«Την ώρα που οι Τούρκοι μπήκαν στην Αγία Σοφία, δεν είχε τελειώσει ακόμα η θεία λειτουργία. Πήρε τότε βιαστικά ο παπάς τ' άγιο δισκοπότηρο, ανέβηκε στα κατηχούμενα, μπήκε σε μια θύρα και η θύρα έκλεισε αμέσως. Οι Τούρκοι, που τον κυνήγησαν, είδαν να γίνεται άφαντος και βρήκαν, εμπρός στο σημείο που χάθηκε, τοίχο. Προσπάθησαν να τον ρίξουν, μα δεν μπόρεσαν! Έφεραν ύστερα χτίστες, μα κι εκείνοι δεν έκαμαν τίποτα. Κάλεσαν κατόπιν όλους τους χτίστες της Πόλης, έβαλαν τα πάντα εις ενέργειαν για να γκρεμίσουν τον τοίχο εκείνο, αλλά οι κόποι τους πήγαν χαμένοι. Ούτε με τους λοστούς, ούτε με τις αξίνες, ούτε με όλα τα σύνεργα που κουβάλησαν δεν μπόρεσαν να τον χαλάσουν. Γιατί είναι θέλημα Θεού να ανοίξη η θύρα μόνη της, όταν έρθη η άγια εκείνη ώρα, και να βγη ο παπάς να τελειώση τη θεία λειτουργία στην Αγια-Σοφιά, τότε που θα πάρουμε την Πόλη...»
Θρήνοι και όνειρα, άτοπα σε μία εποχή που προσπαθούμε τα σύνορα να μη χαράσσονται με όπλα. Ο Φώτης Κόντογλου, συνοδευόμενος από άξιους συνομιλητές, τον π. Γεώργιο Μεταλληνό και τον Ακύλα Μήλλα, καταγράφει τις ζοφερές ημέρες, που παραμένουν ανεξίτηλα χαραγμένες στο DNA κάθε απογόνου της λαμπρής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Πρόλογος, Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης Το πάρσιμο της Πόλης Το κούρσεμα της Πόλης «Εις μνήμην», Ακύλας Μήλλας
Γεννημένος στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας το 1895, ο Κόντογλου αναδείχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους Έλληνες ζωγράφους και πνευματικούς δημιουργούς του 20ού αιώνα.
Νέος ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ευρώπης, όπου γνώρισε και σπούδασε τη "δυτική" λεγόμενη ζωγραφική, αλλά τελικά αφιερώθηκε στη βυζαντινή τέχνη και ιδιαίτερα στην αγιογραφία, που γνώρισε σε βάθος όταν επισκέφθηκε το Άγιον Όρος, το 1923. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, στη συνοικία Κυπριάδου, σ' ένα σπίτι που διατηρείται σήμερα ως μνημείο από την κόρη του και τον γαμπρό του.
Φιλοτέχνησε πολλές φορητές εικόνες, εικονογράφησε εκκλησίες της Αθήνας, που σήμερα θεωρούνται μνημεία της βυζαντινής αγιογράφησης, συντήρησε τις τοιχογραφίες του Μυστρά, ενώ ανάμεσα στις σημαντικότερες δημιουργίες του συγκαταλέγονται η διακόσμηση μιας αίθουσας του Δημαρχείου Αθηνών και οι τοιχογραφίες του σπιτιού του με την τεχνοτροπία του fresco. Τα έργα του, που έχουν εκτεθεί σε μεγάλες εκθέσεις βρίσκονται σήμερα σε μουσεία, πινακοθήκες και ιδιωτικές συλλογές.
Παράλληλα, ο Κόντογλου υπήρξε προικισμένος συγγραφέας, υπέρμαχος της Ορθοδοξίας και της ελληνικής παράδοσης, λάτρης της ελληνικής φύσης και μέγας Θαλασσογράφος. Αυτά τα θέματα πραγματεύεται στα βιβλία του και σε πάνω από τρεις χιλιάδες άρθρα του, δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά. Με ζέση, γνώση, δυνατό λόγο, μα πάνω απ' όλα με μεγάλη καρδιά. Για το σύνολο της προσφοράς του στα ελληνικά γράμματα και την τέχνη βραβεύτηκε από το κράτος και την Ακαδημία Αθηνών.
Η αφήγηση του Κόντογλου είναι απαράμιλη για τη ζωντάνια και την αμεσότητα της. Σα παιδικό παραμύθι αφηγείται τις τελευταίες μέρες της Πόλης αλλά και τα όσα ακολούθησαν της Πτώσης. Οι περιγραφές της άμυνας των πολιορκημένων είναι τόσο ζωντανές που θαρρείς ότι τα γεγονότα συνέβησαν την προηγούμενη μέρα και περιμένεις να δεις την έκβαση.
Το κείμενο θα έπρεπε να διδάσκεται αυτούσιο στο δημοτικό.
Ενδιαφέρον κείμενο με πάρα πολύ ξεπερασμένη, απωθητική, «μαλλιαρή» γλώσσα του ΄50. Πρέπει να είμαι ο μόνος που δεν του αρέσει η γλώσσα του Κόντογλου (ούτε η αγιογραφία του!).