"Η αδερφή μου ήταν μέλι στον πάγκο της κουζίνας, Κυριακή. Όπως η αγάπη. Δεν ξεριζωνόταν από τα χέρια, δεν γρατζουνιόταν από τα χείλη. Συγκροτούσε το θεμέλιο που έλεγα "εγώ" με την ελαφρότητα του πούπουλου και τη βαρύτητα του τσιμέντου. Ήταν τόσο μέσα μου, που ήταν και δεν ήταν άλλος άνθρωπος. Η αδερφή μου ήταν στο σώμα, στην καρδιά, στον πυρήνα, μια βαθιά εγγραφή."
Έναν παράξενα ζεστό Ιούλιο στην αίθουσα εκδηλώσεων του Ωδείου διεξάγονται εξετάσεις για το Δίπλωμα πιάνου. Η νεαρή πιανίστα, μπροστά από το μαόνι πιάνο Bluthner, διεκδικεί τον πολυπόθητο τίτλο, εκτελώντας ένα παράλληλο χρέος: να διηγηθεί την ιστορία της αδερφής της. Το "Εμείς" τρυπώνει μέσα στα κομμάτια του Μπαχ, του Σοπέν, του Μπετόβεν, δανείζεται δομικά σχήματα και μουσικές μορφές, αφηγούμενο την τούλινη ημιδιαφανή μεμβράνη μέσα στην οποία μεγάλωσαν οι αδερφές, το σχεδόν καλά και σχεδόν άσχημα του πατέρα, τα ονειρικά παιδικά παιχνίδια, για να καταβυθιστεί εν τέλει στη σταδιακή κατάρρευση της πολυαγαπημένης αδερφής, στον εσωτερικό, ταραγμένο της κόσμο. Μια διφωνική, ενίοτε πολυφωνική αφήγηση, με φόντο τη μουσική.
"Θα σας πω για τότε που όλα ήταν αλλιώτικα. Στις αρχές του κόσμου μας. Τότε, ο μπαμπάς και η μαμά -ο πατέρας και η μάνα- βρήκαν μια ρίζα."
Ένα ελπιδοφόρο και πολλά υποσχόμενο ντεμπούτο. Με το πρωτόλειό της η συγγραφέας επιχειρεί μία εντυπωσιακή είσοδο στην ελληνική πεζογραφία και σε ικανοποιητικό βαθμό το κατορθώνει.
Το «Εμείς» είναι μία νουβέλα μαθητείας και ενηλικίωσης. Δύσκολης και επώδυνης ενηλικίωσης, αλλά μήπως υπάρχει και άλλο είδος; Εδώ μάλιστα το υπό διαπραγμάτευση τραύμα είναι διπλό: η κεντρική αφηγήτρια, μία προικισμένη νεαρή πιανίστρια, αναλαμβάνει, την ημέρα των τελικών εξετάσεων για το δίπλωμα του πιάνου, να αφηγηθεί την ιστορία της αδελφής της, μιας συναισθηματικά ευάλωτης φοιτήτριας της Ιατρικής η οποία καταρρέει ψυχολογικά και οδηγείται σταδιακά στην κατάθλιψη και σε απόπειρα αυτοκτονίας. Και στο φόντο η Αγία Ελληνική Οικογένεια με όλα της τα χαρακτηριστικά: την άτυπη μητριαρχία, τον προστατευτισμό, τον στρουθοκαμηλισμό και τον πουριτανισμό της, άλλοτε φωλιά και καταφύγιο και άλλοτε παγίδα και φυλακή.
Σε αυτό το περιβάλλον οι ζωές των δύο αδελφών ακολουθούν δρόμους παράλληλους ή αποκλίνοντες, σαν να βρέθηκαν μπροστά στο ίδιο σταυροδρόμι και εκεί να τράβηξαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις: η μεγάλη αδελφή θα επιτύχει στις εξετάσεις και θα πάρει το πολυπόθητο δίπλωμα, η δευτερότοκη θα αποτύχει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των άλλων αλλά και στις δικές της φιλοδοξίες, γεγονός με καταλυτικές συνέπειες για την ψυχική της υγεία. Ένας ευφάνταστος αναγνώστης θα μπορούσε να φανταστεί τα δύο κορίτσια σαν τις δύο διαφορετικές όψεις ενός και μόνο εαυτού· το πρώτο πρόσωπο πληθυντικού της αντωνυμίας ΕΜΕΙΣ που δίνει τον τίτλο στη νουβέλα, υποβάλλει αυτήν την πιθανότητα.
Το πιο ενδιαφέρον όμως σημείο του βιβλίου, δεν αφορά το περιεχόμενο το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κλασικό και σίγουρα έχει απασχολήσει πολλάκις την πεζογραφία, αλλά τη μορφή του, η οποία διαπνέεται από πρωτοτυπία και φανερώνει μία νέα συγγραφέα που πειραματίζεται με τα εκφραστικά της μέσα και την φόρμα. Γνωρίζω κάποιους ξένους συγγραφείς, με πρώτο και καλύτερο τον Τόμας Μαν, που επιχείρησαν στο παρελθόν, όχι απλώς να γράψουν για τη μουσική, αλλά επιπλέον να γράψουν με μουσικότητα, δανειζόμενοι τεχνικές από διάφορα είδη μουσικής, κάτι απείρως δυσκολότερο. Ελάχιστοι Έλληνες δημιουργοί έχουν επιχειρήσει κάτι παρόμοιο και ήταν μία ευχάριστη έκπληξη να διαπιστώνω ότι η Γιαβάση το αποτόλμησε.
Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε πέντε κεφάλαια, καθένα από τα οποία φέρει για τίτλο το όνομα μίας κλασικής σύνθεσης του πιανιστικού ρεπερτορίου που «ακούγεται» στο φόντο της Ιστορίας εν είδει κινηματογραφικού soundtrack. Οι συνθέσεις αντιστοιχούν βέβαια στο πρόγραμμα που θα παρουσιάσει η νεαρή πιανίστρια την ημέρα των εξετάσεων, δημιουργούν όμως παράλληλα μία ψυχική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία θα κινηθεί η αφήγηση. Ενδιάμεσα παρεμβάλλονται σύντομα ιντερλούδια όπου παρουσιάζεται με την μέθοδο της συνειδησιακής ροής το συχνά ασυνάρτητο παραλήρημα της ψυχασθενούς αδελφής. Το ψηφιδωτό ολοκληρώνεται με τη χρήση και άλλων μουσικότροπων τεχνικών, της αυτοσχεδιαστικής cadenza, των αντιστικτικών φωνών, της καταληκτήριας coda, ακόμα και της διαφωνίας ή του φάλτσου στα σημεία εκείνα που την ρομαντική και ποιητική περιγραφή του πρώτου εφηβικού έρωτα διακόπτει παράφωνα η μητρική παρέμβαση. Είναι προφανές πως ένα τέτοιο στυλ γραφής προϋποθέτει και απαιτεί πολύμηνη έρευνα και εξοικείωση με τις φόρμες της κλασικής μουσικής και πρέπει να πιστωθεί στη συγγραφέα η προσπάθεια που έκανε ν’ ανταποκριθεί με πειστικότητα και αληθοφάνεια στις απαιτήσεις εγκυρότητας που θέτει η σύγχρονη πεζογραφία.
Υπάρχουν βέβαια κάποια άλλα σημεία στα οποία ο έντονος λυρισμός της πρόζας καταλήγει σε έναν κάπως υπερβολικό συναισθηματισμό εκεί όπου μία πιο ψυχρή και κλινική ματιά ίσως να λειτουργούσε ακόμη πιο υποβλητικά για τον αναγνώστη, συνολικά όμως η συγγραφέας φαίνεται να κερδίζει ένα δύσκολο στοίχημα με τρόπο ψυχολογικά πειστικό και αισθητικά ενδιαφέροντα.
Το ΕΜΕΙΣ της Ειρήνης Γιαβάση είναι μια ευχάριστη και πρωτότυπη έκπληξη για τη σύχρονη πεζογραφία που συνυφαίνεται μάλιστα με την κλασική μουσική δημιουργώντας μια αμιγώς καλλιτεχνική συναισθησία... Το διάβασα στα γρήγορα γιατί το δανείστηκα και έπρεπε να το επιστρέψω. Θέλω πολύ, μα πάρα πολύ να το προμηθευτώ για να το ξαναδιαβάσω και να το χαρώ με τον δικό μου ρυθμό, να το απολαύσω σε όλες του τις πτυχές .Η γεύση που μου άφησε όμως ήταν εξόχως θετική: ένα μείγμα χαράς λόγω της αρτιότητας και της συγγραφικής φιλοδοξίας της πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως που δεν αρκέστηκε σε ευκολίες αλλά μόχθησε και συμπεριέλαβε γνώσεις που αναβάθμισαν την ποιότητα του αξιολόγου έργου της.... συγκίνησης λόγω του θέματος αλλά και της ιδιαίτερης μεταχείρισής του από την λογοτέχνιδα... αισθητικής απόλαυσης λόγω της εκλεπτυσμένης γλώσσας και της οξυδερκούς σύνθεσης... Το ΕΜΕΙΣ απευθύνεται τόσο στο μυαλό όσο και στο συναίσθημα και διεγείρει , τέρπει τόσο εγκεφαλικά όσο και ψυχικά. Καταπιάνεται με το θέμα της αδελφικότητας , εν προκειμένω της θηλυκής, γυναικείας αδελφικότητας , με το θέμα της δυναμικής της οικογένειας και των αλληλοδιαπλεκόμενων γονε'ι'κών, θυγατρικών κι αδελφικών ιδιοτήτων, ταυτοτήτων και δεσμών και τέλος με το ζήτημα της ψυχικής υγείας. Η Ειρήνη Γιαβάση αγγίζει τα θέματά της με ευαισθησία, συναισθηματική και ψυχολογική νοημοσύνη ,λυρισμό και βάθος. Έτσι αναδύονται όλες οι ταυτίσεις και τα μυστηριακά σχεδόν συναισθήματα της αδελφικής κυρίως αγάπης, όλη η εγγύτητα , όλη η από κοινού βίωση των εμπειριών και των βιωμάτων, δίχως αφέλεια ή ελαφρότητα, με μια αφοπλιστική, τρυφερή κι εξομολογητική ειλικρίνεια, χωρίς να λείπει και η υποψία του τραγικού. Το θέμα των οικογενειακών δεσμών είναι έτσι κι αλλιώς ανεξάντλητο με όλη την φόρτιση που κουβαλά και το θέμα της ψυχικής υγείας επίσης ,ιδίως στη χώρα μας. Συνολικά, το βιβλίο είναι ένα γνήσιο αποτύπωμα πραγματικής εσωτερικής αλλά όχι ατομικής ζωής. Διότι το ΕΜΕΙΣ μόνο ενδέχεται να οδηγήσει στη λύτρωση.. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα κυρίως σε κάθε Ειρήνη, Μαρία, Αφροδίτη, Ζωγραφιά, Κατερίνα, Έφη, Χριστίνα, Ελένη, Α ν τ ι γ ό ν η, Ι σ μ ή ν η... Κι όχι μόνο... Είναι ένας σύχρονος ύμνος στην αδελφική αγάπη ,χωρίς μελοδραματισμούς και υπερβολές, στον ανθρώπινο δεσμό γενικά με όλα τα τραύματα , τις αντιφάσεις του, τη δύναμη και την απαλότητά του. Κεντημένος με μοντέρνες και δροσερές κλωστές και επιμελημένες έξυπνες τεχνικές από τη νεαρή συγγραφέα την οποία ως αναγνώστρια βαθιά ευχαριστώ...
Το πήρα, επειδή με τράβηξε η σχέση μεταξυ των τριών αδελφών. Ειλικρινά δεν περίμενα να μου αρέσει τόσο, το διάβασα σε μια μέρα στην παραλία! Πέρα από την ιδέα της σύνδεσης μουσικών κομματιών με χρονικές περιόδους της ζωής μας, μου άρεσε εξίσου και η γραφή. Αγαπημένο μου σημείο οι σκέψεις της ηρωίδας που τρέχουν και διακόπτονται από τις φωνές της μητέρας όσο μαλώνουν. Με όποιον το διάβασε, είχαμε αρκετά να συζητήσουμε για το τέλος του βιβλίου...
Ένα βιβλίο γεμάτο μουσική, συναίσθημα, πίκρα αλλά και αισιοδοξία. Ένα βιβλίο που θέλει δύο αναγνώσεις για να μπορέσεις να καταλάβεις ποιο είναι το σετάρισμα και ποιο το φινάλε. Για να καταλάβεις ποια είναι η αφηγήτρια κάθε φορά. Ένα βιβλίο που μου θυμίζει αυτές τις ταινίες που χρίζουν δύο θεάσεις προκειμένου να πιάσεις κάθε τους νόημα.
Και επειδή έχω ακούσει πολλά (πάρα πολλά) για τη γενιά μου και την αμυαλοσύνη και την αντιλογοτεχνικότητά της, η Ειρήνη Γιαβάση δίνει μία εξαιρετική απάντηση.
Αυτο το βιβλίο με κέρδισε από το λεπτό αναγνωσης του.Η ποιητικότητα, η γλαφυρότητα του λόγου και η παραστατικότητα ξεχειλίζουν και απεικονίζουν τέλεια τον ισχυρό δεσμό μεταξύ των αδελφών και παράλληλα την ισχυρή ύπαρξη της μητέρας στην ζωή τους.Νομιζω ότι όλοι μας θα βρούμε κοινά στοιχεία με αυτά της ηρωίδας.Ενα βιβλίο που συστήνω ανεπιφύλακτα σε όλους και που θα αποτελέσει την καλύτερη συντροφιά για το καλοκαίρι.
Ένα μεστό έργο ενηλικίωσης που καταφέρνει να μιλήσει στο γυναικείο "εμείς"- και όχι μόνο. Η πορεία της αδελφικής αγάπης μέσα στον χρόνο γίνεται η αφήγηση της αγωνίας μπροστά στην πρόκληση της προσωπικής μας αλλαγής. _καλογραμμένο, με στέρεα δομή και συνεπές στον στόχο του το έργο Εμείς μάς συστήνει την Eirini Giavasi και μάς κάνει να ανυπομονούμε για τη συνέχεια ❤ _ευχαριστούμε Εκδόσεις Ο Μωβ Σκίουρος - Mov Skiouros Publications _πολύ καλή επιλογή🐾
‘…στο σπίτι υπάρχει μια τούλινη, ημιδιαφανής μεμβράνη και από κάτω κρύβουμε όλα τα θέλω, τις δυσκολίες, τα μυστικά, όσα δεν λέμε με λόγια ούτε με πράξεις.’
‘Η αδερφή μου ήταν μέλι στον πάγκο της κουζίνας. Κυριακή. Όπως η αγάπη.’
Το διάβαζε η φίλη μου στην παραλία. Το πήρα για λίγο και δεν το επεστρεψα ποτέ μέχρι να το τελειώσω. Φοβερη η γραφή του βιβλίου, η ιστορία και γεμάτο εικόνες που μιλάνε στην ψυχή σου
Η συγγραφέας περιγράφει τόσο ζωντανά τα συναισθήματα που τα βιώνω παράλληλα με τις ηρωίδες. Ερωτεύομαι, θυμώνω, γελάω και κλαίω μαζί τους κι ας είναι διαφορετικά τα βιώματα. Υπέροχο βιβλίο!
Μια υπέροχη ιστορία, ωδή στην αδελφική αγάπη. Οι σκέψεις μιας μικρής που είναι τόσο κοινές και απλές αλλά και τόσο σπάνιες ταυτόχρονα. Το βιβλίο αυτό είμαστε ΕΜΕΊΣ!