Η εντυπωσιακή και οπωσδήποτε απρόβλεπτη υποδοχή του A' τόμου της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, ο οποίος καλύπτει την περίοδο από την αποστολική εποχή μέχρι το τέλος της Εικονομαχίας (843), προσδιόρισαν όχι μόνο την επίσπευση της εκδόσεως του Β' τόμου, αλλά και την προσαρμογή της επεξεργασίας της ιστορικής ύλης της σκοτεινής αυτής περιόδου στην έντονη διπολικότητα του πνευματικού βίου των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως. Πράγματι, το μέγα σχίσμα του 1054 αποδείχθηκε καθοριστικό όχι μόνο για τις συγχρονικές σχέσεις των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως, αλλά και για την ερμηνεία της κοινής εκκλησιαστικής παραδόσεως της πρώτης χιλιετίας του ιστορικού βίου της Εκκλησίας. Αν η πρώτη χιλιετία ανέδειξε την ισόρροπη αλληλοπεριχώρηση της τοπικότητας και της οικουμενικότητας του χριστιανικού μηνύματος, η δεύτερη χιλιετία αποσυνέδεσε την τοπικότητα από την οικουμενικότητα και εισήγαγε μία σοβαρή διάσπαση στην ενότητα της εμπειρίας του χριστιανικού κόσμου. Το όραμα της οικουμενικής ενότητας του χριστιανικού κόσμου, καίτοι έγινε αισθητότερο με τους πλουσίους καρπούς του μεγαλόπνοου έργου της χριστιανικής ιεραποστολής στους λαούς της κεντρικής, της βόρειας και της ανατολικής Ευρώπης, συγκλονίσθηκε πλέον από τον αντιθετικό ανταγωνισμό των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως, ο οποίος τραυμάτισε την εσωτερική ευρωστία του εκκλησιαστικού σώματος και αποδυνάμωσε τον παλαιότερο δυναμισμό στη σχέση του με τον άνθρωπο και τον κόσμο. [...] (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)