What do you think?


Μυθιστόρημα
Εικοσιτέσσερις ποιητικές συνθέσεις (κατά το ομηρικό πρότυπο) αποτελούν το Μυθιστόρημα. Ο ελεύθερος στίχος, οι σκηνικές αλλαγές, η χρήση του αρχαίου μύθου ώστε να συγχωνευθούν το παρελθόν και το παρόν του ελληνισμού, οι εναλλαγές του ποιητικού υποκειμένου συμβάλλουν στη θεώρηση του Μυθιστορήματος ως βασικότατου έργου του ελληνικού ποιητικού μοντερνισμού. Εθνικές μνήμες και ιστορικά βιώματα συνυπάρχουν με υπαρξιακές κορυφώσεις. "Οι πολλές αναφορές στο ταξίδι, ειδικά στη θάλασσα, ενισχύουν την εντύπωση του αναγνώστη ότι αυτό που διαβάζει είναι η "οδύσσεια" της σύγχρονης Ελλάδας"
- GenresPoetryLiterature
Paperback
First published January 1, 1935
About the author
George Seferis
132 books186 followersGeorge Seferis, pen name of Georgios Seferiadis,
Greek: Γιώργος Σεφέρης
Awarded the 1963 Nobel Prize in Literature "for his eminent lyrical writing, inspired by a deep feeling for the Hellenic world of culture."
First Greek to win the Nobel Prize in Literature.
https://en.wikipedia.org/wiki/Giorgos...
Greek: Γιώργος Σεφέρης
Awarded the 1963 Nobel Prize in Literature "for his eminent lyrical writing, inspired by a deep feeling for the Hellenic world of culture."
First Greek to win the Nobel Prize in Literature.
https://en.wikipedia.org/wiki/Giorgos...
Ratings & Reviews
Friends & Following
Create a free account to discover what your friends think of this book!
Community Reviews
Displaying 1 - 9 of 9 reviews
January 6, 2021
"Ἐμεῖς που ξεκινήσαμε για το προσκύνημα τοῦτο
κοιτάξαμε τα σπασμένα ἀγάλματα
ξεχαστήκαμε και εἴπαμε πως δε χάνεται ἡ ζωη τόσο εὔκολα
πως ἔχει ὁ θάνατος δρόμους ἀνεξερεύνητους
και μία δική του δικαιοσύνη·"
κοιτάξαμε τα σπασμένα ἀγάλματα
ξεχαστήκαμε και εἴπαμε πως δε χάνεται ἡ ζωη τόσο εὔκολα
πως ἔχει ὁ θάνατος δρόμους ἀνεξερεύνητους
και μία δική του δικαιοσύνη·"
Read
July 18, 2016"Bize, uykudan öte, dinginliği ver."
Read
June 22, 2022«Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να το ακουμπήσω.
Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρίσει.
Κοιτάζω τα μάτια· μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα.
Δεν έχω άλλη δύναμη·
τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν
ακρωτηριασμένα.»
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να το ακουμπήσω.
Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρίσει.
Κοιτάζω τα μάτια· μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα.
Δεν έχω άλλη δύναμη·
τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν
ακρωτηριασμένα.»
August 5, 2024
Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ’ ακουμπήσω.
Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρίσει.
Κοιτάζω τα μάτια· μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα.
Δεν έχω άλλη δύναμη·
τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν
ακρωτηριασμένα.
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ’ ακουμπήσω.
Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρίσει.
Κοιτάζω τα μάτια· μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα.
Δεν έχω άλλη δύναμη·
τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν
ακρωτηριασμένα.
May 4, 2025
Θ´
Εἶναι παλιὸ τὸ λιμάνι, δὲν μπορῶ πιὰ νὰ περιμένω
οὔτε τὸ φίλο ποὺ ἔφυγε στὸ νησὶ μὲ τὰ πεῦκα
οὔτε τὸ φίλο ποὺ ἔφυγε στὸ νησὶ μὲ τὰ πλατάνια
οὔτε τὸ φίλο ποὺ ἔφυγε γιὰ τ᾿ ἀνοιχτά.
Χαϊδεύω τὰ σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τὰ κουπιὰ
νὰ ζωντανέψει τὸ κορμί μου καὶ ν᾿ ἀποφασίσει.
Τὰ καραβόπανα δίνουν μόνο τὴ μυρωδιὰ
τοῦ ἁλατιοῦ τῆς ἄλλης τρικυμίας.
Ἂν τὸ θέλησα νὰ μείνω μόνος, γύρεψα
τὴ μοναξιά, δὲ γύρεψα μία τέτοια ἀπαντοχή,
τὸ κομμάτιασμα τῆς ψυχῆς μου στὸν ὁρίζοντα,
αὐτὲς τὶς γραμμές, αὐτὰ τὰ χρώματα, αὐτὴ τὴ σιγή.
Τ᾿ ἄστρα τῆς νύχτας μὲ γυρίζουν στὴν προσδοκία
τοῦ Ὀδυσσέα γιὰ τοὺς νεκροὺς μὲς στ᾿ ἀσφοδίλια.
Μὲς στ᾿ ἀσφοδίλια σὰν ἀράξαμε ἐδῶ-πέρα θέλαμε νὰ βροῦμε
τὴ λαγκαδιὰ ποὺ εἶδε τὸν Ἅδωνι λαβωμένο.
Εἶναι παλιὸ τὸ λιμάνι, δὲν μπορῶ πιὰ νὰ περιμένω
οὔτε τὸ φίλο ποὺ ἔφυγε στὸ νησὶ μὲ τὰ πεῦκα
οὔτε τὸ φίλο ποὺ ἔφυγε στὸ νησὶ μὲ τὰ πλατάνια
οὔτε τὸ φίλο ποὺ ἔφυγε γιὰ τ᾿ ἀνοιχτά.
Χαϊδεύω τὰ σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τὰ κουπιὰ
νὰ ζωντανέψει τὸ κορμί μου καὶ ν᾿ ἀποφασίσει.
Τὰ καραβόπανα δίνουν μόνο τὴ μυρωδιὰ
τοῦ ἁλατιοῦ τῆς ἄλλης τρικυμίας.
Ἂν τὸ θέλησα νὰ μείνω μόνος, γύρεψα
τὴ μοναξιά, δὲ γύρεψα μία τέτοια ἀπαντοχή,
τὸ κομμάτιασμα τῆς ψυχῆς μου στὸν ὁρίζοντα,
αὐτὲς τὶς γραμμές, αὐτὰ τὰ χρώματα, αὐτὴ τὴ σιγή.
Τ᾿ ἄστρα τῆς νύχτας μὲ γυρίζουν στὴν προσδοκία
τοῦ Ὀδυσσέα γιὰ τοὺς νεκροὺς μὲς στ᾿ ἀσφοδίλια.
Μὲς στ᾿ ἀσφοδίλια σὰν ἀράξαμε ἐδῶ-πέρα θέλαμε νὰ βροῦμε
τὴ λαγκαδιὰ ποὺ εἶδε τὸν Ἅδωνι λαβωμένο.
February 17, 2022
🌿
«πάρε μαζί σου το παιδί που είδε το φως
κάτω απ' τα φύλλα εκείνου του Πλατάνου
και μάθε του να μελετά τα δέντρα»
*
«λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
μέσα από τα δάχτυλά μου
χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.»
*
«ξεχαστήκαμε και είπαμε πως δεν χάνεται η ζωή τόσο εύκολα
πως έχει ο θάνατος δρόμους ανεξερεύνητους
και μια δική του δικαιοσύνη»
🌿
«πάρε μαζί σου το παιδί που είδε το φως
κάτω απ' τα φύλλα εκείνου του Πλατάνου
και μάθε του να μελετά τα δέντρα»
*
«λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
μέσα από τα δάχτυλά μου
χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.»
*
«ξεχαστήκαμε και είπαμε πως δεν χάνεται η ζωή τόσο εύκολα
πως έχει ο θάνατος δρόμους ανεξερεύνητους
και μια δική του δικαιοσύνη»
🌿
May 24, 2024
Μοναδικό, λυρικό, επικό ποίημα σε ελεύθερο στίχο. Υπέροχος Σεφέρης
Read
March 20, 2021(τμήματα)
Δ΄
Αργοναύτες
Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη.
Η΄
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.
Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.
ΙΣΤ΄
ὄνομα δ’ Ὀρέστης
Οι αφροί των αλόγων με χτυπούν, τ’ άλογα πότε θ’ αποστάσουν;
Τρίζει ο άξονας, πυρώνει ο άξονας, πότε ο άξονας θ’ ανάψει;
Πότε θα σπάσουν τα λουριά, πότε τα πέταλα
θα πατήσουν μ’ όλο το πλάτος πάνω στο χώμα
πάνω στο μαλακό χορτάρι, μέσα στις παπαρούνες όπου
την άνοιξη μάζεψες μια μαργαρίτα.
Ήταν ωραία τα μάτια σου μα δεν ήξερες πού να κοιτάξεις
δεν ήξερα πού να κοιτάξω μήτε κι εγώ, χωρίς πατρίδα
εγώ που μάχομαι εδώ πέρα, πόσοι γύροι;
και νιώθω τα γόνατα να λυγίζουν πάνω στον άξονα
πάνω στις ρόδες πάνω στον άγριο στίβο,
τα γόνατα λυγίζουν εύκολα σαν το θέλουν οι θεοί,
κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει, τί να την κάνεις τη δύναμη, δεν μπορείς
να ξεφύγεις τη θάλασσα που σε λίκνισε και που γυρεύεις
τούτη την ώρα της αμάχης, μέσα στην αλογίσια ανάσα,
με τα καλάμια που τραγουδούσαν το φθινόπωρο σε τρόπο λυδικό,
τη θάλασσα που δεν μπορείς να βρεις όσο κι αν τρέχεις
όσο κι αν γυρίζεις μπροστά στις μαύρες Ευμενίδες που βαριούνται,
χωρίς συχώρεση.
ΙΖ΄
Αστυάναξ
Τώρα που θα φύγεις, τώρα που η μέρα της πληρωμής
χαράζει, τώρα που κανείς δεν ξέρει
ποιόν θα σκοτώσει και πώς θα τελειώσει,
πάρε μαζί σου το παιδί που είδε το φως
κάτω απ’ τα φύλλα εκείνου του πλατάνου
και μάθε του να μελετά τα δέντρα.
ΙΘ΄
Κι αν ο αγέρας φυσά δε μας δροσίζει
κι ο ίσκιος μένει στενός κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
κι όλο τριγύρω ανήφοροι στα βουνά·
μας βαραίνουν
οι φίλοι που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν.
Δ΄
Αργοναύτες
Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη.
Η΄
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.
Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.
ΙΣΤ΄
ὄνομα δ’ Ὀρέστης
Οι αφροί των αλόγων με χτυπούν, τ’ άλογα πότε θ’ αποστάσουν;
Τρίζει ο άξονας, πυρώνει ο άξονας, πότε ο άξονας θ’ ανάψει;
Πότε θα σπάσουν τα λουριά, πότε τα πέταλα
θα πατήσουν μ’ όλο το πλάτος πάνω στο χώμα
πάνω στο μαλακό χορτάρι, μέσα στις παπαρούνες όπου
την άνοιξη μάζεψες μια μαργαρίτα.
Ήταν ωραία τα μάτια σου μα δεν ήξερες πού να κοιτάξεις
δεν ήξερα πού να κοιτάξω μήτε κι εγώ, χωρίς πατρίδα
εγώ που μάχομαι εδώ πέρα, πόσοι γύροι;
και νιώθω τα γόνατα να λυγίζουν πάνω στον άξονα
πάνω στις ρόδες πάνω στον άγριο στίβο,
τα γόνατα λυγίζουν εύκολα σαν το θέλουν οι θεοί,
κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει, τί να την κάνεις τη δύναμη, δεν μπορείς
να ξεφύγεις τη θάλασσα που σε λίκνισε και που γυρεύεις
τούτη την ώρα της αμάχης, μέσα στην αλογίσια ανάσα,
με τα καλάμια που τραγουδούσαν το φθινόπωρο σε τρόπο λυδικό,
τη θάλασσα που δεν μπορείς να βρεις όσο κι αν τρέχεις
όσο κι αν γυρίζεις μπροστά στις μαύρες Ευμενίδες που βαριούνται,
χωρίς συχώρεση.
ΙΖ΄
Αστυάναξ
Τώρα που θα φύγεις, τώρα που η μέρα της πληρωμής
χαράζει, τώρα που κανείς δεν ξέρει
ποιόν θα σκοτώσει και πώς θα τελειώσει,
πάρε μαζί σου το παιδί που είδε το φως
κάτω απ’ τα φύλλα εκείνου του πλατάνου
και μάθε του να μελετά τα δέντρα.
ΙΘ΄
Κι αν ο αγέρας φυσά δε μας δροσίζει
κι ο ίσκιος μένει στενός κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
κι όλο τριγύρω ανήφοροι στα βουνά·
μας βαραίνουν
οι φίλοι που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν.
June 20, 2023
“[…]In my breast the wound opens again
when the stars descend and become kin to my body
when silence falls under the footsteps of men.
These stones sinking into time, how far will they drag me with them?
The sea, the sea, who will be able to drain it dry?
I see the hands beckon each drawn to the vulture and the hawk
bound as I am to the rock that suffering has made mine,
I see the trees breathing the black serenity of the dead
and then the smiles, so static, of the statues[…]”
when the stars descend and become kin to my body
when silence falls under the footsteps of men.
These stones sinking into time, how far will they drag me with them?
The sea, the sea, who will be able to drain it dry?
I see the hands beckon each drawn to the vulture and the hawk
bound as I am to the rock that suffering has made mine,
I see the trees breathing the black serenity of the dead
and then the smiles, so static, of the statues[…]”
Displaying 1 - 9 of 9 reviews









