Η ποίηση και η ύπαρξη ξέρουμε πόσο είναι αδιάρρηκτα δεμένες. Η ενότητα όμως αυτή των ποιημάτων εστιάζεται περισσότερο στην ύπαρξη. Η ποίηση εδώ δεν είναι αυτοσκοπός. Ο ποιητής δεν ψάχνει στον εαυτό του μέσα, στη φύση, τις πιο ιδανικές εκφάνσεις της ποίησης. Ψάχνει, μέσ' από την ποίηση, δρόμους που να οδηγούν στην ύπαρξη. Στην ύπαρξη ως ουσία, ως προορισμό, ως αναπάντητο ερώτημα, ως μαρτυρία φθοράς και βέβαια ως υποστασιακή αγωνία. Οι στίχοι θυσιάζουν ακόμη και την ομορφιά αν χρειαστεί, γιατί αυτό που έχουν ανάγκη τώρα είναι να εκφράσουν, με όσο γίνεται μεγαλύτερη ακρίβεια, τη συνειδητοποίηση της ύπαρξης, την ασταμάτητη ροή των ωρών πάνω στο δέρμα, χωρίς εξήγηση καμιά να δίνεται από πουθενά. Το μόνο όπλο αντίστασης είναι η ποίηση, που απλώς περιγράφει αυτό που συμβαίνει. Μόνο που αυτό που συμβαίνει παραμένει ασύλληπτο και από την πιο μεγάλη ποιητική φαντασία.
Η πρώτη μου επαφή με την ποίηση της Αγγελάκη Ρουκ. Υπέροχη. Έχω μια αδυναμία στις ποιήτριες που μιλάνε για φύση - έρωτα - θάνατο/γηρατειά - μοναξιά - νοσταλγία. Μ’αρέσει να βλέπω τη ζωή μέσα απ’τα λόγια τους.
«Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου ό,τι μου λείπει με προστατεύει από κείνο που θα χάσω όλες οι ικανότητές μου που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό άχρηστες, ανούσιες. Ό,τι μου λείπει με διδάσκει ό,τι μου ‘χει απομείνει μ’αποπροσανατολίζει γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν σα να’ ταν υποσχέσεις για το μέλλον. Δεν μπορώ, δεν τολμώ ούτ’ έναν άγγελο περαστικό να φανταστώ γιατί εγώ σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους κατεβαίνω. Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν έγινε φίλη καλή μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου. Στέρησέ με -παρακαλώ το Άγνωστο- στέρησε με κι άλλο για να επιζήσω.»
Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω κάνω πως γελάω δεν επιθυμώ το αδύνατο ούτε το δυνατό τα απαγορευμένα για μένα σώματα δε μου χορταίνουν τη ματιά. Τον ουρανό καμιά φορά κοιτάω με λαχτάρα την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται στη γοητεία της νύχτας. Η μόνη μου συμμετοχή στο στροβίλισμα του κόσμου είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή. Αλλά νιώθω και μια άλλη παράξενη συμμετοχή∙ αγωνία με πιάνει ξαφνικά για τον ανθρώπινο πόνο. Απλώνεται πάνω στη γη σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο που μουσκεμένο στο αίμα σκεπάζει μύθους και θεούς αιώνια αναγεννιέται και με τη ζωή ταυτίζεται. Ναι, τώρα θέλω να κλάψω αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.
Πραγματικά πολύ καλή ποιητική συλλογή. Η Αγγελάκη Ρουκ μιλάει και μοιράζεται με το σημερινό αναγνώστη ανησυχίες, σκέψεις, αναμνήσεις σε μια γλώσσα λιτή αλλά γνώριμη, τη γλώσσα της σκέψης, της ανάμνησης, της ύπαρξης. Παρόλο που δεν έτυχε ποτέ της αναγνώρισης άλλων ποιητών εν ζωή (πχ Δημουλά) η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ είναι μια από τις καλύτερες εν ζωή ποιήτριες κατά την γνώμη μου και αν δεν γνωρίζεται την ποίηση της, αυτή η συλλογή είναι μια καλή ευκαιρία για να την μάθετε.