Η Μπεατρίς Φραγκονάρ, μια φιλάργυρη εξηντάρα αντικέζ που ταξιδεύει με τον υπηρέτη της Ξαβιέ, γνωρίζει σε μια δημοπρασία στο Δουβλίνο τη Δούκισσα του Νταντίλιον Σλιβ, η οποία την προσκαλεί στο πολυτελέστατο ιστιοφόρο ενός φίλου. Ανάμεσα στους επιβάτες, που πηγαίνουν στο νησί Μαν για μια δημοπρασία, διάφοροι «άσπονδοι» φίλοι της Δούκισσας, ξεπεσμένοι αριστοκράτες που την κυνηγούσαν μια ζωή και κατάφεραν να την εντοπίσουν. Έτσι, το ταξίδι αρχίζει μέσα σ' ένα κλίμα βαρύ και ειρωνικό. Σύντομα ο οδηγός του ιστιοφόρου βρίσκεται νεκρός. Κι ένα σαμποτάζ στο σύστημα πλοήγησης του σκάφους τούς αφήνει ακυβέρνητους μέσα σε μια νηνεμία απειλητική και μια ομίχλη πυκνή σαν βαμβάκι, μέσα σε τούτη τη θάλασσα όπου κάποτε, σύμφωνα με τους θρύλους, το άγγιγμα του Διαβόλου στα σκοτεινά νερά γέννησε τις τερατώδεις Νεράιδες, που παίρνουν τη μορφή χαμένων προσώπων και παρασέρνουν τους ναυαγούς στη θάλασσα ή τους σκοτώνουν εν ψυχρώ. Και τον οδηγό του σκάφους πάει να συναντήσει πρόωρα ο γιατρός. Κι η παρέα μικραίνει, όλο και μικραίνει... Σε κάποια πτώματα βρίσκεται χαραγμένο σαν με πυρωμένο σίδερο το σημάδι του Θηρίου: 666. Όμως η Μπεατρίς δυσπιστεί...
«Οι Νεράιδες του Μαν», στο δικό μου το κεφάλι, θα μπορούσαν να έχουν τον τίτλο, «Ρεπό το Δευτερότριτο». Τις Κυριακές, σχεδόν πάντα, δούλευα πρωί, μιας και το μεσημέρι της Κυριακής αποτελεί ώρα «αιχμής» για την βιομηχανία της εστίασης. Σχόλασα στις έξι και τα μηνίγγια μου σφυροκoπούσαν από την κούραση και από τα νεύρα που μου προκαλούσαν οι πελάτες. Αυτό που με πλημμύριζε χαρά ήταν το Δευτερότριτο. Η φίλη μου, η Νίκη, που ήταν και αυτή σερβιτόρα τότε, έλεγε πάντα: – «Στην Θεσσαλονίκη, τα βράδια της Δευτέρας, συναντάς έξω γιατρούς, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, barista, μάγειρες και σερβιτόρους».
Σκεπτόμενος την φράση της Νίκης και όντας εξαντλημένος, ψυχικά και σωματικά, κίνησα για την Ολύμπου, όπου θα έβρισκα μερικούς φίλους για πιούμε μια μπύρα. Εκεί, σε ένα γωνιακό παλαιοβιβλιοπωλείο του «Μπιτ Παζάρ», βλέπω το «Οι Νεράιδες του Μαν: Αλλοπρόσαλλο αστυνομικό» – αυτός είναι ο υπότιτλος – του Αύγουστου Κορτώ και λέω από μέσα μου: – «Να τι μου χρειάζεται αυτήν την εποχή. Ένα βιβλίο με αστυνομική υπόθεση να ξεκουράσει το μυαλό μου, την ώρα που ξεκουράζεται το σώμα μου.»
Το απόγευμα της επόμενης μέρας, μετά το μεσημεριανό μου γεύμα, κάθισα να διαβάσω τις «Νεράιδες του Μαν», απολαμβάνοντας ένα καφέ στο μπαρ «Ελέφαντας». Ανοίγω το βιβλίο και γνωρίζω αμέσως την φιλάργυρη, εξηντάρα, αντικέζ Μπεατρίς Φραγκονάρ. Η Μπεατρίς ταξιδεύει με τον υπηρέτη της Ξαβιέ σε όλο τον κόσμο, για να συμμετάσχει σε δημοπρασίες, με αποτέλεσμα να σπαταλάει τα ελάχιστα χρήματα της σε άχρηστες παλιατζούρες. Εκεί γνωρίζει την εκκεντρική δούκισσα του Νταντίλιον Σλιβ, η οποία την περνά για την Ζενεβιέβ Λεμάν, παλιά της γνώριμη. Η σοκαρισμένη Μπεατρίς υποδύεται την Ζενεβιέβ Λεμάν και η Καρολίν, δούκισσα του Νταντίλιον Σλιβ, την προσκαλεί στο πολυτελέστατο ιστιοφόρο ενός φίλου, με προορισμό το νησί Μαν, όπου και θα λάμβανε μέρος σε μια άλλη δημοπρασία.
Οι προσκεκλημένοι, που πηγαίνουν στο νησί Μαν για την ίδια δημοπρασία, είναι οι «άσπονδοι» φίλοι της Καρολίν, ξεπεσμένοι αριστοκράτες που την κυνηγούσαν μια ζωή και, εν τέλει, κατάφεραν να την εντοπίσουν. Το ταξίδι αρχίζει και στο κατάστρωμα του έχει, ήδη, στηθεί ένα θέατρο εντυπώσεων, το οποίο διαταράσσεται σύντομα από τον θάνατο του οδηγού του ιστιοφόρου.
Θα το πω για χιλιοστή φορά. Λατρεύω το χιούμορ του Κορτώ!
Είναι το πρώτο αστυνομικό μυθιστόρημα του που διαβάζω και είμαι πάρα πολύ ικανοποιημένη. Οι χαρακτήρες του είναι ένας κι ένας και το σκηνικό θυμίζει Αγκάθα Κρίστι . Τα plot twists είναι πολύ ενδιαφέροντα, ιδικά το τελευταίο και έκλεισε την ιστορία όπως ήθελα.
"Αλλοπρόσαλλο!" Όπως ακριβώς το χαρακτηρίζει ο ίδιος ο συγγραφέας. Πολύ σουρεάλ θα έλεγα εγώ! Με χιούμορ και ατάκες "θανατηφόρες". Το διάβασα με ενδιαφέρον αν και η αφήγηση σε κάποια σημεία με κούρασε.
Αν δεν διάβασες το Ανιμαλ,είναι για χαλαρό 3.5. Αν το έκανες όμως, θα κατάλαβες όπως εγώ, πως οι νεράιδες είναι μια πιστή αντιγραφή του, με περισσότερο χιούμορ,αλλά πολύ λιγότερο ατμοσφαιρικό.
I decided to actually put this book to my DNFs because I don't really see myself picking it up again. It was fun in the first few pages but I didn't find myself wanting to open the book for a second time for some reason. Maybe it was just not the right book at that time. I might start reading it again in the future as I've enjoyed other books by Corteau. I had thin in my currently reading shelf for over a year now and I who am I kidding by letting it just sit there? Still trying not to feel bad by DNFing books but I'm getting there, I think.
Ήταν το πρώτο βιβλίο του Κορτώ που διάβασα. Όσο ήμουν στα πρώτα κεφάλαια, φλέρταρα πολύ σοβαρά με την ιδέα να το παρατήσω....εκτός ότι η αρχή ήταν κουραστική, μου κακοφάνηκε πάρα πολύ το ότι το χιούμορ του βασιζόταν σε "πονηρά" αστειάκια, και αισχρολογίες...δε ξέρω τί περίμενα...μάλλον ένα καυστικό, έξυπνο, μαύρο χιούμορ βρετανικού τύπου... Παρόλα αυτά, (εξ ου και τα 4 αστέρια) είπα να δώσω μια ευκαιρία, κ το τελευταίο 1/3 του βιβλίου το απόλαυσα πάαααρα πολύ!!! Αφού συνήθισα τα ασταμάτητα πρόστυχα αστεία κ τα σχετικά, κ δεν έδινα σημασία, έμεινα στο κομμάτι της πλοκής και του σασπένς, το οποίο μπορώ να πω με έκανε συνέχεια να μαντεύω κ να ανυπομονώ για τη λύση. Το τέλος του βιβλίου και η λύση του μυστηρίου ήταν αναμενόμενο μεν, απολαυστικό δε!
Μ'αρεσε. Ωραιο χιουμορ, εξυπνη πλοκη και υφος που θυμιζει λιγακι Αγκαθα Κριστι. Στα κατα, το βρηκα λιγο κουραστικο σε καποια σημεια, ισως θα βοησθουσε εαν ηταν λιγο μικροτερο.