Die Birnen von Ribbeck ist der Titel einer 1991 erschienenen Erzählung von Friedrich Christian Delius, in der Theodor Fontanes Ballade Herr von Ribbeck auf Ribbeck im Havelland repliziert wird. Sie spielt wenige Monate nach dem Ende des DDR-Systems.
Ausgangspunkt der Handlung ist die Pflanzung eines Birnbaums im Garten des Schlosses, das von 1956 bis 2004 als Altenpflegeheim genutzt wurde, durch eine Gruppe von West-Berlinern, die anlässlich dieses Ereignisses die Bevölkerung bewirtet. Bei diesem Fest trägt ein Einheimischer in einem langen Monolog, einem Bewusstseinsstrom (stream of consciousness) ähnlich, zunehmend alkoholisiert die Ribbecker Geschichte aus seiner Perspektive mit entsprechend interpretierten Balladenzitaten vor.
Friedrich Christian Delius (born 1943) is an acclaimed German writer.
He was born in Rome and grew up in Wehrda and Korbach in the state of Hesse. He studied German literature at the Free University and the Technical University in Berlin. He graduated in 1970 and went to work in publishing. Between 1970 and 1978, he worked at the publishing firms Klaus Wagenbach and Rotbuch.
He has published more than a dozen novels and a number of poetry collections. His work has been translated into seventeen languages. He has won numerous German literary prizes including the Joseph Breitbach Prize, the Georg Büchner Prize, and the Critics Prize. He is a member of the Freien Akademie Hamburg, the Deutsche Akademie für Sprache und Dichtung and the Akademie der Künste Berlin.
Since the late 1970s, he has divided his time between Berlin and Rome.
Es tut mir leid, aber ich konnte diesem Büchlein gar nichts abgewinnen. Anfangs war es ja noch ganz interessant, aber je länger dieser Monolog dauerte, desto deprimierter wurde ich dabei. Vielleicht bin ich ein Banause, aber ich mochte den Stil nicht und auch nicht den Inhalt.
Ich wußte vorher nichts über diese hervorragende Erzählung und bin glücklich, zufällig darauf gestoßen zu sein!
Sie spielt kurz nach dem Mauerfall und erzählt um Fontanes Gedicht herum von Feudalherrschaft, Totalitarismus, Besetzung, Planwirtschaft, Eigentumsverhältnissen, Unfreiheit. In einem Monolog wird aus der Perspektive eines/der einheimischen Bauern die Geschichte des Dorfes erzählt.
"Was früher war, schiebt der Landwind heran, siebt durch die Pappeln und Linden die alten Geschichten."
"Befreit, jetzt, wieder befreit! Prost! Und vereint! Prost! [..] wir alle befreit! Aber nicht von der Arbeit befreit, die weitergeht, die sich nicht ändert für die Knochen der Bauern, zwischen Staub und Schlamm [...]"
Νομίζω πως απο τα καλύτερα συναισθήματα ενός βιβλιόφιλου είναι όταν οι φίλοι του (που τυχαίνει μερικές φορές να δουλεύουν σε βιβλιοπωλείο), του χαρίζουν βιβλία που δεν ήξεραν πως ήθελαν να διαβάσουν. Ευτυχώς για μένα η περίπτωση του Friedrich Christian Delius ήταν μια απο αυτές τις ευτυχείς συγκυρίες.
Τα Αχλάδια του Ρίμπεκ αποτελούν έναν συνεχή, αδιάλειπτο και χειμαρρώδη μονόλογο ενός απρόσωπου εκφωνητή. Είναι άγνωστο αν μιλάει σε φίλους, σε επισκέπτες που ήρθαν να δούν την αχλαδιά του Ρίμπεκ μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, η σε ένα μεγαλύτερο κοινό. Ειναι όμως εξαιρετικά σαφές αυτό που λέει. Ο μονόλογος διατέμνει την νεώτερη γερμανική ιστορία και εκθέτει τόσο τον γερμανικό λαό όσο και τις εκάστοτε μορφές εξουσίας στις οποίες έχει περιέλθει ανά τους αιώνες. Δεν έχει σημασία αν υπάρχει Βασιλιάς, Πρωθυπουργός, Φύρερ, η το Κόμμα, το θύμα πάντα είναι ο φτωχός και κατατρεγμένος αγρότης που προσπαθεί να επιβιώσει, μέσα απο τα καπρίτσια του καθενός. Ο Delius εκθέτει μια αλήθεια που εκφράζει χωρίς αυταπάτες και καθαγιασμούς τις ευθύνες εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων (συχνές αναφορές στους χαφιέδες στην Α. Γερμανία), αλλά παραδέχεται με αυτοπεποίθηση ποιός είναι ο χαμένος σε αυτή τη σχέση.
Το κείμενο εκδόθηκε το 1993, όταν άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα σύννεφα στην γερμανική επανενοποίηση. Σχεδόν προφητικά, ο συγγραφέας θέτει τους προβληματισμούς του για την αποικιακού τύπου αντιμετώπιση της Δ. Γερμανίας απέναντι στην Α. Γερμανία μετά το 1989, που υλοποιήθηκαν με τους χειρότερους όρους στη δεκαετία του 1990 και του 2000. Η κατάσταση στην Α. Γερμανία έχει χειροτερέψει τα τελευταία χρόνια, και διαβάζοντας το έργο του Delius, είδα να αντηχεί ανησυχητικά στο σήμερα.
Φοβερός συγγραφέας, αλλά δυστυχώς δεν έχει άλλα έργα του μεταφρασμένα στα ελληνικά.
[...] Χώρος: Πρώην Ανατολική Γερμανία. Χρόνος: 1990, λίγο μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Το χωριό Ρίμπεκ βρίσκεται πολύ κοντά στο μέχρι πρότινος διχαστικό Τείχος. Χάρη σε μια μπαλάντα του ποιητή Φοντάνε, το χωριό είναι διάσημο για τα αχλάδια του, γι αυτοί οι Δυτικοβερολινέζοι έρχονται στο Ρίμπεκ και φυτεύουν μια αχλαδιά, σύμβολο της ενότητας της νέας Γερμανίας. Οι Ανατολικογερμανοί, ενθουσιασμένοι από την επανένωση, στήνουν γλέντια και τσιμπούσια μαζί με τα αδέρφια τους της άλλης πλευράς και η καρδιά τους γεμίζει ελπίδα: η ζωή τους θα βελτιωθεί, θα βρουν καλύτερες δουλειές, με περισσότερα χρήματα, θα μπουν κι αυτοί στο τρένο της γερμανικής ανάπτυξης και θα αποκτήσουν επιτέλους πρόσβαση σε όλα εκείνα τα λεγόμενα «δυτικά αγαθά».
Μέσα σε αυτό το κλίμα της γενικευμένης χαράς όμως, υπάρχει ένας κάτοικος του Ρίμπεκ που δεν συμμερίζεται την λαϊκή αισιοδοξία. Καχύποπτος για τους Δυτικοβερολινέζους που έρχονται να «επενδύσουν» σε έναν τόπο που δεν γνωρίζουν, μη έχοντας την παραμικρή ιδέα για τους κατοίκους του και τα προβλήματά τους, και δύσπιστος όσον αφορά το μέλλον της πατρίδας του μετά την επανένωση, ξεκινά την αφήγησή του που διαπερνά τριακόσια χρόνια γερμανικής ιστορίας: από την εποχή της φεουδαρχίας μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το χειμαρρώδες κείμενο είναι ολόκληρο γραμμένο σαν ένας εσωτερικός μονόλογος και δεν υπάρχει τελεία πουθενά παρά μόνο στην τελευταία σελίδα. Σκεπτικός και οξύνους παρατηρητής, ο αφηγητής στηλιτεύει κυρίως τη συμπεριφορά των συμπατριωτών του που «μαθαίνουν να ζητιανεύουν από εκείνους που με μια αρπαχτική ματιά μετατρέπουν όλα όσα βλέπουν γύρω τους σε χρήμα: τις παλιές ντουλάπες, τα τούβλα με τη σφραγίδα Ρίμπεκ, τα σεντούκια, τα σπίτια, και το τοπίο μεταμορφώνεται μεμιάς σ’ ένα απέραντο γήπεδο γκολφ γύρω από το Βερολίνο, πέταμα οι πατάτες, πέταμα η σίκαλη, ολόκληρη η σοδειά στα γουρούνια, σ’ αυτό δε είμαστε μαθημένοι, και τέλος πέταμα και τα γουρούνια». Πόσο οικείο ακούγεται πράγματι αυτό στην Ελλάδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια αναγκάστηκε να υιοθετήσει τις ίδιες εξοντωτικές πολιτικές προκειμένου να ανέβει κι αυτή στο τρένο της ανάπτυξης…
Τα «Αχλάδια του Ρίμπεκ» κυκλοφόρησαν στη Γερμανία το 1991, μόλις δύο χρόνια μετά την ενοποίηση, και βεβαίως ήταν σαν τη μύγα μες το γάλα στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα χαράς και προσμονής που επικρατούσε μεταξύ των Γερμανών. Ο συγγραφέας όμως δεν ωραιοποιεί με κανέναν τρόπο το καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας. Αντιθέτως, περιγράφει την ανακούφιση των ανθρώπων κατά το πέρασμά τους στην ελευθερία: «αχ και να ξέρατε τι γιορτή είναι η σημερινή μετά απ’ τη διατεταγμένη μιζέρια και τις τελευταίες εργοστασιακές γιορτές, […] νομίζω πως ακόμα δεν μπορείς να αντιληφθείς τι πάει να πει για εμάς να καθόμαστε στο ξύλινο αυτό παγκάκι χωρίς πλάτη και να μη χρειάζεται πια να ‘μαστε σφιγμένοι μέσα μας και να προσέχουμε κάθε μας κίνηση και λέξη, τώρα ο καθένας κάνει ό,τι του καπνίσει, […] αυτοί που ακούτε να μιλάνε είναι όλοι τους επιζώντες, απαλλαγμένοι από τη σιωπή»…
Την ίδια στιγμή όμως, ο Ντέλιους όμως δεν διστάζει να καταγγείλει και τον σκοτεινό ρόλο τόσο της Δυτικής Γερμανίας όσο και της επίσημης Εκκλησίας στο καθεστώς: «μην κοιτάς έτσι σα να τους λυπάσαι, στο κάτω-κάτω οι δικοί σας ήταν αυτοί που μας προμήθευσαν με το συρματόπλεγμα, ή μήπως όχι, οπότε μόκο, μια μπίρα ακόμη κι ύστερα θα σας διηγηθώ για τη μυστική υπόγεια δίοδο μεταξύ του ανακτόρου και της εκκλησίας, και για τα πτώματα των εργατών που’ χαν χτίσει αυτή τη δίοδο και κείτονται σε μαύρες σφραγισμένες σαρκοφάγους για να μη μιλήσουν και για να μπορούν οι αφεντάδες να πηγαίνουν αβρόχοις ποσί στο κήρυγμα, στο Πατερημών και στις ευλογίες και να ‘χουν για παν ενδεχόμενο ένα δρόμο διαφυγής, ο οποίος εν τέλει δεν τους χρησίμευσε πουθενά, όταν ήρθαν οι Ρώσοι και όλοι το ‘σκασαν για τη Δύση».
Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και το γκρέμισμα των κομμουνιστικών καθεστώτων, σε μία εποχή που τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη σπεύδουν να αγκιστρωθούν στο γερμανικό τρένο χωρίς μια καθαρή εικόνα για το τι ακριβώς σημαίνει και τι προϋποθέτει και κουβαλά η περίφημη «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση», το πυκνό αυτό βιβλίο αξίζει μια δεύτερη και τρίτη και τέταρτη ανάγνωση και προβληματισμό. Είναι το μοναδικό έργο του πανεπιστημιακού και πολυβραβευμένου συγγραφέα Φρίντριχ Ντέλιους που κυκλοφορεί στα ελληνικά.
Ein inhaltlich wie poetisch herausfordernder Monolog, aus dem sich die Situation den Sprechenden zurückverfolgen, ableiten lässt, denn es sind Menschen gekommen aus dem Westen, aus Westberlin, sollte ich sagen, die 1989 einfallen wie die Fliegen im Dorfe Ribbeck, mit Bierbänken und Birnenschnaps und einen neuen Birnbaum mitgebracht haben, den sie auch gleich einpflanzen neben das Schloss der Herren von Ribbeck, das jetzt en Altenheim ist, und ihre Ideologie und die Marktwirtschaft haben sie auch gleich noch mitgebracht, und feiern wollen sie wie irre, und was soll man sagen, wenn man als Bauer in Ribbeck lebt seit über 50 Jahren und die ganzen historischen Entwicklungen mitgemacht, also ihnen ausgesetzt war, außer, zu reden und zu versuchen, sich Gehör zu verschaffen, denn so funktioniert dieses Buch, ja, ohne Punkte, nur Kommata und am Ende denkt man, mann, so wird das damals wirklich gewesen sein, so schreibt man wohl ein Buch, das sowohl politisch wie auch schriftstellerisch raffiniert ist, aber ein paar Punkte mehr hätte nicht geschadet, denn es gibt nur einen einzigen und der ist auf der letzten Seite.
Das Gedicht über Herrn von Ribbeck auf Ribbeck im Havelland begleitet mich schon seit der Grundschule. Mir war bisher nicht klar, dass es den Ort Ribbeck wirklich gibt. In der Erzählung von F. C. Delius erzählt ein Bauer aus Ribbeck auf einem Fest in einem einzigen langen Satz (stream of consciousness) davon was das Dorf und seine Bewohner über die Jahrhunderte erlebt haben. Und zeigt damit sehr eindrücklich wie bewegt Geschichte ist und was Orte und Menschen überdauern. Für mich gibt es auch einen sehr guten Einblick in die Situation direkt nach dem Fall der Mauer. Sehr lesenswert, auch wenn der Schreibstil am Anfang etwas gewöhnungsbedürftig ist.
This was a really interesting book. It’s set in eastern Germany and mirrors the structure of Theodor Fontane’s poem *Herr von Ribbeck*, telling the story of the people there through a kind of stream-of-consciousness narrative. A peasant recounts his life to someone, reflecting on how drastically the times and regimes have changed, moving from one form of oppression to the next: from the emperor to the Weimar Republic, to the Third Reich, the GDR, and finally the fall of the Berlin Wall and the opening to the West.
Each era brings its own challenges and oppressors. It really made me reflect on how fragile political systems can be and how oppression never truly disappears. Even today, in our so-called Western democracies, capitalism continues to ruin countless lives.
Nicht nur die Aufteilung in Dichtung und Wahrheit (Gedicht und Bericht), macht dieses Büchlein bemerkenswert. Vielmehr ist es 30 Jahre nach dem Mauerfall so relevant wie eh und je. Die Idee, das Dorfgeschehen der vergangenen 300+ Jahre in einem immer mehr betrunkenen Redeschwall eines alteingessessenen Dorfbewohners Revue passieren zu lassen, ist einleuchtend und begeisternd. Vorallem, wenn man andere Versuche ähnliches zu tun, vergleicht. Natürlich kann man das anders machen, aber dieses ist hervorragend gelungen, weil es wie in einem großen Kino alles miteinlaufen läßt, was dieses kl. Dorf so an beeindruckendem erlebt hat - an Herrschaft, Kolonisation, Machtmissbrauch, Tyrannei - und doch überlebt hat, die Geschichte zu erzählen und sogar noch Birnen zu züchten, unterscheiden und am besten flüssig zu genießen. Natürlich denkt man da auch an Wittenberg und seine Leute, aber auch an die noch viel weiter weg - Nachkommen des anderen van Riebeek, den es an den Kap der Guten Hoffnung verschlagen hat. Delius liest sich gut. Empfehlenswert - auch jetzt in dieser schönen Zeit des Fontane Jubiläums.
Delius' "Die Birnen von Ribbeck" is a key text on the German Reunification. The story of the Eastgerman village Ribbeck is told from the perspective of an unnamed farmer. The stylistcly ambitious book is just one sentence stretching over almost 80 pages. That makes it hard to read, but it is worth it.