I couldn’t possibly choose a better date to read this! As the 28th is approaching ... but I think this poem is for every fallen young soldier regardless of origin!
"Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος Που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός Kαθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας Kι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες
Eκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου Kαι μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό Που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε Mα όλος ο κόπος τ’ ουρανού Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα Πρωί, στα πόδια του βουνού
Tώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.
Tώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα Πιάνει και σβήνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της· Mες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν Aπό λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια· Bράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά Kόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο"
Ο Ελύτης είχε ο ίδιος πολεμήσει ως ανθυπολοχαγός. Η συνταρακτική αυτή εμπειρία αποτυπώνεται. Ο θάνατος του ενός που υμνείται γίνεται ένα από τα πιο σημαντικά αντιπολεμικά κείμενα της ποιητικής μας ζωής.
Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε• Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε Μια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του• Βγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά Και το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα… Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λυθάρι Καβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν. Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες Κι ήρθαν από της γης τα πέρατα Οι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια Εκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά Εκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!
Ήταν γερό παιδί• Τις νύχτες αγκαλιά με τα νερατζοκόριτσα Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων, Ήτανε τόσος ο Έρωτας στα σπλάχνα του Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες Ώσπου ν’ ακούσει και να χυσ’ η αυγή το φως μεσ’ στα μαλλιά του Η αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε Στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο, Να βάφει τα λουλούδια, Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει Τις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν… Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του Τι χάρτης περηφάνειας το γυμνό του στήθος Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα…
Ήταν γενναίο παιδί• Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά Και με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι (Φτάσανε τόσο εύκολα μεσ’ στο μυαλό Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του) Με τους στρατιώτες του ζερβά-δεξιά Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του -Φωτιά στην άνομη φωτιά!- Με το αίμα πάνω από τα φρύδια Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε Ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν Το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής Και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημιάς Βροντήξαν τα βουνά της Αλβανίας Δεν έκλαψαν Γιατί να κλάψουν Ήταν γενναίο παιδί!
Ήλιε δεν ήσουν ο παντοτινός; Πουλί δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει; Λάμψη δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου; Κι εσύ περβόλι ωδείο των λουλουδιών Kι εσύ ρίζα σγουρή φλογέρα της μαγνόλιας!
Έτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δέντρο Kαι το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα Kι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι Kαι τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν― Γιατί, ρωτάει ο αϊτός, πού ’ναι το παλικάρι; Κι όλα τ’ αϊτόπουλ’ απορούν πού ’ναι το παλικάρι! Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού ’ναι ο γιος μου; Κι όλες οι μάνες απορούν πού να ’ναι το παιδί! Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ’ναι ο αδερφός μου; Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού να ’ναι ο πιο μικρός! Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός Πιάνουν το χέρι και παγώνει Παν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα Kοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!
Un sublime encomio a una persona que Odysseas Elytis no solo admiraba, sino que también, se deja entrever, lo amaba. Odysseas sorprendentemente no hace ninguna crítica a la guerra, como lo hace en María Nefeli. En este momento no le interesa, raro ya que es un contexto bélico. Con todo, dibuja una figura asombrosa, épica me atrevería a decir. Hombre recto, pulcro y lleno de nobles rasgos, sobrepuesto a esos rufianes que buscan la guerra por el hecho de hacer guerra, o al menos esa es la historia que nos cuenta nuestro querido poeta.
"Φωτιά στην άνομη φωτιά"... Σπουδαίος Ελύτης! Ακόμη και τα Νόμπελ είναι μικρά μπροστά σε τέτοια κείμενα! Και πράγματι: Η Ιστορία στον Ελληνισμό χρεωστεί...
Αποσπάσματά του θυμάμαι διδασκόμαστε στο Γυμνάσιο. Σκόρπιοι στίχοι μέσα στις αναμνήσεις. Πόσο διαφορετική είναι, αλήθεια, η ανάγνωση ποίησης, ειδικά ποίησης, όσο περνούν τα χρόνια. Όχι ωστόσο όπως θα υποθέσει κάποιος - ο,τι η ποίηση γίνεται ευκολότερα κατανοητή με την ωριμότητα. Το ακριβώς αντίθετο.
Οι μεγάλοι ποιητές θα έπρεπε να διδάσκονται σε παιδιά Δημοτικού, με την αθωότητα και την ευρύτητα ερμηνείας που δεν έχει αγγίξει ακόμη η πείρα.
Όπως ο ίδιος ο Ελύτης γράφει, άλλωστε, στα "Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας": μη με πιστεύετε/ όσο γερνώ τόσο λιγότερο καταλαβαίνω/ η πείρα μου ξέμαθε τον κόσμο.