Jump to ratings and reviews
Rate this book

«ΠΟΘΕΝ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ;»

Rate this book
Πότε ξεκινά ο ελληνικός πολιτισμός; Πώς μπορούμε να ορίσουμε μεθοδολογικά την αφετηρία του και να την εντοπίσουμε στον χρόνο; Σε ποιους χρόνους και σε ποιες διαδικασίες μπορεί να αναχθεί η προέλευση του ελληνισμού των ιστορικών χρόνων; Το κυριότερο: πού μπορούμε να βρούμε, ως μέσοι Έλληνες αναγνώστες, υπεύθυνες απαντήσεις σε ερωτήματα τόσο σημαντικά και ευαίσθητα, μακριά από επικίνδυνες υπεραπλουστεύσεις και ακραίες ιδεοληψίες, από μυθομανείς «ερευνητές» χονδροειδούς ερασιτεχνισμού ή ενίοτε και αμφίβολης ψυχοπνευματικής ισορροπίας;

Το βιβλίο αποτελεί ένα επιστημονικό όσο και συγγραφικό εγχείρημα. Λειτουργεί καταρχάς ως ένα συστηματικό και προσιτό εγχειρίδιο της μακροχρόνιας, διεθνούς επιστημονικής διερεύνησης των απαρχών του ελληνικού πολιτισμού. Στο πλαίσιο αυτό επικαιροποιεί δραστικά τις γνώσεις του ευρύτερου ενδιαφερόμενου κοινού στην Ελλάδα με δεδομένη την αληθινή κοσμογονία που τα τελευταία 25 περίπου χρόνια έχει συντελεστεί σε διεθνές επίπεδο τόσο στην μελέτη της προέλευσης των γλωσσών όσο και στην σχέση μεταξύ της αρχαιολογίας, της γλωσσολογίας, αλλά και άλλων εμπλεκομένων επιστημών. Οι πολλές και διαφορετικές θεωρίες που έχουν διατυπωθεί στην διεθνή επιστημονική κοινότητα περί της «ελεύσεως των Ελλήνων» ταξινομούνται κατά χρονικά παράθυρα, παρουσιάζονται αναλυτικά και σχολιάζονται κατά τον πλέον διεξοδικό, αλλά και εύληπτο τρόπο. Μέσα από ένα βασικό φροντιστήριο της προϊστορίας του Αιγαίου, αλλά και ενός ευρύτερου γεωγραφικού χώρου γίνεται κατανοητή η σύνθετη ιστορία της έρευνας του προβλήματος, καθώς και το υπόβαθρο των νέων, ανατρεπτικών πορισμάτων, στα οποία αυτή καταλήγει.

Στις σελίδες του βιβλίου ο ομηρικός Οδυσσέας, η «Κάθοδος» των Δωριέων, οι μυστηριώδεις Πελασγοί, οι γραμμικές γραφές και τα πολυάριθμα μνημεία της προϊστορίας του Αιγαίου είναι μερικά μόνον από τα κομμάτια ενός μεγάλου και πολύπλοκου παζλ, το οποίο αποκαλύπτεται σιγά σιγά δίνοντας νέες, υπεύθυνες και αναπάντεχες απαντήσεις σε μια σειρά από σύνθετες, αλλά και συναρπαστικές ερωτήσεις. Απομένει να καταδειχθεί κατά πόσον μια διαφαινόμενη, ριζική μεταβολή της αντίληψης για το παρελθόν μπορεί να οδηγήσει και στην αλλαγή διαφόρων εδραιωμένων κατευθύνσεων που αφορούν το παρόν και το μέλλον όχι μόνον της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης.

646 pages, Paperback

First published January 1, 2012

1 person is currently reading
18 people want to read

About the author

Ratings & Reviews

What do you think?
Rate this book

Friends & Following

Create a free account to discover what your friends think of this book!

Community Reviews

5 stars
7 (58%)
4 stars
4 (33%)
3 stars
1 (8%)
2 stars
0 (0%)
1 star
0 (0%)
Displaying 1 - 4 of 4 reviews
Read
June 11, 2022
Το βιβλίο, ο συγγραφέας, η υποδοχή ..

Το ερώτημα Πόθεν και πότε οι Έλληνες δηλαδή "από πού και πότε αυτοί έφθασαν στην χερσόνησο της νοτιοανατολικής Ευρώπης που αποκαλούμε σήμερα μητροπολιτική Ελλάδα"[1] αποτελεί το θέμα που επιχειρεί να πραγματευτεί και απαντήσει ο Θεόδωρος Γιαννόπουλος στο εδώ σχολιαζόμενο βιβλίο του. Έχοντας ολοκληρώσει τι βασικές σπουδές στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών ο συγγραφέας συνέχισε στο Πανεπιστήμιο Χαιδελβέργης όπου εκπόνησε διδακτορική διατριβή σχετική με την τελευταία χρονικώς ομάδα αριστοκρατών της Μυκηναϊκής εποχής, αυτήν της Αχαῒας.[2] Ο συγγραφέας έχει συμμετάσχει σε ανασκαφές υπό τους Maran, Ντούμα κ.ά. ενώ έχει δραστηριότητα επίσης ως μεταφραστής στις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης κ.α. Το βιβλίο φανερώνει την επιμέλεια, σοβαρότητα, ευρυμάθεια και σχολαστικότητα του συγγραφέα, γεγονός αναμενόμενο δεδομένου ότι αυτός εδέχθη την επίδραση και του εκ των κορυφαίων πανεπιστημίου Χαιδελβέργης καθώς και των καταξιωμένων καθηγητών Maran[3] και Χανιώτη[4]. Επίσης άξια αναφοράς είναι και η γλωσσική αρτιότητα του έργου, πλήν ελαχίστων ατελειών - αβλεψιών,[5] καθώς και η πληθώρα των παρατιθέμενων πληροφοριών, που - όμως - κάποιες φορές μοιάζει να συσκοτίζει την εκάστοτε προβαλλόμενη κεντρική ιδέα και την εστίαση κάθε εδαφίου. Ήδη ο συγγραφέας έχει ενταχθεί στο διδακτικό προσωπικό του κρατικού Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου, όπου - μεταξύ των άλλων - διευθύνει τμήμα το οποίο μελετά τις "Ελληνο-Τουρκικές διαφορές"![6]

Το θέμα του βιβλίου έχει από μακρού απασχολήσει την επιστημονική κοινότητα, ίσως όσο δεν έχει γίνει γιά κανέναν άλλο λαό (!), τα δε συμπεράσματα φαίνεται διαχρονικά να σύρονται, με κάποια δυσκολία είναι η αλήθεια, πρός όλο και πιό πρώιμες χρονολογήσεις .. Πράγματι η χρονολογία της 'αφίξεως των Ελλήνων' αρχικώς προσδιορίζετο αρχικώς περί το 1100 π.Χ., κατά την λεγομένη 'κάθοδο' των Δωριέων, όμως μετά την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β΄' αυτή η χρονολογία μετατοπίστηκε στις αρχές της Μυκηναϊκής περιόδου, περί το 1650 π.Χ. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η τότε λήξασα Μεσο-ελλαδική περίοδος ακολουθηθείσα από την Ύστερο-ελλαδική δεν θεωρείται ότι συνοδευόταν από χαρακτηριστικά πολιτιστικής διακοπής .. Από τον Coleman το 2000 αυτή η χρονολόγηση της εισόδου των Ελληνοφώνων στον Αιγαιακό χώρο μετατέθηκε περαιτέρω πρός τα οπίσω, ήτοι στα τέλη της τετάρτης χιλιετίας π.Χ. με το θέμα να ευρίσκεται μέχρι σήμερα υπό διερεύνηση και να συνοδεύεται από πολλές ανατροπές! [7]

Το βιβλίο προβλήθηκε ιδιαίτερα με σειρά ανακοινώσεων, άρθρων και συνεντεύξεων στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, ενώ η τηλεοπτική προβολή από την κρατική τηλεόραση και όχι μόνον, υπήρξε έντονη. Σημαντικές προσωπικότητες δραστηριοποιήθηκαν για την δημοσιοποίηση και προβολή του βιβλίου και των απόψεών του, σε ιδιωτικούς αλλά και δημόσιους χώρους (Μουσεία), μεταξύ αυτών δε ο γνωστός αρχαιολόγος Ντούμας και ο ακαδημαϊκός διεθνούς εμβέλειας Χανιώτης, γνωστοί άλλωστε του συγγραφέα, από τον επιστημονικό χώρο. Μάλιστα το έργο είχε την τιμή να περιληφθεί στα εκδιδόμενα από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σε σειρά ευθύνης του Χανιώτη, παλαιού ακαδημαϊκού διδασκάλου του συγγραφέα στην Γερμανία. Το βιβλίο βραβεύθηκε εν συνεχεία από την Ακαδημία Αθηνών και μάλιστα εντός μηνών από την κυκλοφορία του, αποδεικνύοντας έτσι την ταχύτητα με την οποίαν φαίνεται κάποτε να αντιδρά το ανώτατο πνευματικό ίδρυμα της χώρας .. Άν δεν φοβούμην μην περιληφθώ στους θιασώτες αντιλήψεων συνωμοσιολόγων - που τόσον έντονα καταδικάζονται στον πρόλογο[8] - θα τολμούσα να διατυπώσω την υπόθεση για την ύπαρξη πίσω από αυτήν την εκπλήσσουσα προβολή κάποιας Αόρατης Χειρός - ενορχηστρωτού ή απλώς κοινωνικών διασυνδέσεων!

Σύμφωνα, πράγματι, με το οπισθόφυλλό του βιβλίου το έργο διαθέτει γενικότερη, πολιτική στόχευση, αφού επιχειρεί να επηρεάσει - διαμορφώσει τις απόψεις μας για το παρελθόν μας ως έθνους, απειλώντας και αναθεωρώντας στοιχεία της κοινοτικής (εθνικής) μνήμης και ταυτότητος .. Το έργο δηλώνει ότι επιχειρεί απαντήσεις "μακριά από επικίνδυνες υπεραπλουστεύσεις και ακραίες ιδεοληψίες, από μυθομανείς 'ερευνητές' χονδροειδούς ερασιτεχνισμού ή ενίοτε και αμφίβολης ψυχοπνευματικής ισορροπίας"[9] ενώ στον πρόλογο του επιμελητή της σειράς διακηρύσσεται η εναντίωση και καταδίκη "της ζεύξης της ιστορίας στο άρμα της πατριδοκαπηλίας" γίνεται δε και μνεία σχετικά με "Τα αναρίθμητα παραεπιστημονικά περιοδικά και οι φωνακλάδες τηλεπαπαρολόγοι με τις ειδικές και μοναδικές προσφορές των αποκαλυπτικών βιβλίων τους φροντίζουν για τη διάδοση αυτής της παραεπιστήμης..."[10] Η επιθετική φρασεολογία που συμπληρώνεται και με στοιχεία γκουλάγκ, θα μπορούσε ίσως να φοβίσει τους τυχόν αντιδρώντες προς τα συμπεράσματα της νέας επιστήμης, τοποθετώντας τους στην αλλόκοτη πλευρά προς αποφυγήν, άν όχι και στην χορεία των πνευματικώς νοσούντων και ανισορρόπων![11] Είναι χαρακτηριστική η διάθεση του βιβλίου και των παραγόντων εκδόσεώς του να στραφούν εναντίον στοιχείων της κοινοτικής (εθνικής) μνήμης των Ελλήνων, όταν σε διεθνή κλίμακα οι κλασικές σπουδές δέχονται ευρεία και άμεση επίθεση, με το πρόσχημα του αντι-αποικισμού ή, πρόσφατα, του κινήματος η 'ζωή των μαύρων μετρά' και του 'ακυρωτικού / αναθεωρητικού πολιτισμού' (cancel culture).[12]

Χαρακτηριστικό του κλίματος υποδοχής του βιβλίου, που έτσι ενισχύει τις ανησυχίες μας για την ύπαρξη πολιτικής στοχεύσεώς του, είναι άρθρο των Νέων της 18.11.2013,[13] σχετικό με την παρουσίαση του έργου όπου μεταξύ κορώνων κατά ακροδεξιάς[14] κλπ. αναφέρονται τα εξής:
Όμως για τον συγγραφέα Θεόδωρο Γιαννόπουλο, ο πολυχρησιμοποιημένος όρος 'ινδοευρωπαϊκός' είναι απλώς δηλωτικός μιας ομάδας με κοινά γλωσσικά χαρακτηριστικά.
«Μήπως μπορείτε να μας πείτε γιατί σε αυτήν την περιοχή αναπτύχθηκαν αυτός ο εκλεκτός πολιτισμός και η Δημοκρατία;», η ερώτηση του θεατή, συμπύκνωνε, μια θέση που συχνά ακούμε τελευταίως.
Ο κ. Ντούμας δεν άφησε περιθώρια:
"Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως σε κάθε κοινωνία υπάρχουν κύκλοι ακμής και παρακμής. Να πω εδώ ότι η Δημοκρατία γεννήθηκε από τις συνθήκες που λειτούργησαν στον νησιωτικό κόσμο, στον οικισμό της Πολιόχνης στη Λήμνο ας πούμε έχουμε αίθουσα συναθροίσεων για θρησκευτικούς ή πολιτικούς λόγους. Η Δημοκρατία (ως εξέλιξη) είχε σπέρματα στα νησιά όπου δεν είχαμε αγροτικά πλεονάσματα, και άρα έχουμε συγκέντρωση εξουσίας, αλλά ναυτιλία και εμπόριο".
Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί εδώ η διάθεση του Ντούμα να αποσυσχετίσει, άν και υπόρρητα και με περίσσειαν αιδώ, τον Ελληνικό παράγοντα από την Δημοκρατία, θεωρώντας την ως αυτόματη αντανάκλαση των υλικών συνθηκών, και συσχετίζοντάς την με την ίσως μη Ελλαδική (;) Λήμνο.

Χεττιτική, Ελληνική, Κινεζική γλώσσα ...
Εσφαλμένη φαίνεται η άποψη του Θ. Γιαννόπουλου ο οποίος στο βιβλίο του 'Πόθεν και πότε οι Έλληνες;' του 2012 υποστηρίζει (στην σελ. 99):
"τα πιο πρώιμα χεττιτικά κείμενα, χρονολογούμενα στις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ., αντιπροσώπευαν (και ακόμη αντιπροσωπεύουν) τα αρχαιότερα γραπτά ίχνη της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας", συμπληρώνοντας (στην σελ. 358):
“Σε αυτή την πόλη [Kültepe] .. έχουν βρεθεί τα πρωιμότερα ίχνη της χεττιτικής γλώσσας..”
Η αναφορά βασίζεται στην παρατήρηση του Watkins[15] ότι σε Ασσυριακό κείμενο του Kültepe, χρονολογούμενο στον 19/18 αι. π.Χ., περιέχεται τουλάχιστον μία Χεττιτική λέξη (išḫiul ήτοι συμβόλαιο)! Το εξαιρετικά τραβηγμένο αυτό συμπέρασμα ‘βασίζεται’ λοιπόν στην ανεύρεση μίας Χεττιτικής λέξεως (;) σε Ασσυριακό κείμενο για να καταλήξει στην πρόταξη της Χεττιτικής ως της πρώτης μαρτυρούμενης Ινδο-ευρωπαϊκής γλώσσας, όταν οι Χετταίοι κάνουν την εμφάνισή τους στο ιστορικό προσκήνιο μόλις το 1650 π.Χ. περίπου, σύγχρονοι με τους Μυκηναίους! Εκπλήσσουσα εμφανίζεται, άλλωστε, η άνευ αποτελέσματος προσπάθεια - διάθεση του συγγραφέα να αναζητήσει ίχνη της Χεττιτικής ακόμη και την τρίτη χιλιετία, χωρίς όμως το μάταιον του εγχειρήματος να αποθαρρύνει τον ερευνητή μας.
Σχετικώς σημειώνουμε την ύπαρξη της σφραγίδας του Beycesultan στην Λουβιανή από τις αρχές της δευτέρας χιλιετίας π.Χ., αλλά και των Κρητικών ιερογλυφικών επιγραφών, οι οποίες από τον Woudhuizen θεωρήθηκαν επίσης ως Ινδο-ευρωπαϊκές και οι οποίες είναι ακόμη παλαιότερες![16] Αξιοσημείωτο είναι, τέλος, να αναφέρουμε ότι η Μυκηναϊκή Γραμμική Β' μαρτυρείται από τον 17/15 αι. π.Χ.,[17] με συνεχή και ευρεία παρουσία, χωρίς όμως η ύπαρξή της να αξιολογείται σχετικώς!! .. Επίσης δεν γίνεται αναφορά στην πιθανολογούμενη χρήση μέσων γραφής από τους Μυκηναίους, τα οποία λόγω της φύσεώς τους δεν κατέστη δυνατόν να διατηρηθούν, αφήνοντας όμως σημαντικά ίχνη![18]


Δίπτυχο από το ναυάγιο της Αντιφέλλου: το 'πρώτο' βιβλίο του κόσμου

Υπογραμμίζεται σχετικώς η διαφαινόμενη διάθεση του συγγραφέα να επιμηκύνει προς το παλαιότερον την ιστορία της Χεττιτικής γλώσσας,[19] στηριζόμενος προς τούτο σε ανεπαρκή και σποραδικά στοιχεία. Σημειώνεται εδώ παρεπιμπτόντως ότι ο Κεμάλ Ατατούρκ είχε την επιθυμία να συνδέσει τεχνητά τους Τούρκου�� με το Χεττιτικό παρελθόν και να εφοδιάσει το νέο έθνος με μιάν ιστορία που θα τους έδινε περηφάνια δείχνοντας ότι αποτελούσαν ένα αρχαίο και πολιτισμένο έθνος.[20] Ενώ λοιπόν το εδώ σχολιαζόμενο βιβλίο εμφανίζεται να συνοδοιπορεί με τις παραπάνω Κεμαλικές θέσεις,[21] χωρίς την απαραίτητη αρχαιολογική θεμελίωση, στα αφορώντα στην Ελληνική γλώσσα εμφανίζεται με διάθεση περιορισμού του χρονικού εύρους της, ενώ δεν διστάζει, υπόρρητα, να θέσει υπό αμφισβήτηση την Ελληνικότητα της Μακεδονικής διαλέκτου,[22] αντίθετα προς τα υπάρχοντα στοιχεία.
Όμως η προδιάθεση του συγγραφέως να μειώσει χρονικά και να υποβαθμίσει εν γένει τον πολιτισμό του Αιγαίου εμφανίζεται και αλλού. Υπακούων προφανώς στο "σύμπλεγμα του 3000 π.Χ." και την "φοβία της Ανατολής"[23] φθάνει να δηλώσει:[24]
Περί το 3000 π.Χ, ενόσω στην Αίγυπτο λάμβανε χώρα η μετάβαση από την Προδυναστική φάση στην πρώιμη φαραωνική περίοδο και στην Μεσοποταμία η αντίστοιχη από την ύστερη φάση του πολιτισμού Ουρούκ στην εκεί Πρώιμη Δυναστική, στο Αιγαίο η Εποχή του Λίθου έδινε την θέση της σε αυτήν του Χαλκού.
Τα υποστηριζόμενα στο ανωτέρω απόσπασμα αναφορικά με τον Αιγυπτιακό και τον Αιγαιακό πολιτισμό θεωρούμε ότι απηχούν σαφή προκατάληψη η οποία στηρίζεται σε παραμορφωμένη εικόνα της πραγματικότητας.Οι νεολιθικοί οικισμοί στην Αίγυπτο εμφανίζονται στο (προ-) ιστορικό προσκήνιο περίπου δύο χιλιετίες αργότερα από τους αντιστοίχους του Αιγαίου - της Κρήτης συμπεριλαμβανομένης - όπως άλλωστε έχει τονίσει ο Θεοχάρης, δηλώνοντας επί λέξει:[25]
"…η Νεολιθική στην Ελλάδα άρχισε δύο χιλιάδες χρόνια περίπου νωρίτερα από ό,τι στην Αίγυπτο!"
Είναι αξιοσημείωτο, άλλωστε, ότι η αστικοποίηση έλαβε χώραν στο Αιγαίο παλαιότερα αλλά και σε πιό έντονο βαθμό από ό,τι στην Αίγυπτο,[26] ενώ η Εποχή του Χαλκού στο αρχιπέλαγος χρονολογείται πλέον από το 3500 π.Χ., [27]. Πράγματι τα παλαιότερα χάλκινα αντικείμενα (πελέκεις) στον Ελλαδικό χώρο χρονολογούνται πρίν το τέλος της Νεολιθικής,[28] ενώ η εκμετάλλευση των ορυχείων Θορικού εκτιμάται ότι είχε ήδη αρχίσει περί το 3000 π.Χ.[29]
Άξια αναφοράς εδώ είναι και η παρατήρηση του Γιαννόπουλου στο ίδιο βιβλίο του σύμφωνα με την οποία (σελ. 124-125):
"Με αυτόν τον τρόπο, η ελληνική γλώσσα γινόταν η δεύτερη αρχαιότερη καταγεγραμμένη γλώσσα της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας (μετά την χεττιτική) και, μαζί με την κινεζική, η παλαιότερη καταγεγραμμένη γλώσσα στον κόσμο που ομιλείται συνεχώς μέχρι σήμερα."[30] Όμως και επ' αυτού υπάρχουν ενστάσεις. Πράγματι οι μαντικές επιγραφές επί οστών ή οστράκου (καυκάλου) χελώνας περιελάμβαναν σύντομα μαντικά κείμενα, χρονολογούντο δε από το 1300/1200 π.Χ. περίπου.[31] Πέραν του ότι χρονικώς φαίνεται να ακολουθούν τα σωζόμενα κείμενα Γραμμικής Β', δεν αποτελούν γραπτή έκφραση της ΄κινεζικής' γλώσσας, μιάς και τέτοια (΄κινεζική' γλώσσα) δεν υπάρχει ούτε στην σύγχρονη εποχή, ούτε - πολύ περισσότερο - κατά την περίοδο της δυναστείας Shang βασιλεύουσας άλλωστε σε μικρό τμήμα της σύγχρονης Κίνας.[32] Μάλιστα η Κινεζική δεν συνιστά γλώσσα αλλά οικογένεια γλωσσών (Σινοθιβετιανή), της οποίας οι κλάδοι είναι μη κατανοήσιμοι μεταξύ των ομιλητών τους ... Επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι οι προαναφερθείσες σύντομες μαντικές επιγραφές περιλαμβάνουν ιδεογράμματα συσχετιζόμενα μεν με τα σύγχρονα, αλλά ελάχιστες πληροφορίες δίδοντα για την γλώσσα καθ' εαυτήν όντας κυρίως σύμβολα γραφής και όχι μέσα ηχητικής απεικονίσεως γλώσσας. Η φωνητική αναπαραγωγή της 'παλαιάς κινεζικής' παραμένει σήμερα προβληματική, η δε γλώσσα υπέστη από τότε σημαντικές τροποποιήσεις, ώστε η αντιμετώπισή της ως της αυτής γλώσσας διαχρονικά να καθίσταται το ολιγότερον προβληματική![33] Σημειώνεται, τέλος, ότι η Κίνα ως πολιτιστική και πολιτική κοινότητα ή συλλογικότητα εμφανίζεται μετά την εγκατάσταση της δυναστείας των Qin και την έναρξη και ωρίμανση της διαδικασίας ομογενοποιήσεως διακριτών πληθυσμών. Έτσι όταν χρησιμοποιείται ο όρος ‘εθνικότητα’ ή ακόμη και ο όρος ΄Κίνα’ πρίν από αυτήν την περίοδο θα πρέπει να γίνεται αντιληπτός διασταλτικά ως αντιστοιχών σε μια πραγματικότητα που διαμορφώθηκε αργότερα, ή ως απλά γεωγραφικός / περιγραφικός.


Η διαμόρφωση του Ελληνικού έθνους ...

Ο συγγραφέας διακηρύσσει την απομέρους του αποδοχή της θέσεως ότι Οι συνθήκες που οδήγησαν στην δημιουργία των Ελλήνων ως ομάδας ανθρώπων με σαφή αντίληψη κοινής ταυτότητας μπορούν να εντοπισθούν για πρώτη φορά επιστημονικά μόλις την 1η χιλιετία π.Χ.,[34] εντασσόμενος έτσι στην χορεία των αμφισβητούντων την ύπαρξή του παλαιότερα[35] .. Αξιοσημείωτο είναι εδώ ότι ο Γιαννόπουλος αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να αποκαλυφθούν στο μέλλον τεκμήρια πιστοποιούντα την παλαιότητα που αμφισβητεί, όμως κατά την άποψή μας πρόκειται για ελιγμό αθωώσεώς του .. Πρός υποστήριξη της σχετικής απόψεώς του ο συγγραφέας παραπέμπει κατά βάσιν στον Lund. Ο τελευταίος υπήρξε Δανός κλασικός φιλόλογος, Λατινικής και Νέας Ελληνικής, με σπουδές στο Lund, το ΑΠΘ και το Ρωσσικό Καλίνινγραντ, διετέλεσε δε επισκέπτης λέκτορας σε ερευνητικά ιδρύματα και πανεπιστήμια όπως η Ακαδημία Επιστημών της ΛΔΓ στο Βερολίνο.[36] Έχει την σημασία του να σημειώσουμε ότι ο ίδιος Lund, αρνούμενος στους Έλληνες την συνείδηση εθνικής ταυτότητος πρίν την πρώτη χιλιετία π.Χ.,[37] σε άλλο έργο του ερευνά,[38] χωρίς δεύτερη σκέψη, άν "Υπάρχουν ενδείξεις λατρευτικών ανδρικών ενώσεων των πρώτων γερμανικών λαών στην 'γερμανία' του Τάκιτου;", ήτοι την περίοδο 56-120 μΧ., άν και Γερμανική γλώσσα μαρτυρείται γραπτώς μόλις από τον τέταρτο αι.! Ο ίδιος λοιπόν που διερευνά στοιχεία Γερμανικής ταυτότητος στην αυγή της μεταχριστιανικής εποχής, υιοθετεί επίσης χωρίς να ενοχλείται τον όρο 'Ινδο-Γερμανικός' αντί του φυλετικώς ουδέτερου 'Ινδο-ευρωπαϊκός' χωρίς αυτό να φαίνεται να ενοχλεί τον συγγραφέα μας ...

Πρίν κλείσουμε την παρούσα συνοπτική αναφορά σε ένα μεγάλο θέμα σημειώνουμε επιπρόσθετα:
(α) Οι Έλληνες, ή έστω σημαντική πληθυσμιακή συνιστώσα τους, αποκαλούνται κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (ΥΕΧ) από τους Χετταίους με το συλλογικό όνομα Αχιγιάβα - Αχαιοί,[38a] όρος ο οποίος ενδέχεται να περιελάμβανε και την Κρήτη, δεδομένης της εκεί επικρατήσεως των Μυκηναίων, η δε εδαφική επικράτειά τους τότε εμφανίζεται συγκρίσιμη με αυτήν του πυρήνα της Χεττιτικής αυτοκρατορίας,


Προσεγγιστική απεικόνιση Μυκηναϊκής επικράτειας (όπως αυτή εγίνετο αντιληπτή από τους Χετταίους) και πυρήνας Χεττικού κράτους[39]

Κρατίδια της Δυτικής Μικράς Ασίας[40]

(β) Σε πληθώρα πινακίδων της ΥΕΧ και της Εποχής του Σιδήρου (ΕΣ) υπάρχουν επίσης ονοματικές αναφορές με βάση την ρίζα 'Αχαιός' (Que, Hiyava, Kawa, Qawe, Quwe, Que, Hiyawa ή Hume)[41] ή 'Δαναός' (Dnnym),[42] σε κάποιες δε περιπτώσεις η χρήση φαίνεται να υπονοεί ισοδυναμία των όρων Δαναοί - Αχαιοί. Οι αναφορές απαντώνται στην Φοινικική, Λουβιανή αλλά και την ιερογλυφική Αιγυπτιακή,
(γ) βεβαίως και η συλλογική ονομασία των Μινωιτών Κρητών[43] - Κεφτιού είναι επιβεβαιωμένη από πολλές πλευρές, ενώ σχετικές αναφορές υπάρχουν για τους εκ Κρήτης Παλαισάτι (Walastin, Palastin) ..
(δ) Οι Ίωνες αναφέρονται ήδη στα Ομηρικά έπη ως Ἰάονες ἑλκεχίτωνες, Il.13.685 κ.ε., υπάρχουν δε και σχετικές αναφορές σε τουλάχιστον δύο θρυμματισμένες πινακίδες από την Κνωσσό (KN B 164, Xd 146.4), χρονολογούμενες περί το 1400 π.Χ. Μάλιστα πιθανόν αρχαιότερη είναι και αναφορά στην Yman (‘Iωνία’;) σε θρησκευτικά κείμενα της Ευαγορίτιδος. Άλλωστε, σε ύστερη περίοδο ήτοι κατά τον έννατο αι. π.Χ., αναφέρεται ότι ο Ασσύριος Shalmaneser III εκτόπισε από την πόλη τους Jm’an (Ίωνες), Khur (Χούριους) και όλους τους ξένους, συμπεριλαμβανομένου του βασιλέα Nikmed, ο οποίος έτσι φαίνεται να ανήκει σε σειρά (δυναστεία) βασιλέων με το ίδιο όνομα.[44]

Το φαινόμενο Cetina και η έλευση των Ελλήνων...

Ο Muhly και άλλοι ερευνητές έχουν υποστηρίξει την άφιξη των Χετταίων στην Ανατολία κατά τα τέλη της τρίτης χιλιετίας π.Χ.,[45] στα πλαίσια του ίδιου μεταναστευτικού κύματος το οποίο οδήγησε τους 'Ελληνοφώνους' στον Ελλαδικό χώρο .. 'άν και επ' αυτού δεν υπάρχουν αποδείξεις' - όπως χαρακτηριστικά αναφέρει - παρά μόνον, ίσως, η διάθεση μερίδας επιστημόνων να δώσουν ιστορικό βάρος στους Χετταίους .. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην σχετική αναφορά του, μη εδραζόμενη σε υλικά τεκμήρια, ο Muhly ομιλεί για Ελληνόφωνους ή, το πολύ, για Πρωτο-Έλληνες, όταν οι μή υπάρξαντες τότε Χετταίοι αποκαλούνται απλώς με το 'εθνικό' όνομά τους .. Στο ίδιο μήκος κλίματος στο εδώ σχολιαζόμενο βιβλίο η Χεττιτική γλώσσα αναζητείται ήδη στην τρίτη χιλιετία, πλήν ματαίως .. Μήπως αυτό προκύπτει από την διακηρυγμένη διάθεση εκπροσώπων του δυτικού - και όχι μόνον - κόσμου να χαϊδέψουν τα αυτιά των Τούρκων που, ως μή ώφειλε, έχουν επιχειρήσει την σύνδεσή τους με τον αρχαίο λαό ..; Δεν είναι άνευ σημασίας, με την ευκαιρία της αναφοράς μας στον Muhly, να σημειώνουμε εδώ ότι ο προβεβλημένος αρχαιολόγος, μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής εκδόσεων του περιοδικού της Βιβλικής Αρχαιολογικής Εταιρείας και πρώην διευθυντής της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα (1997-2002), έχει εκτεθεί με σειρά ανθελληνικών και αντιεπιστημονικών τοποθετήσεών του, οι οποίες αποκαλύπτουν υπερβάλλουσα κακότητα και προκατάληψη ..[46] Η περίπτωσή του όπως και αυτή του Boardman,[47] βαθέως γνώστη της τέχνης των Ελλήνων, αποδεικνύουν ότι ο υπερβολικός όρος 'τηλεπαπαρολόγοι' θα μπορούσε να χαρακτηρίσει όχι μόνον πράγματι υπάρχοντες αμόρφωτους ερασιτέχνες ερευνητές του Ελληνικού τηλεοπτικού τοπίου αλλά και προβεβλημένους επιστήμονες της εποχής μας, ίσως την φορά αυτή άνευ του πρώτου συνθετικού τηλέ!


Αγγείο από το αψιδωτό κτίριο ΙΙ Ολυμπίας (ρυθμού Cetina ή Θερμής Λέσβου ;)[48]

Ο Maran από την πλευρά του το 1998 υποστήριξε την πιθανότητα οι φορείς της (προγονικής έστω μορφής της) Ελληνικής γλώσσας[49] να μετανάστευσαν στο νότιο άκρο της Χερσονήσου του Αίμου κατά την διάρκεια της από αυτόν χαρακτηρισθείσας σκοτεινής τετάρτης π.Χ. χιλιετίας,[50] ενώ πιό πρόσφατα (2012) με βάση την κατά τον ίδιο ύπαρξη αρχαιολογικών μαρτυριών για διείσδυση πληθυσμών από τα δυτικά Βαλκάνια στον νότιο ελλαδικό χώρο κατά την ύστερη τρίτη χιλιετία π.Χ., διατύπωσε το ερώτημα άν αυτές οι πληθυσ
Profile Image for Vasilis Kanatas.
Author 4 books46 followers
April 16, 2015
Το εξαιρετικό Πανεπιστημιακό βιβλίο του Θεόδωρου Γιαννόπουλου 1ον, καταρίπτει τους μύθους της καθόδου των Αχαιών, Δωριαίων. 2ον, ψάχνει στα βάθη της προϊστορίας την καταγωγή των Ελλήνων με αντικειμενικό τρόπο. 3ον, υποδεικνύει τον τρόπο που πρέπει να γίνεται η έρευνα σε αυτόν το ευαίσθητο και ιδεολογικο-πολιτικά φορτισμένο χώρο της Ιστορίας και Προϊστορίας.
Τέλος, ανακεφαλαιώνει την έρευνα των 200 τελευταίων ετών γύρω από το ζήτημα της Ινδοευρωπαϊκής Γλώσσας. Έτσι γινόμαστε γνώστες όλων των παλαιότερων θεωριών και τον τρόπο που αυτές ξεπεράστηκαν.
Η βιβλιογραφία του βιβλίου είναι μνημιώδης! Περίπου 500 βιβλία και εργασίες έρχονται να διαφωτίσουν την έρευνα.
Profile Image for Giorgos Sardelis.
20 reviews
November 13, 2025
Παρότι λάτρης της ιστορίας, απέφευγα πάρα πολλά χρόνια να προμηθευτώ κάποιο εξειδικευμένο βιβλίο σχετικά με τις ρίζες των Ελλήνων, του ελληνικού πολιτισμού και γενικώς να ασχοληθώ σοβαρά με τη προϊστορική περιόδο του Αιγαιακού χώρου. Ο λόγος; Υπάρχουν απίστευτα πολλά «σκύβαλᾰ» εκεί έξω. Ανυπολόγιστες ποσότητες αφέλειας, αμάθειας, ιδεολογικού δηλητηρίου και εμμονών, χυμένες αφειδώς επάνω σε σελίδες, είτε διακριτικά είτε ανερυθρίαστα. Από τη μια, πραγματείες, υποτίθεται, για το φως του ελληνισμού, βγαλμένες από τις πιο σκοτεινές και δύσοσμες γωνιές της ανθρώπινης ιστορίας και ψυχοπαθολογίας και από την άλλη αυτόκλητοι εισαγγελείς και καταγγέλοντες της αίσθησης του λαϊκού (εθνικού) συνανήκειν, κατα τ’ άλλα στο όνομα μιας υποτιθέμενης κοινωνικής αλληλεγγύης και ενός κατ’ επίφαση μοντερνισμού με προσεγγίσεις που έχουν μείνει ακόμα στον Γίββωνα και στον Φαλμεράυερ.
Πολύ σωστά, ο Θεόδωρος Γιαννόπουλος σημειώνει ότι την αρχαιοελληνική προϊστορία και αρχαιότητα μονοπώλησε η ακροδεξιά, ενώ η νεότερη ελληνική ιστορία αποτέλεσε πεδίο επιρροής διαφόρων τμημάτων της αριστεράς. Σε κάθε περίπτωση, μέχρι κάποια περίοδο, δύσκολα έμπλεκες με την εγχώρια βιβλιογραφία, ειδικά για ένα τόσο ευαίσθητο θέμα, όπως η καταγωγή των Ελλήνων και ας ήξερες ότι κάπου θα υπάρχουν και σοβαρές επιστημονικές ελληνικές μονογραφίες. Έτσι, τα βιβλία ιστορίας από το εξωτερικό ήταν - τουλάχιστον για εμένα - μονόδρομος, αποφεύγοντας και πάλι όμως το συγκεκριμένο θέμα περί «καταγωγής».

Γενικώς, οι διεθνείς εκδόσεις, πριν το 2000, ήταν ένας ασφαλής δρόμος για ενημερωμένα ή νεοεκδιδόμενα ιστορικά βιβλία, βασισμένα σε πρόσφατες ανακαλύψεις και εργασίες, σε νέες μεθόδους (ειδικά με τη βοήθεια της τεχνολογίας), σε φρέσκιες ματιές και κυρίως απαλλαγμένα από τα εσωτερικά μας πάθη. Ωστόσο από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, ένιωθες ότι το πράγμα, στην Ελλάδα, κόχλαζε και ήταν θέμα χρόνου οι αέρηδες να γυρίσουν και στην εγχώρια βιβλιογραφία. Κατά συνέπεια, τα τελευταία χρόνια, Έλληνες και Ελληνίδες ακαδημαϊκοί ιστορικοί και αρχαιολόγοι γράφουν και δημοσιεύουν για τον μέσο αναγνώστη. Σε αυτούς ανήκει και ο Θεόδωρος Γιαννόπουλος.

Δεν θυμάμαι που και πότε ακριβώς διάβασα για πρώτη φορά για το «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;». Αρχικά το αντιμετώπισα με κάποια δυσπιστία· δυστυχώς μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Το 2019 έτυχε να δω τον καθηγητή Γιαννόπουλο σε κάποια τηλεοπτική εμφάνιση του· ένας άνθρωπος γλυκός, πράος, ανοιχτός, που εξέπεμπε αυτοπεποίθηση. Έψαξα, βρήκα και παρακολούθησα και άλλες εμφανίσεις/διαλέξεις του. Τουλάχιστον, σκέφτηκα, πρόκειται για έναν άνθρωπο που έχει σπουδάσει αυτό που πραγματεύεται· Δρ. Προϊστορικής Αρχαιολογίας. Έμαθα, λοιπόν, ότι το 2013 βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών για το συγκεκριμένο έργο. Ταυτόχρονα οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, τουλάχιστον σε εμένα, προσφέρουν πάντα μια αίσθηση ασφάλειας για το τι εκδίδουν.

Πέρασε κάποιος καιρός. Μόλις είχα τελειώσει το ογκώδες έργο του Μιχάηλ Σακελλαρίου (1912 - 2014) τα «Ελληνικά Έθνη κατά την Εποχή του Χαλκού» (ΠΕΚ, 2018), το οποίο είχα προμηθευτεί μετά από αρκετό δισταγμό. Ωστόσο ήθελα να «ακούσω» και μια πιο μοντέρνα (και ενδεχομένως διαφορετική) φωνή από αυτή του σεβαστού και αείμνηστου Σακελλαρίου, ο οποίος υπήρξε ο κύριος εκφραστής της ινδοευρωπαϊκής «θεωρίας Κουργκάν» στην Ελλάδα. Η επόμενη επιλογή ήρθε φυσικά. Ήταν το βιβλίο του καθηγητή Γιαννόπουλου. Οι 545 σελίδες καθαρού κειμένου στα ελληνικά (η έκδοση που έχω, περιέχει και μια σύνοψη στα Αγγλικά) είναι καλογραμμένες, με σεβασμό και ενδιαφέρον για τον αναγνώστη. Ένα ακαδημαικό σύγγραμμα, που απευθύνεται στον μέσο άνθρωπο. Και κυρίως, από τις πρώτες του σελίδες, ο καθηγητής με καθησύχασε σχετικά με το τι δεν θα διάβαζα. Δεν θα διάβαζα ότι οι Αΐνού της Ιαπωνίας είναι αρχαίοι Καρδιτσιώτες ή ότι πέθανα σαν Έλληνας από προ-σλαβική λόγχη μπροστά στα τείχη της Τύρινθας.

Στο προκείμενο, λοιπόν. Τι είναι η ινδοευρωπαϊκή θεωρεία; Υπάρχουν εναλλακτικές αυτής; Τι ονομάζουμε ελληνικό πολιτισμό; Και πως ορίζουμε τον Έλληνα; Πότε και από πού ήρθαν οι Έλληνες στην Ελλάδα; Ήρθαν ή ήταν πάντα εδώ; Πριν όμως, θα πρέπει να ορίσουμε το τι είναι ανθρώπινος πολιτισμός και άνθρωπος. Ποιες οι συνέχειες και οι ασυνέχειες στην ιστορία αυτού του τόπου και των ανθρώπων που τον κατοικούν; Με ποιες συμβάσεις τραβάμε γραμμές στην ιστορία και πως ορίζουμε κάποιο σημείο ως «μηδέν»; Και αν χρειαστεί, πως τις μετακινούμε αυτές τις γραμμές στον χρόνο και τον χάρτη; Μήπως είναι καιρός να πάψουμε να βλέπουμε την ιστορία μας με τα γυαλιά του δυτικο-ευρωπαϊκοκεντρισμού του 18ου και 19ου αιώνα; Και τελικά είναι όλες οι παρά πάνω οι σωστές ερωτήσεις για το θέμα μας;

Προτείνω, λοιπόν, σε όσους και όσες μας αρέσει η ιστορία - και ειδικά αυτή η περίοδος, να κάτσουμε αναπαυτικά σε καρέκλες, καναπέδες, ντιβάνια και να αφήσουμε τον Θεόδωρο Γιαννόπουλο να μας οδηγήσει σε ένα συναρπαστικό ταξίδι, πίσω στο χρόνο και μπροστά στο φως, διεκδικώντας τους εαυτούς μας πίσω, χωρίς φόβο και πάθος.
Profile Image for Babis Papadimitriou.
71 reviews6 followers
January 1, 2019
Αν και ογκώδες και ενίοτε δυσνόητο (για τον μέσο αναγνώστη) σε κάποια σημεία του, το συγκεκριμένο πόνημα είναι απαραίτητο για όποιον θέλει να έχει μια ευρεία εικόνα για ένα τόσο περίπλοκο θέμα. Στο βιβλίο γίνεται αναλυτική παρουσίαση όλων των επιστημονικών θεωριών περι της καταγωγής των Ελλήνων, του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος, την διασπορά του homo sapiens και οι εξελικτικές διαδικασίες μια γλώσσας. Επίσης παρέχεται αναλυτική περίληψη του κάθε κεφαλαίου, μεθοδολογία και βιβλιογραφία.
Displaying 1 - 4 of 4 reviews

Can't find what you're looking for?

Get help and learn more about the design.