Είναι μια εποχή που ο Σείριος, το πιο λαμπρό αστέρι του ουρανού, φαίνεται να αγγίζει τον ορίζοντα, ο ήλιος και η γη να έρχονται πιο κοντά και η ζέστη να γίνεται αφόρητη. Είναι μια εποχή, που κάνει τους άνδρες να στεγνώνουν και να γίνονται ασθενικοί και τις γυναίκες να ανθίζουν και να γίνονται λάγνες όσο ποτέ. Είναι η εποχή των κυνικών καυμάτων.
Ένα τέτοιο καλοκαίρι ο δωδεκάχρονος Άγις και οι τρεις συνομήλικοι φίλοι του- ο σκληροτράχηλος Φάνης και οι δίδυμοι Κοσμάς και Δαμιανός- ξεκινάνε με τα ποδήλατά τους για να ανακαλύψουν μια μυστική τοποθεσία, κοντά στο ποτάμι, που όλοι έχουν ακουστά. Εκεί, λέγεται ότι τα μεσημέρια κάνει μπάνιο γυμνή η Μπριζίτ, η όμορφη Γαλλίδα δασκάλα, που φιλοξενεί ο μεγαλοκτηματίας Βάιος τα καλοκαίρια στο αρχοντικό του για να κάνει μαθήματα γαλλικών στο γιο του. Η συνάντηση του Άγι με τη Γαλλίδα δασκάλα θα τον κάνει να ενηλικιωθεί απότομα και τα δραματικά γεγονότα που θα ακολουθήσουν εκείνο το βράδυ θα σημαδέψουν για πάντα τη ζωή του.
Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, ο Άγις παραλαμβάνει ένα δέμα με ένα παλιό, σκουριασμένο πιστόλι και τότε καταλαβαίνει ότι το μυστικό που κουβαλούσε σε ολόκληρη τη ζωή του δεν το γνώριζε μόνο ο ίδιος. Δεν έχει άλλη επιλογή από το να επιστρέψει στον γενέθλιο τόπο για να μάθει και ίσως για να κλείσει οριστικά τις εκκρεμότητες με το παρελθόν.
Ένα ταξίδι νοσταλγικό, πίσω στα χρόνια της αθωότητας.
Πάνε πάνω από 3 χρόνια που έχω διαβάσει το συγκεκριμένο βιβλίο αλλά μου έχει αφήσει μια τόσο γλυκιά και τρυφερή αίσθηση που έχει γίνει αναμφίβολα από τα αγαπημένα μου και δε θα το ξεχάσω ποτέ.Η ιστορία που έχει να πει ίσως σε κάποιους να μη φανεί πρωτότυπη ή ξεχωριστή,ο τρόπος όμως που τελικά παρουσιάζεται την κάνει μοναδική. Τη δεκαετία του ’60 σε μια επαρχιακή πόλη ο δωδεκάχρονος Άγης και οι 3 συνομήλικοι φίλοι του ξεκινούν με τα ποδήλατα τους να ανακαλύψουν μια μυστική τοποθεσία όπου εκεί,σύμφωνα με τα λεγόμενα τους ,κάνει μπάνιο η Μπριζίτ,η γαλλίδα δασκάλα που ο μεγαλοεπιχειρηματίας Βάιος φιλοξενεί για να κάνει μαθήματα στο γιο του.Μισό αιώνα σχεδόν αργότερα ο Άγης παραλαμβάνει ένα πακέτο με ένα σκουριασμένο πιστόλι και αντιλαμβάνεται ότι το μυστικό που κουβαλάει μια ζωή δε το γνωρίζει μόνο εκείνος. Αν θα μπορούσα με 3 λέξεις να χαρακτηρίσω αυτό το βιβλίο θα ήταν:τρυφερό,νοσταλγικό,λυτρωτικό.Αυτές νομίζω ότι περιγράφουν ακριβώς όσα έχει να πει ο συγγραφέας μέσα από την ιστορία του και σίγουρα θα αγγίξει τις καρδιές πολλών αναγνωστών.Αν και το κεντρικό θέμα ίσως φανεί σε κάποιους γνώριμο-οι πιτσιρικάδες που θέλουν πάση θυσία να δουν μια γυμνή κοπέλα-κάτι που άλλωστε ήταν φαντασίωση εκείνη την εποχή,αν μάλιστα έχετε δει παλιές ιταλικές αλλά και ελληνικές ταινίες δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο,το αντίθετο μάλιστα,και που θεωρούν ότι έτσι ανακαλύπτουν τον έρωτα,είναι γνωστό θέμα και χωρίς τη σωστή τεχνική μπορεί να γίνει βαρετό έως και αδιάφορο.Πού διαφοροποιείται λοιπόν ο Ντίνος Γιώτης σε όλο αυτό;Στο ότι έπλασε μια ιστορία που δεν αναλώνεται μόνο στο αισθηματικό κομμάτι ή στον ανεκπλήρωτο έρωτα ενός εφήβου με μια μεγαλύτερη του γυναίκα αλλά δημιουργεί μια ιστορία ενηλικίωσης πλαισιωμένη με ένα μυστήριο που διαχέεται σε όλο το βιβλίο και ολοκληρώνεται με ένα φινάλε που σε αφήνει,το λιγότερο,με το στόμα ανοιχτό.Όλα αυτά κι συν το ότι διαδραματίζεται στην Ελλάδα και ίσως φανούν λίγο πιο οικεία τα γεγονότα στον αναγνώστη αν βρει και σημεία ταύτισης μαζί τους,κάνουν το βιβλίο άψογο. Οι ήρωες προσπαθούν να δικαιολογηθούν για τις πράξεις τους γιατί έτσι θεωρούν ότι εξιλεώνονται,ότι πετάνε το παρελθόν από πάνω τους και μπορούν να συνεχίσουν τη ζωή τους χωρίς να νιώθουν ότι έχουν αφήσει ανολοκλήρωτες δουλειές για τις οποίες θα κλιθούν να απολογηθούν αύριο.Κατά πόσο θα κριθούν ως σωστοί αυτό θα το πει ο κάθε αναγνώστης αφού γυρίσει και τη τελευταία σελίδα. Με λίγα και απλά λόγια,το μυθιστόρημα του Ντίνου Γιώτη είναι ένα νοσταλγικό ταξίδι πίσω στο χρόνο αλλά παράλληλα και μια ιστορία που αποδεικνύει ότι πολλές φορές το παρελθόν δε μας ξεχνάει,όσο κι αν το θέλουμε.Αξίζει να διαβαστεί για την αλήθεια του και το συναίσθημα που αναβλύζει.
Ευχάριστο βιβλίο που διαβάζεται εύκολα. Μου άρεσε ο τίτλος που παραπέμπει σε σχολικά θρανία αλλά και η ανακάλυψη τού πόσο μακριά από την πραγματικότητα της πλοκής ήταν. Έλκομαι από τις ιστορίες που διαδραματίζονται σε μεγάλα απομονωμένα κτήματα, με τεράστια σπίτια και κήπους, λιμνούλες και ποτάμια. Εδώ πρωταγωνιστεί ένας ήρωας που ανατρέχει στις αναμνήσεις ενός καλοκαιριού που χάραξε όλη τη μετέπειτα ζωή του. Τη χάραξε ανεξίτηλα και καταλυτικά. Οι αναμνήσεις από το ζεστό εκείνο καλοκαίρι, ο πρώτος έρωτας, οι φίλοι που χάθηκαν, τα χρόνια που περνούν και τα απολιθωμένα αισθήματα κάνουν τον ήρωα συμπαθή αλλά και ξυπνούν στον αναγνώστη έναν οίκτο για το πρόσωπο του. Το να χαραμίσεις μια ζωή ολόκληρη προς χάριν ενός εξιδανικευμένου ονείρου δεν είναι και ό,τι καλύτερο. Ο ήρωας μοιάζει να το συνειδητοποιεί προς το τέλος αλλά είναι πλέον κάπως αργά. Θα ήταν κατάλληλο να μεταφερθεί στη μεγάλη ή τη μικρή οθόνη αρκεί να μπορούσε να αποδοθεί το ονειρικό κλίμα του καλοκαιριού και του τοπίου.
1961. Τέσσερα παιδιά, τέσσερις φίλοι, τέσσερα αθώα πλάσματα ζουν την πιο ξένοιαστη εποχή της ζωής τους. Άγης, Φάνης και οι δίδυμοι Κοσμάς και Δαμιανός. Τέσσερις άνθρωποι δεκτικοί στα παιχνίδια, στις πλάκες, στις καζούρες, στην αγάπη, στα ερωτικά τερτίπια, στις σκανταλιές τους. Όλα είναι ήσυχα, πληκτικά (όσο πληκτική είναι η ζωή μιας παρέας αγοριών), μονότονα σχεδόν, ώσπου έρχεται η Μπριζίτ, μια Γαλλίδα, για να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα γαλλικών στον Βλάση Παπάζογλου, γιο του μεγαλοκτηματία και αφέντη της περιοχής Βάιου Παπάζογλου. Και τα παιδιά ξετρελαίνονται με τη γυναίκα! Την παρακολουθούν, τη φαντασιώνονται, τη φλερτάρουν διακριτικά, την παρακολουθούν να κάνει μπάνιο στη λίμνη με το μαγιώ της, φτάνουν να κάνουν ακόμη και παρέα στον Βλάση, ένα παχύ, κλειστό παιδί, χωρίς φίλους και ολομόναχο. Χρόνια αργότερα ο Άγης, ο αφηγητής της ιστορίας, δέχεται έναν φάκελο με ένα όπλο μέσα. Έντρομος, ανακαλύπτει ότι κάποιος ξέρει το μυστικό εκείνου του καλοκαιριού κι αναγκάζεται να επιστρέψει στο μέρος των παιδικών του χρόνων, όπου τίποτε πια δεν είναι ίδιο. Ούτε οι άνθρωποι, ούτε οι καταστάσεις, ούτε τα σπίτια. Ποιος τον κάλεσε και γιατί; Ποιος ξέρει το μυστικό του και τι σκοπεύει να κάνει από δω και πέρα;
Ένα διαμαντάκι-έκπληξη!Λίγες σελίδες, περιεκτικές, μεστές, γεμάτες, αληθινές, ενδιαφέρουσες. Μου άρεσαν πολλά σημεία: οι εναλλαγές από το σήμερα στο χτες με τρόπο σχεδόν κινηματογραφικό και χωρίς ποτέ να χάνεις την μπάλα, οι σκιαγραφήσεις των χαρακτήρων που παραμένουν πιστοί στην ψυχολογία τους ώσπου να μεγαλώσουν και δεν αλλάζουν σαπουνοπερικά σχεδόν, τα συναισθήματα, οι εικόνες, οι αναμνήσεις, η καθημερινότητα της παιδικότητας τη δεκαετία του 1960 μέσα από τα μάτια ενός συγγραφέα που μεγάλωσε τότε και δεν αγχώνεται γι' αυτό σήμερα. Λάτρεψα το πώς ο Άγης έγινε άντρας χάρη στην Μπριζίτ: χωρίς να καταντά μελό ή πολύ ρομαντικό, χωρίς να καταντά πορνό ή παιδοφιλικό, το κείμενο μας δίνει ακριβώς τα αισθήματα και τις αλλαγές στην προσωπικότητα του Άγη, που είναι και ο μόνος που η Μπριζίτ υπέκυψε στην αθωότητά του. Το πώς μεγάλωσε στα χέρια της Μπριζίτ, πώς ωρίμασε από τα γεογόντα που ακολούθησαν, δίνονται με έναν τρόπο που με κράτησε ως την τελευταία σελίδα.
Προσυπογράφω την ανατροπή της πλοκής: λες ότι έχεις να κάνεις με άλλο ένα βιβλίο αναμνήσεων εποχής, όπως τα Ανεμώλια ή οι τιανίες Peppermint, Urania, Πίσω πόρτα αλλά ο συγγραφέας μας ξεγελά. Η ιστορία που μας αφηγείται έχει να κάνει με έναν φόνο. Και η αθωότητα χάνεται. Τα χαμόγελα παγώνουν. Η Μπριζίτ γίνεται η πέτρα του σκανδάλου και η λύση της υπόθεσης είναι μόνο η αφαίρεση μιας ζωής. Την Μπριζίτ την εποφθαλμιούν ο μηχανικός του χωριού και ο πατέρας του Βλάση. Ο Άγης είναι μάρτυρας του καβγά που οδηγεί στη δολοφονία. Τι έγινε το μοιραίο εκείνο βράδυ; Ποιος δολοφονήθηκε και από ποιον; Ο Άγης, με την κατάθεσή του στο δικαστήριο, ποιον έσωσε και γιατί και τι ανταμοιβή πήρε; Κι αν νομίζετε ότι όπως εξελίσσεται η υπόθεση έχουμε και επίπεδη αφήγηση και ξέρουμε το θύμα και τον θύτη μη βιαστείτε να κατανεύσετε πριν τις τελευταίες σελίδες!
Το συνιστώ ανεπιφύλακτα και για την αστυνομική του πλοκή και για την αθωότητα που χειρίζεται με μαεστρία ο συγγραφέας. Ακολουθήστε το βιβλίο σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας, ωρίμανσης και αφέλειας που μετατρέπεται μέσα σε μια στιγμή σε ενηλικίωση, ωριμότητα, πόνο.
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
"Πίστευα ότι ήμουν ελεύθερος να κάνω οτιδήποτε ανά πάσα στιγμή, αρκεί να το αποφάσιζα. Η ωραία φενάκη της ζωής μου. Κάθε φορά όμως που έκανα μερικά βήματα παραπάνω, η αλυσίδα τεντωνόταν και τότε διαπίστωνα με τρόμο ότι στην πραγματικότητα δεν ήμουν ελεύθερος, νόμιζα ότι ήμουν ελεύθερος, επειδή τα δεσμά μου δεν ήταν τόσο κοντά για να με σφίγγουν. Βίωνα μια ψευδαίσθηση ελευθερίας. Ήμουν ελεύθερος, αρκεί να μην κουνιόυμουν πολύ. Έτσι, τις σπάνιες φορές που έκανα να φύγω, μαζευόμουν ξανά στο κλουβί μου, επειδή το τέντωμα της αλυσίδας μού μάτωνε τα χέρια και αποδεικνυόμουν αδύναμος να τις σπάσω...Αυτό είχα καταφέρει να γίνω, ένα κλουβίσιο πουλί, σαν κι εκείνα που πιάναμε με τις ξόβεργες, όταν ως παιδιά στήναμε στις όχθες του ποταμού" (σελ. 22).
"Ο πατέρας μου ποτέ δεν ξέρει τίποτα για οτιδήποτε κι αυτό είναι κάτι συνηθισμένο για μένα και για τα άλλα παιδιά της ηλικίας μου. Η σχέση μας περιορίζεται αποκλειστικά στη φροντίδα που έχει να κάνει με την ανα��ροφή ενός ζωντανού οργανισμού, ώστε να μπορέσει αυτός να απογαλακτιστεί και να βρίσκει πλέον το φαΐ μόνος του. Και ο έλεγχος συνδέεται άμεσα με την ανάγκη των γονιών για συνεισφορά αυτού του ζωντανού οργανισμού στις οικογενειακές δουλειές. Αν δε σε χρειάζονται, δε σε ενοχλούν καθόλου". (σελ. 83).