Ο Πέτρος Καρτίνης και η Κλεονίκη Μπάρνα αρχίζουν να βγαίνουν τον Γενάρη του 2015. Στο αγαπημένο τους στέκι, ένα μπαρ στην οδό Καλλιδρομίου, συζητούν για τον έρωτα, τα όνειρα, το μέλλον. Περιμένουν ακόμα την ξαφνική εκείνη στιγμή που μεταμορφώνει τα πάντα και αναρωτιούνται για το νόημα της ζωής.
Μια ιστορία όπου οι μικρές και οι μεγάλες αποφάσεις αναμετρώνται με την καθημερινότητα· μια αφήγηση όπου η ταλάντωση ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν δίνει τον ρυθμό στις αναζητήσεις των ηρώων. Μια ποιητική περιπλάνηση στην αλλόκοτη πόλη του Καρτίνη, την Αθήνα του 21ου αιώνα. Στα μπαράκια, στις καφετέριες και στα διαμερίσματα του κέντρου οι δύο πρωταγωνιστές προχωρούν ψηλαφητά, για να συναντηθούν κι έπειτα να χωρίσουν.
Αι λοβ ιτ θα ήθελα και γω πολύ να ειμαι ένας από τους δυο manipulator και να πινω κουλ μπυριτσες σε κουλ μπαράκια στην Αθήνα. Δεν θα ήθελα τόσο πολύ να βρισκομαι σε μια σχέση που έχει αδιέξοδο, αλλά χαιρομαι που βιωσα την φαση τους έστω εμμεσα ως αναγνώστρια. Πολύ φρέσκο και αναζωογονητικό ανάγνωσμα, και η ατέλεια της σχέσης των δυο ηρώων το κανει εύκολο για τον αναγνώστη να ταυτιστεί (εγω τους ένιωσα)
“Little things comfort us because little things distress us.” (Blaise Pascal, Pensées and Other Writings, transl. Honor Levi, Oxford World’s Classics: 2008, p. 16) λέει ο Πασκάλ για να υπαινιχθεί κάτι μεγαλύτερο: η ανθρώπινη φύση τείνει να περιχαρακώνεται στην απλότητα των «μικρών πραγμάτων» – στην ανακούφιση που προσφέρουν τα υψίπεδα αλλά και τη δυσφορία που προκαλούν οι χαράδρες ενός διοράματος. Ο άνθρωπος διαβιοί υπό κλίμακα: όλα μάς προσφέρονται ως κλάσματα κάποιου αχαρτογράφητου και αδιευκρίνιστου συν-όλου που όσο μας συντηρεί άλλο τόσο μας εξοντώνει. Μπορεί, βλέπετε, να είμαστε το μόνο ζώο που διαθέτει την ικανότητα να αφουγκράζεται τα μεγάλα, αλλά οι ζωές μας παραμένουν καθηλωμένες στα μικρά. Ο Γιώργος Κουτσούκος (Αθήνα, 1975) δράττεται της ευκαιρίας να κατασκευάσει μια νουβέλα σε σαράντα σύντομα κείμενα που αποτυπώνουν και φορμαλιστικά τις μικρές αποστάσεις μιας ερωτικής ιστορίας. Ο Πέτρος Κατρίνης και η Κλεονίκη Μπάρνα βιώνουν τον έρωτα μέσα από τις ήδη στρωμένες ζωές τους. Ο Πέτρος είναι παντρεμένος και η Κλεονίκη έχει σχέση με έναν λογιστή με τον οποίο κάποια στιγμή αρχίζει να συζεί. Και οι δύο εισέρχονται σε αυτή την ερωτική συνθήκη με αφέλεια και αθωότητα καθώς αναλώνονται στα μικρά. Μέσα από τα μικρά εκδράμουν προς την επίφαση ζωής που έτσι όπως σκιαγραφείται φαντάζει πέρα από τις δυνατότητές τους. Οι μικρές αποστάσεις στέκουν αντιστικτικά προς τις μεγάλες αποστάσεις που, όπως ομολογεί ο ήρωας στο τέλος, «φοβηθήκαμε να διανύσουμε» (σ. 96).
«Την ημέρα που ο Βαρουφάκης, στη συνάντηση με τον Ντάισελμπλουμ, αναφωνούσε “Ουάου”, πρότεινα στην Κλεονίκη να συζήσουμε» (σ. 15). Το κεφάλαιο με τον τίτλο «Πολιτική» καταλήγει: «Οι λέξεις όμως είχαν οχυρωθεί μέσα στο δυσάρεστο νόημά τους και αρνούνταν να υποχωρήσουν. Κι έτσι άρχισαν οι διαπραγματεύσεις» (σ. 16). Ο Πέτρος, που είναι και ο αφηγητής, μπορεί να αναφέρεται στις διαπραγματεύσεις του με την Κλεονίκη, γιατί για εκείνον αυτό είναι το θέμα που τον καίει, αλλά το πλαίσιο αυτής της τετριμμένης διαπραγμάτευσης συμπλέκεται στιγμιαία και με τη διαπραγμάτευση της χώρας με τους «θεσμούς». Το περίφημο «Ουάου» του Βαρουφάκη στέκει έτσι και αυτό με τη σειρά του ως σημαίνον που «είχ[ε] οχυρωθεί μέσα στο δυσάρεστο νόημά του και αρνούνταν να υποχωρήσ[ει]». Ο Κουτσούκος σκιαγραφεί και αυτή τη «μικρή απόσταση» που ενίοτε διαχωρίζει τα κοινά από τα ιδιωτικά.
Στην αρχή με ξένισε ο αποσπασματικός χαρακτήρας αλλά τελικά με κέρδισε αυτή η νουβέλα. Ένας άντρας, μια γυναίκα, ένα ζευγάρι σύγχρονο, οικείο. Στην Αθήνα, μια πόλη σύγχρονη, οικεία. Ζουν έναν έρωτα, τόσο σύγχρονο, τόσο οικείο.