Τα δεκατρία πεζογραφήματα του Επιτάφιου θρήνου γράφτηκαν από τον Γιώργο Ιωάννου στην Αθήνα. Το ομώνυμο πεζογράφημα που δίνει τον τίτλο στο βιβλίο είναι ένα κείμενο που αγαπήθηκε πολύ - ένα πεζογράφημα που περιέχει το ύφος, το ήθος και την εξέλιξη της γραφής του Ιωάννου. Από τα υπόλοιπα αναφέρονται ενδεικτικά "Ο ανάπηρος", "Οι νεροφίδες", "Η δασκάλα" κ.α. - όλα μαζί αποτελούν ένα σφιχτοδεμένο σύνολο με έξοχη γλώσσα και χαρακτήρες που μένουν για πάντα χαραγμένοι στο μυαλό και στην καρδιά μας.
«Η επαρχία θεριευει τις ορμές μα δεν τις θεραπεύει. Το τραίνο είναι γιορτή μεγάλη. Και τρίτο· και τα σκληρότερα χέρια, όταν φλογίζονται ερωτικά, ωθούν με απαλοσύνη.»
Στη δουλειά του δεν είπε τίποτε την άλλη μέρα, ούτε κι αλλού πουθενά. Δεν ήθελε κανέναν να απασχολεί με τα ασήμαντα βάσανά του. Άλλοι σαπίζανε στις φυλακές, στην καθημερινή φρίκη και τα βασανιστήρια. Εξάλλου είχε προσέξει πως οι φίλοι του υπάλληλοι φοβόντουσαν κάπως να τον ακούνε, ενώ ορισμένοι πλούσιοι τον κοίταζαν με υποψιάρικο βλέμμα, σαν να επρόκειτο να καταλήξει σε καμιά πρόταση για δανεικά. Γρήγορα διαπίστωσε πως ένα δεματάκι με προσωπικά του ενθύμια δεν είχε πού να το εμπιστευθεί.
Οι νουβέλες που παρατίθενται στη συγκεκριμένη συλλογή δεν ακολουθούν παρά μόνο υποτυπωδώς το σχέδιο μιας πλοκής. Η υποβλητικότητα κυριαρχεί (η θρησκευτική -Επιτάφιος θρήνος, Το τραπέζι της Εκκλησίας- η θολή ατμόσφαιρα και ο ερωτισμός -Η ολική έκλειψη, Τα ποδήλατα της νύχτας), καθώς έντονη και πανταχού παρούσα είναι και η ερωτική διάσταση. Ο Ιωάννου, ο μεταπολεμικός λογοτέχνης που επηρεάστηκε από τις αναζητήσεις της λεγόμενης "Σχολής της Θεσσαλονίκης", γράφει σε πρώτο ενικό, συχνά προσθέτοντας δικές του εμπειρίες στην αφήγηση, ενώ δίνει αρκετή έμφαση στις σκέψεις των ηρώων της κάθε ιστορίας.
Κοινά μοτίβα των πεζογραφημάτων της συλλογής είναι η δύναμη του παρελθόντος (οι καταστάσεις που περιγράφονται είναι αντλημένες από τον τόπο της μνήμης), η γνώση και ενσωμάτωση αυτούσιων χωρίων από τα εκκλησιαστικά κείμενα (στο πρωτότυπο και χωρίς μετάφραση, απόλυτα δεμένα με το υπόλοιπο νεοελληνικό κείμενο), η παιγνιώδης διασταση (η πλοκή φωτίζεται μετά το τέλος της ιστορίας ή και καθόλου).
Περίσσια ζωής σκέψεων και παθών. Ήρωες που αφήνονται να ξεγυμνωθουν από τον αναγνώστη. Κάθε ιστορία είναι ξεχωριστή αυτόνομη αλλά και ενταγμένη στο πλαίσιο που κινείται το βιβλίο. Οι ιστορίες διαβάζονται και χωρίς ιδιαίτερη σειρά. Γκει, νύχτα, φαντάροι, Αθήνα, Θεσσαλονίκη, ερωτες, πολιτικά φρονηματα, κλειστά μπατζουρια, τρανς. ΥΓ διαβάζεται Όλες τις εποχές χωρίς σφίξιμο στην καρδιά, με μια ελαφρότητα και πολύ αγάπη και σε επανάληψη
Μεταξύ 2 και 3/5. Αυτή η ''Σχολή της Θεσσαλονίκης'' είναι για μένα υπερεκτιμιμένη. Αξιόλογοι συγγραφείς, άλλοι λιγότερο, άλλοι περισσότερο, που έχουν αποκτήσει μια καλτ διάσταση σε κριτικούς και θεωρητικούς, αλλά που δεν πέρασαν ποτέ ευρέως στο πλατύτερο κοινό. Μήπως γιατί τους έλλειπε η στόφα του πραγματικά σπουδαίου? Ιωάννου, Πεντζίκης, Μπακόλας, Πάνου... συνειρμικός λόγος, άλλοτε φλύαρος (Πάνου), άλλοτε υπερβολικά φλύαρος (Πεντζίκης), άλλοτε επιτηδευμένα μπερδεμένος και δύσκολος (Πάνου, Μπακόλας), άλλοτε πιο μαζεμένος και καλογραμμένος (Ιωάννου) αλλά πάντα χωρίς αυτό που χρειάζεται για να ανέβουν στα σκαλιά της μεγάλης λογοτεχνίας.
Κακογραμμένο , δυσνόητο με νεφελώδη νοήματα αλλά και πλοκή Επιβιώνουν , επιπλέουν μόνο 2 3 από τα διηγήματα του στην συλλογή. Υπερεκτιμημένο. Αρκετά χειρότερο από την άλλη συλλογή διηγημάτων του συγγραφέα που διάβασα (Η σαρκοφάγος). Δεν θα ξανά ασχοληθώ με τον κύριο.
Εάν υπήρχε η δυνατότητα η βαθμολογία θα ήταν 2 1/2 αστέρια. Διηγήματα άνευ ιδιαίτερου βάθους, εστιαζόμενα κυρίως σε έναν αισθητισμό και ηδονισμό, σαφώς κατωτέρου του καβαφικού.