεντρικών και περιφερειακών, κάτι που απαιτεί αναγνωστική προσήλωση. Αυτά είναι φυσικά εύκολο να γραφτούν και να οδηγήσουν κάποιον να αναλογιστεί ότι έχουμε έναν κλώνο μυθιστορήματος του Έκο, με μια πιο δραματική εσάνς. Σε αυτό συνηγορεί και το τέλος του βιβλίου, όπου ο ήρωας απομυθοποιεί και υποβαθμίζει όλες αυτές τις τραγικές συμπτώσεις και συνδέσεις χαρακτήρων, θυμίζοντάς μας την ιδιοφυή ειρωνεία του Έκο (Εκκρεμές του Φουκώ).
Αυτό όμως που είναι δύσκολο να περιγραφεί, μέχρι κάποιος να αναγνώσει το βιβλίο, είναι η ιδιοφυής εναλλαγή μεταξύ πρωτοπρόσωπης και τριτοπρόσωπης αφήγησης, με τον συγγραφέα άλλοτε να ζει μέσα από τον πόνο του ήρωα και άλλοτε να αποστασιοποιείται από αυτόν. Είναι δύσκολο να αποτυπώσουμε το πώς μια πρόταση ξεκινά από τη Βαρκελώνη του 1996, μεταπηδά σε τάγμα Φραγκισκανών μοναχών, από εκεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Άουσβιτς και να καταλήγει στη Βαρκελώνη του 1950. Πώς να αποδοθεί το πλήθος ανάδρομων και εγκιβωτισμένων αφηγήσεων οι οποίες εμπλέκουν με μαεστρία τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος σε έναν μεθυστικό λαβύρινθο; Ιστορίες που ξεκινούν και αφήνονται ημιτελείς, για να ολοκληρωθούν δεκάδες σελίδες αργότερα, αφήνοντας τον αναγνώστη εμβρόντητο και ωθώντας τον να ανατρέξει σε προηγούμενες σελίδες για να επιβεβαιώσει ότι κατανόησε τα πάντα. Η ροή της αφήγησης άλλωστε περιλαμβάνει άφθονα tips, τα οποία καταγράφονται στο υποσυνείδητο για να μας εκπλήξουν πολλές σελίδες αργότερα.
Φυσικά, σε ένα βιβλίο 700 σελίδων, αυτό αυξάνει τη δυσκολία κατακόρυφα. Ο συγκεντρωτικός πίνακας όλων των χαρακτήρων που παρελαύνουν από τις σελίδες του βιβλίου (και μάλιστα ανά εποχή) είναι ιδιαίτερα βοηθητικός. Μοναδικό μειονέκτημα της πολύ προσεγμένης έκδοσης, οι σημειώσεις/διευκρινίσεις οι οποίες θα μπορούσαν να τεθούν στο υποσέλιδο αντί για το τέλος του βιβλίου. Το ίδιο το Confiteor πάντως δε χρειάζεται να απολογηθεί στον αναγνώστη για τον απαιτητικό του χαρακτήρα, αφού ο Καμπρέ δε σπέρνει νάρκες υποτιθέμενης βαθιάς φιλοσοφίας.
Στο έργο αυτό, η δυσκολία συμπορεύεται με την αναγνωστική απόλαυση. Μια τέτοια απόλαυση εκπορεύεται από μια αριστοτεχνική και μοναδικής λογοτεχνικής αξίας παράλληλη σκιαγράφηση του Ιεροεξεταστή Νικολάου Έιμερικ και του αρχιναζί Ρούντολφ Ες, που ωθεί τη λογοτεχνική πρόζα σε άλλα επίπεδα. Μια σπάνια περίπτωση βίων παράλληλων, όπου η πένα αψηφά εποχές και τόπους, θολώνοντας εσκεμμένα τα όρια μεταξύ δύο σατανικών ιστορικών προσωπικοτήτων και θυμίζοντας μας κάτι που είχε γραφτεί για τον Προύστ, πως «περιόρισε αισθητά τα όρια του ανείπωτου» .
Ως προσωπικό μου Confiteor, θα ομολογήσω πως είναι η πρώτη φορά που θυμάμαι τον εαυτό μου να θέλει να ξαναδιαβάσει το βιβλίο αμέσως μετά την ολοκλήρωσή του, να βρει νέα αναγνωστικά σταυροδρόμια, να σηκώσει πέτρες για να βρει μυστικά που του διέφυγαν, να επαναναλύσει το φιλοσοφικό απόσταγμα το κειμένου. Ένα φιλοσοφικό ρεζουμέ το οποίο ίσως να είναι ο καταραμένος έρωτας. Ίσως πάλι να είναι οι σχέσεις εξουσίας μεταξύ ανθρώπων που νιώθουν άτρωτοι, λίγο πριν ταπεινωθούν χειρότερα από ότι έχουν οι ίδιοι ταπεινώσει. Ίσως να είναι η εκδίκηση και κατά πόσο αυτή μας ικανοποιεί ή δημιουργεί ένα μεγαλύτερο κενό. Ίσως είναι η συγχώρεση, μια συγχώρεση που για κάποια ανείπωτα εγκλήματα δεν μπορεί να δοθεί, με την εξιλέωση να μην έρχεται ποτέ.
Άλλωστε για τους ήρωες του Καμπρέ, τα απάνθρωπα εγκλήματα πολέμου δεν επιδέχονται αριστοτελική κάθαρση, αλλά σισύφεια μαρτύρια που επιβάλλουν οι ίδιοι στους εαυτούς τους. Πάνω από όλα όμως, είναι το απόλυτο Κακό, αυτό που ελλοχεύει στα κρεματόρια και στις διεστραμμένες πράξεις των Ες Ες. Πράξεις ανείπωτης κτηνωδίας, που κάνουν τον Αντριά να στέκεται δίβουλος απέναντι σε ένα από τα μεγαλύτερα φιλοσοφικά ερωτήματα: Είναι το κακό μια εγγενής διαστροφή του ανθρώπινου γένους, ή είναι έργο του Διαβόλου. Και αν δεχτούμε την ύπαρξή του, πώς δικαιολογείται η αδράνεια του Θεού; Πώς επιτρέπει τη διάπραξη των πιο σκοτεινών και αιμοσταγών πράξεων σε βάρος των δημιουργημάτων του;
Το φιλοσοφικό ερώτημα αυτό αφήνεται στην ουσία αναπάντητο από τον Καμπρέ, αποτελώντας ίσως το μοναδικό μειονέκτημα του βιβλίου. Ίσως η απάντηση κρύβεται στα λόγια του πατέρα της Σάρα, ο οποίος απλουστευτικά (αλλά μάλλον όχι απλοϊκά), συμπεραίνει ότι απεμπολεί το κακό «αποφεύγοντας τις κακές πράξεις, αφού το να προσπαθείς να ζεις ενάρετα μοιάζει ματαιοδοξία». Ίσως κρύβεται στη διακειμενική αναφορά για το έργο του Πρίμο Λέβι, κλείνοντας το μάτι στον αναγνώστη που επιθυμεί περαιτέρω (αξιόλογες) αναδιφήσεις σχετικές με το Ολοκαύτωμα. Άλλωστε το Confiteor, στην ολότητά του, δεν είναι μια φιλοσοφική πραγματεία περί κακού. Είναι η ίδια η Λογοτεχνία!