Il n’y a pas de justice pour Justine.
Δεν είχα διαβάσει ποτέ ντε Σαντ, δεν εξεπλάγην ωστόσο καθόλου εφόσον είχα ακουστά περί τίνος πρόκειται ούτε και σοκαρίστηκα τόσο από τις σαδομαζοχιστικές σκηνές και τις εκτενείς περιγραφές οργίων και σεξουαλικών βασανισμών που υπέστη η Ζυστίν, κατά κόσμον Τερέζα. Προφανώς και η ουσία του βιβλίου δε βρίσκεται σε αυτά –ωστόσο ο μαρκήσιος το παρατράβηξε με τις επαναλήψεις των ακραίων σωματικών δεινών της ενάρετης κορασίδας.
Πέραν του ότι πρόκειται για ένα ρόλερ κόστερ της Ζυστίν από τον έναν επιβήτορα στον άλλον και σε ομάδες αυτών, το βιβλίο έχει πολλή φιλοσοφία από πίσω, όπως ότι στη γη συνυπάρχει το καλό και το κακό (έλα, δεν το πιστεύω) και πως κατά κάποιο τρόπο δεν υπάρχουν ενιαίες ηθικές αρχές που διέπουν όλους τους λαούς. Η Ζυστίν διαφυλάσσοντας την αρετή της στην ψυχή –διότι το σώμα της εκμαυλίστηκε με τους χειρότερους δυνατούς τρόπους– βρέθηκε βορά όλων των κακοτυχιών και έγινε στόχος υπέρτατων σωματικών βασανιστηρίων. Πολλοί προσπάθησαν να τη διαφθείρουν, όπως γίνεται και σήμερα στους ενάρετους αυτού του κόσμου: πόσο συχνά η αδικία πέφτει τσεκουράτη επάνω σε αγνούς και αθώους, επάνω σε αυτούς που πορεύονται με τον σταυρό στο χέρι, χωρίς ποτέ αυτοί να βρίσκουν το δίκιο τους (καταδικαστικές αποφάσεις που μετά αναιρούνται και βιαστές ξαναβγαίνουν στην πιάτσα είναι ένα μόνο παράδειγμα των αδικιών που συμβαίνουν παντού και πάντα).
Ο ντε Σαντ θέτει το θέμα της σχετικότητας της αρετής. Όπως επίσης και της ανθρώπινης φύσης την ευθυγραμμίζει με την ίδια τη φύση: ο κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικές εργοστασιακές ρυθμίσεις. Άλλος είναι εκ φύσεως ενάρετος, άλλος εκ φύσεως ρέπει προς τη διαστροφή και την καταστροφικότητα. Δεν πρέπει επ’ ουδενί να παρεμποδίζεται αυτή η φυσική τάξη των πραγμάτων, σύμφωνα με τους διαφθορείς της Ζυστίν. Όπως η φύση που δεν έδωσε ποτέ δεκάρα για την ηθική και ενεργεί αυθορμήτως, έτσι και ο άνθρωπος θα πρέπει να πράττει ανάλογα με την αυτοδιάθεσή του, ακόμα κι αν αυτή είναι βλαπτική ή τοξική για τους υπόλοιπους. Έτσι λειτουργούν τα πράγματα, έτσι κινούνται τα γρανάζια του κόσμου. Ξεδιπλώνεται στις σελίδες μπόλικος μισογυνισμός που μας δίνει την απολύτως ακριβή εικόνα παρελθόντων αιώνων: η γυναίκα ήταν μόνο σκεύος ηδονής, ένα χυσοδοχείο (χατζηστεφανικός όρος που συγκράτησα από παλιά) για το δυνατό, υπερέχον φύλο και τίποτε άλλο. Οι τύψεις είναι επίσης «χίμαιρες», ένα άχρηστο κατασκεύασμα που δεν εξυπηρετεί πουθενά και κανέναν, «[…] δεν είναι η επιβεβαίωση ενός εγκλήματος, είναι απλώς το σημάδι μιας ψυχής που υποτάσσεται εύκολα.»
«Σε μια φαύλη κοινωνία, η αρετή δε χρησιμεύει σε τίποτε. Δεν πρέπει να την υιοθετεί κανείς, διότι θα του είναι άχρηστη. Δεν έχω, λοιπόν, άδικο όταν υποστηρίζω πως η αναγκαιότητά της εξαρτάται από τα πιστεύω του καθενός και από τις περιστάσεις. Η αρετή δεν είναι αδιαμφισβήτητη αξία, αλλά ένας τρόπος συμπεριφοράς που ποικίλλει ανάλογα με το κλίμα και συνεπώς, δεν εμπεριέχει τίποτε αληθινό. Αυτό αρκεί για να μας κάνει να δούμε πόσο ασήμαντη είναι. Το αληθινά καλό είναι το σταθερό. Ό,τι αλλάζει διαρκώς δεν θα μπορούσε να έχει τον χαρακτήρα του καλού. Γι’ αυτό, άλλωστε, έχουμε θέσει το αμετάβλητο στον πυρήνα της τελειότητας του Αιωνίου. Η αρετή όμως στερείται εντελώς αυτού του χαρακτηριστικού. Πουθενά στον κόσμο δε θα βρεις δύο έθνη που να εκφράζουν την αρετή με τον ίδιο τρόπο. Δεν υπάρχει, λοιπόν, τίποτε αληθινό στην αρετή, τίποτε εσωτερικά καλό, και δεν αξίζει καθόλου να λατρεύεται. Θα πρέπει να τη χρησιμοποιούμε ως υποστήριγμα, να υιοθετούμε πολιτικά την αρετή της χώρας όπου ζούμε, ώστε όσοι την ασκούν επειδή το θέλουν ή επειδή οφείλουν, να την τιμούν λόγω της κατάστασης να μας αφήσουν σε ησυχία.»
Έχοντας πρόσφατα διαβάσει το «Ένας, κανένας και εκατό χιλιάδες» του Πιραντέλλο, μου άρεσε που βρήκα συσχετισμούς με το αγαπημένο αυτό βιβλίο. Ο Μαρκήσιος είπε πράγματα before it was cool, και προφανώς και άλλοι πριν από αυτόν. Αυτή η νοητική συνάντηση ήταν για μένα και το απολαυστικότερο κομμάτι του βιβλίου.
«Το πιο γελοίο πράγμα στον κόσμο, αγαπητή μου Τερέζα, είναι αναμφίβολα να θες να συζητάς για τα γούστα του ανθρώπου που, να τα αντικρούεις, να τα μέμφεσαι ή να τα τιμωρείς αν δεν είναι σύμφωνα με τους νόμους της χώρας όπου κατοικείς ή με τις κοινωνικές συμβάσεις. Ε, μα! Οι άνθρωποι δεν λένε να καταλάβουν ότι δεν υπάρχει γούστο, όσο αλλόκοτο, όσο εγκληματικό κι αν υποθέσουμε ότι είναι, που να μην εξαρτάται από την οργάνωση που μας έχει δώσει η φύση! Και με βάση αυτό, σε ρωτώ: με ποιο δικαίωμα ένας άνθρωπος θα τολμήσει να αξιώσει από κάποιον άλλον είτε να αναμορφώσει τα γούστα του είτε να τα συμμορφώσει προς την κοινωνική του τάξη; Με ποιο δικαίωμα, μάλιστα, οι νόμοι, που είναι φτιαγμένοι για την ευτυχία του ανθρώπου και μόνο, τολμούν να λυμαίνονται αυτή την ευτυχία που οι νόμοι οφείλουν να του διασφαλίζουν; Και να ήθελε κάποιος να αλλάξει τα γούστα του, μπορεί; Είναι στο χέρι μας να ξαναφτιάξουμε τον εαυτό μας; Μπορούμε να γίνουμε άλλοι από αυτό που είμαστε; Θα απαιτούσατε κάτι τέτοιο από έναν εκ γενετής ανάπηρο; Πόσο διαφέρει αυτή η μη συμμόρφωση των γούστων μας σε ηθικό επίπεδο από την ατέλεια ενός αναπήρου σε σωματικό επίπεδο;»
Δε θέλω να ξέρω πώς θα μπορούσε να το αναλύσει αυτό το εδάφιο ένας ψυχαναλυτής σήμερα! Le grand bordel, ουουουου 666 antichrist!
Όμως το καλό, απαντά με τον ίδιο τρόπο στον διαφθορέα του:
«[…] Παραδέχεστε ότι στη φύση υπάρχει ένα συνολικό άθροισμα καλού και κακού και ότι, κατά συνέπεια, χρειάζεται ένας ορισμένος αριθμός κάποιων που πράττουν το καλό και ένας ορισμένος αριθμός κάποιων άλλων που ενδίδουν στο κακό. Η δική μου θέση λοιπόν [η αρετή] είναι κάτι που προκύπτει φυσικά. Πώς απαιτείτε από μένα να παρεκκλίνω από τους κανόνες που η φύση έχει προδιαγράψει για την περίπτωσή μου;»
Στο τέλος, θα νικήσουν οι «καλοί» και θα ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Μπορεί όμως να θεωρηθεί επιτυχία της αρετής ένα τέλος καλό του οποίου έχει προηγηθεί μια τεράστια θυσία; Αυτό θα το απαντήσει ο καθένας στον εαυτό του, ελέγχοντας την ελαστικότητα των αρχών και των αξιών του.