Τι συμβαίνει όταν ξεκινάς να συναντήσεις αυτό που αναγνωρίζεις σαν οικείο και καθ’οδόν το χάνεις; Αλλά και τι μπορεί να συμβεί, όταν στη θέση του βρίσκεις ένα άλλο, διαφορετικό και εξίσου γοητευτικό;
Ποιοι κρατάνε τον τόπο στη θέση του, στη θέση που βρισκόταν πριν, τώρα, και πάντα; Πιο σωστά: ποιοι διαιωνίζουν το αφόρητο, τις νοοτροπίες που παραμένουν πεισματικά βραχωμένες, αλλά και τα άλματα προς το καινούργιο και το άγνωστο, όλα αυτά που συνιστούν την ελληνική ιδιοπροσωπία, εκείνη που αναδεικνύεται μέσα από τα σταθερά, τα λίγα μεν, αλλά διαχρονικά χαρακτηριστικά; Η μόνη απάντηση που θα διακινδύνευε κανείς, παίρνοντας σαν δεδομένη την υπόθεση της ερώτησης, φαίνεται πως είναι: ΟΛΟΙ ΤΟΥΣ.
Κι ο Αρίστος κι η Βασιλική, κι ο Τρύφωνας και η Χρυσάνθη, κι ο Αποστόλης και ο Βιρτζίλης κι ο Λοχαγός, και ο Πασχάλης. Και κανένας από μόνος του, κανένας, καθώς όλοι μας αντλούμε από το ίδιο πηγάδι, από εκείνο το υπόγειο και ανεξάντλητο ορυχείο.
Μια ιστορία εις μνήμην της ανήσυχης νιότης, εκείνων που διψούν και αναζητούν αυτό που αενάως επιστρέφει, παραμένοντας το ίδιο πάντα. Γι’ αυτούς που έρχονται από πολύ παλιά, γι’ αυτούς που ήτανε και είναι όλοι τους παιδιά μας.
Ζήτησα από τον έμπειρο και διαβασμένο υπάλληλο του βιβλιοπωλείου να μου προτείνει μερικά καλά ελληνικά βιβλία των τελευταίων 2 ετών, 2012-2013. Μου έδειξε το τελευταίο βιβλίο του Δ. Νόλλα και μου είπε: αυτό εδώ είναι "βιβλιάρα"!...
...και είχε απόλυτο δίκιο! Έχω την αίσθηση ότι το Ταξίδι στην Ελλάδα θα φιγουράρει σε μελλοντικές λίστες τω καλύτερων μυθιστορημάτων της δεκαετίας, του αιώνα, και πάει λέγοντας... αλλά όντας πολύ πρόσφατο (και όχι "ευπώλητο") βιβλίο, προς το παρόν είναι ακόμα "underground", περιμένοντας να ανακαλυφθεί... είμαι σίγουρος ότι αυτό θα γίνει σύντομα!
Μικρό μυθιστόρημα, μόλις 170 σελίδων, αλλά αδύνατο κανείς να το "ξεπετάξει" εύκολα και γρήγορα... Πολυεπίπεδο και φοβερά μεστό σε γραφή και νοήματα: o γυρισμός ενός ρέμπελου φοιτητή στη γενέτειρά του Θεσσαλονίκη μετά από χρόνια απουσίας. Η νοσταλγία του τόπου, η προσμονή της επιστροφής, η εξιδανίκευση και η αντιμετώπιση της απογοητευτικής ή και προβληματικής πραγματικότητας. Aπό κει και πέρα, η αναζήτηση του εαυτού σε ένα εχθρικό και απειλητικό περιβάλλον (θέμα οικουμενικό τόσο στη λογοτεχνία όσο και στο ευρωπαικό σινεμά των 60'ς και 70'ς). Η ατομική και η συλλογική μνήμη. Η τελευταία μέσω φλας-μπακ στον Εμφύλιο. Το Ταξίδι στην Ελλάδα μάλιστα δίνει μια από τις πιο διεισδυτικές και ψύχραιμες ματιές σε εκείνη την ιστορική περίοδο. Η διαφθορά στην Ελλάδα (στη Θεσσαλονίκη του '60, αφού αυτό είναι το χωρο-χρονικό πλαίσιο της ιστορίας) με τους χαφιέδες, τους διεφθαρμένους χωροφύλακες, τους τοκογλύφους, και όλους τους παρακμιακούς τύπους που δυστυχώς συμβάλλουν στη διαμόρφωση της ελληνικής ιδιοπροσωπίας, όπως συμπεραίνει ο συγγραφέας. Παραδόξως όμως όλοι αυτοί κινούνται, δρουν και δημιουργούν μια ατμόσφαιρα πολύ γοητευτική... για την οποία προφανώς "ευθύνεται" η ταλαντούχα πένα του Νόλλα. Κι όλα αυτά "δεμένα" με μια πολύ ενδιαφέρουσα πλοκή μυστηρίου που καθηλώνει τον αναγνώστη μέχρι το τέλος... ένα μικρό διαμάντι της μοντέρνας πεζογραφίας!
Ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλίο τόσο από πλευράς δομής&περιεχομένου όσο και παρουσιάσης-εξιστόρησης γεγονότων της νεοελληνικής ιστορίας. Ιδιαίτερη ματιά.Ο συγγραφέας-αφηγητής τα ξέρει όλα και σιγά-σιγά εκφράζει τα μηνύματα και τα πιστεύω του. Νομίζω ότι το αίσθημα ανολοκλήρωσης της ιστορίας είναι φυσιολογικό,καθώς το βιβλίο αποτελεί 1ο μέρος μια 3λογίας. Παρ'όλα αυτά,ό,τι ήθελε να μας "περάσει" ο συγγραφέας,το κατάφερε! Θυμίζει Τσίρκα,θυμίζει Χατζή(βλ. το Διπλό Βιβλίο).Ομολογομένως δεν μπορώ να κρίνω τον συγγραφέα,καθώς είναι το 1ο του έργο που διαβάζω,γενικά. Ο κ.Νόλλας όμως έχει κάτι το μοναδικό στην γραφή του: παντού σε κυνηγά η Μνήμη. Η Μνήμη,όμως,όπως την έχει πλάσει ο καθένας για τον εαυτό του,όπως και ο ήρωάς μας στο βιβλίο. Η ανάγκη(;) για να κρατηθούμε από την Μνήμη για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε μια δική μας ταυτότητα,να μπορέσουμε να συνυπάρξουμε με το παρελθόν μας και κυρίως με τον εαυτό μας. Το βιβλίο,νομίζω, ότι είναι μια αυτοκριτική τόσο του συγγραφέα όσο και του αναγνώστη,που θέλοντας και μη,λόγω της οικογένειας του ή των βιωμάτων του(αναλόγως την ηλικία) μπορεί να βρει κοινά σημεία με τους ήρωες. Γενικά το βιβλίο ασκεί μια έντονη κριτική μέχρι και το 1963 όπου και κλείνει "τυπικά" το 1ο μέρος της 3λογίας. Νομίζω ότι δεν πήρε τυχαία το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος.Το άξιζε! Θεωρώ, ότι το βραβείο δεν αφορούσε τόσο το στυλ γραφής αλλά την δυναμική του περιεχομένου και των πιστεύω ένος συγγραφέα που έζησε πολλά και στην ηλίκια που είναι μπορεί και νιώθει ότι οφείλει(;) να μας προσφέρει μια ιδιαίτερη ματιά των γεγονότων του 20ου αιώνα με μια διαχρονικότητα.
Μπορεί να φταίει η δική μου παιδεία και το γεγονός ότι σαν παιδί δεν μεγάλωσα με τέτοια αναγνώσματα, που κατάφερα ως ενήλικας να λατρέψω αυτό το βιβλίο για μια οπτική, που δεν ήξερα ότι υπήρχε. Περιέχει εξαιρετικά ερεθίσματα τόσο για συζήτηση, διάλογο και συναναστροφή, όσο και για εσωτερική σκέψη/πάλη.
Λυπάμαι που είναι σχεδόν αδύνατο να ενταχθεί στα κείμενα που διδάσκονται στα σχολεία. Ω, τα παιδιά που θα μεγάλωναν μέσα από αυτό το μυθιστόρημα...
Τι έναυσμα μπορεί να δώσει ένα ταξίδι; Πόσο μάλλον αν είναι ένα ταξίδι επιστροφής στην πατρώα γη; Ο Δημήτρης Νόλλας με το μυθιστόρημά του, που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 2014, Το ταξίδι στην Ελλάδα (εκδόσεις Ίκαρος, 2013) προσφέρει σε όλους μας το πιο σύνθετο ψηφιδωτό της σύγχρονής μας ταυτότητας.
Είμαστε στο 1963 με φόντο τις έντονες συνέπειες του εμφυλίου που σημάδεψαν την Ελλάδα. Ο πρωταγωνιστής του, Αρίστος Καραμπίνης, ξενιτεύτηκε στη Γερμανία για ένα καλύτερο μέλλον. Επιστρέφει όμως τώρα από το Μόναχο πίσω στην πατρίδα του, τη Θεσσαλονίκη, λίγο μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη. Το ταξίδι αυτό στην Ελλάδα μπορεί να μην ξεκίνησε ως ένα ταξίδι προσωπικής αναζήτησης για τον Αρίστο, αλλά ξεκάθαρα θα εξελιχθεί σε ένα τέτοιο.
Αναζητεί τη Χρυσάνθη, η οποία μετά από 20 χρόνια στη Γερμανία επιστρέφει στην Ελλάδα και εξαφανίζεται πολύ ξαφνικά. Ο Αρίστος προσπαθεί απεγνωσμένα να την εντοπίσει και προσεγγίζει την αδερφή της, Βασιλική, που της μοιάζει εκπληκτικά.
Η ομορφιά όμως της ζωής είναι να παλεύεις. Η διαφορά απ’ το γαϊδούρι, που σκύβει το κεφάλι γύρω απ’ το πηγάδι είναι πως ο άνθρωπος, αν και γνωρίζει το ριζικό του, το μάχεται. Αυτό πιστεύω. Η χώρα προσπαθεί να βρει την ταυτότητά της και να ανακάμψει, και μαζί μια σειρά από διαφορετικοί χαρακτήρες, προσωπικότητες που διανθίζουν αυτή την ιδιαίτερη αφήγηση που δημιουργεί το πιο σύνθετο ψηφιδωτό της νεότερής μας ταυτότητας.
Ο Βάιος ο μεγαλύτερος αδερφός του Αρίστου, του έστελνε χρήματα τόσο καιρό στην Γερμανία για να μπορέσει να σπουδάσει και να ζήσει εκεί, έχει ένα φωτογραφείο που είναι έτοιμο να κλείσει λόγω της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης. Κι ενώ η Χρυσάνθη δεν βρίσκεται πουθενά, μαθαίνουμε τόσα κατά την απουσίας της για την ίδια και τη σχέση της με τη Βασιλική… Και μαζί βγαίνουν στην επιφάνεια και τα κληρονομικά θέματα του Αρίστου με τον Βάιο. Μέσα απ΄ όλα αυτά που θα αναδυθούν στην επιφάνεια, ο Αρίστος θα έρθει αντιμέτωπος με αυτό που θέλει πραγματικά από τη ζωή του…
Είναι σαφής η πρόθεση του συγγραφέα να περάσει κοινωνικά και πολιτικά μηνύματα αναφερόμενος στην Ελλάδα της Κατοχής, του εμφυλίου και της μεταπολιτευσης. Όμως η πολύπλοκη σύνταξη και η απουσία πλοκής δεν συμβάλλουν σε αυτό.