Καθίσαμε, λοιπόν, με τον γατάκο μου τον Πατούσια να διαβάσουμε το μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη, Ελένη ή ο Κανένας, μια λογοτεχνική βιογραφία της πρώτης Ελληνίδας ζωγράφου Ελένης Μπούκουρα-Αλταμούρα (δεν κάνω πλάκα, σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, ο Πατούσιας ήτανε καθισμένος στον ώμο μου, με τα μάτια προσηλωμένα στο βιβλίο).
Κι έτσι όπως διαβάζαμε, κι είχαμε φτάσει στην 116 σελίδα, περίπου τα δύο πέμπτα του βιβλίου, γυρίζει ο Πατούσιας και μου λέει στο αφτί γουργουριστά, ρε Κωστάκη, ψιλοβαρέθηκα, δεν το αφήνουμε να διαβάσουμε τίποτα πιο ενδιαφέρον; Κι είχε δίκο το γατί...
Για άλλη μια φορά (τουλάχιστον τρίτη) παρατήρησα στους "κατεστημένους" Έλληνες συγγραφείς, αυτούς δηλαδή που βραβεύει το λογοτεχνικό κατεστημένο κι εκδίδουν οι μεγάλοι οίκοι, το ίδιο μοτίβο: Εξαιρετική λογοτεχνικότητα του κειμένου, με αξιοζήλευτη έφεση στις μεταφορές και τα λογοτεχνικά σχήματα, όμως μέτρια και κάτω αφηγηματική ικανότητα. Οι σύγχρονοι κατεστημένοι Έλληνες λογοτέχνες, σε αντίθεση με τους κλασικούς της λεγόμενης γενιάς του '30, δεν ξέρουν να φτιάξουν μια συναρπαστική ιστορία και να την αφηγηθούν με ενδιαφέροντα τρόπο. Θα περίμενε κανείς, η ιστορία μιας γυναίκας που ξεπέρασε μακράν τα εσκαμμένα της εποχής της, που ντύθηκε άντρας για να σπουδάσει ζωγραφική στην Ιταλία, που γέννησε δυο εξώγαμα παιδιά με τον Ιταλό ζωγράφο εραστή και κατόπιν βραχύχρονο σύζυγό της, με δυο παιδιά που μεγάλωσε μόνη της, μετά το χωρισμό, μ' ένα που το μεγάλωσε ο άντρας της μαζί με το εξώγαμο παιδί του από άλλη γυναίκα, θα ήταν από μόνη της συναρπαστική, μα κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει.
Στο πρώτο μέρος, από αφηγηματικής άποψης ξεχωρίζει ο εξαιρετικός χαρακτήρας του πατέρα της, καπετάν Γιάννη Χρυσίνη Μπούκουρα, που είναι ό,τι καλύτερο έχει να παρουσιάσει το βιβλίο. Στο δεύτερο μέρος, η αφήγηση γίνεται πρωτοπρόσωπη και εκτυλίσσεται σε δύο επίπεδα: Η μεσήλικας Ελένη, γραμμένη με κανονικά γράμματα, και η ηλικιωμένη Ελένη, που στο τέλος της ζωής της αναπολεί το παρελθόν, γραμμένη με πλάγια. Η αφήγηση σε δύο επίπεδα σίγουρα αποτελεί ενδιαφέρον εύρημα, μα δεν λειτουργεί πολύ καλά σε όλα τα σημεία της. Η πρώτη έχει αρκετό ενδιαφέρον και διαβάζεται ευχάριστα. Η δεύτερη γυρνάει ξανά στα ίδια και στα ίδια, με τρόπο συχνά γλυκανάλατο και μελοδραματικό. Ωστόσο, αμφότεροι οι χαρακτήρες διαρκώς επιδίδονται σε περίτεχνους μονολόγους που λοξοδρομούν από το προκείμενο, η ιστορία δεν προχωρά ομαλά και συχνά περιστρέφεται γύρω από τον αφαλό της, η αφήγηση άκαμπτη, διαπνέεται από έναν ακαδημαϊσμό. Δίνει την εντύπωση ότι λέει και ξαναλέει τα ίδια πράγματα, που ήδη γνωρίζουμε για τους χαρακτήρες, με πολύ ωραία λόγια.
Το τρίτο μέρος είναι και πάλι σε τρίτο πρόσωπο κι έχει στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, και πάλι όμως με περισσότερα λόγια απ' όσα θα χρειάζονταν. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για κάποιον που γράφει καλά είναι να παρασυρθεί από την ίδια του τη γραφή και να πελαγοδρομήσουν τα γραπτά του.
Το σημαντικότερο ελάττωμα, κατά τη δική μου αντίληψη, είναι η ίδια η δομή του χαρακτήρα της Ελένης. Αντί για μια δυνατή, παθιασμένη κι έντονη προσωπικότητα, με βάση όσα έκανε και πέτυχε στη ζωή της, σκιαγραφείται μια γυναίκα γεμάτη ενοχές, που έκανε όσα έκανε στα νιάτα της κι έζησε την υπόλοιπη ζωή της μετανιώνοντας για την αποκοτιά της. Η ερωτική της διάσταση υποβαθμίζεται, δεν προβάλλεται επαρκώς στον αναγνώστη. Δεν ξέρω αν αυτή ήταν πράγματι η Ελένη ή αν έτσι την έπλασε η συγγραφέας, ωστόσο από τις πράξεις της ιστορικής φυσιογνωμίας δεν θα περίμενε κανείς το πρώτο. Και πράγματι, από το ιστορικό άρθρο που παραθέτει στο τέλος του βιβλίου η ίδια η συγγραφέας (και ιστορικός), δεν προκύπτει κάτι τέτοιο, αλλά και στο τελευταίο μέρος φαίνεται ότι η Ελένη είχε αντιταχθεί στις προσπάθειες της οικογένειάς της να εξαφανίσουν τα τεκμήρια της "ντροπής", αναφέρεται μάλιστα ως μια γυναίκα παθιασμένη. Μάλλον, λοιπόν, τον συντηρητισμό και την έλλειψη τόλμης της συγγραφέως απηχεί αυτός ο χαρακτήρας, παρά την πραγματική Ελένη.
Από την άλλη πλευρά, στο τέλος σχεδόν του βιβλίου, βρήκα μία από τις καλύτερες μεταφορικές εικόνες που έχω ποτέ διαβάσει, πράγμα που με αποζημίωσε οριστικά για τον κόπο που κατέβαλα για να το διαβάσω: "...(οι) σκόρπιες σημειώσεις της Ελένης. Αυτές κι αν ήταν οι πιο μάταιες λέξεις, συλλογίστηκε, κουδουνάκια από το κοπάδι ενός μυαλού που διασκορπίζεται και χάνεται μέσα στα ερέβη".
Αυτό για το οποίο, λοιπόν, θα διαβάσει κάποιος το βιβλίο δεν είναι η αφηγηματική δεινότητα, αλλά η εξαιρετική λογοτεχνικότητα του κειμένου, από την οποία ομολογώ ότι είχα πολλά να διδαχτώ. Συνολικά, το βιβλίο με άφησε με ανάμικτα συναισθήματα και μάλλον με κούρασε, όσο κι αν με εντυπωσίασε η γραφή του...
Βαθμός 7/10.