Uitermate spannende zoektocht bloedstollend. Vrij Nederland Detective & Thrillergids (vier en vijf sterren)Authentiek, aangrijpend en meeslepend mag in geen enkele boekenkast ontbreken. De MorgenIJzersterk personage Zou het geen idee zijn als een van Izzos collegas een keer een dergelijk boek over Rotterdam schrijft? de VolkskrantEen absolute topper. Nederlandse BibliotheekdienstEen onthutsend boek, dat achter de vriendelijke, zonnige vakantiefaade kijkt. BN/De StemEen uiterst sympathieke agent, deze Montale. () Voor wie deze misdaadroman leest, gaat Marseille open. En Route
Jean-Claude Izzo was a French poet, playwright, screenwriter, and novelist who achieved sudden fame in the mid-1990s with the publication of his three noir novels, Total Chaos (Total Khéops), Chourmo, and Solea: widely known as the Marseilles Trilogy. They feature, as protagonist, ex-cop Fabio Montale, and are set in the author's native city of Marseille. All have been translated into English by Howard Curtis. Jean-Claude Izzo's father was an Italian immigrant and his maternal grandfather was a Spanish immigrant. He excelled in school and spent much of his time at his desk writing stories and poems. But because of his “immigrant” status, he was forced into a technical school where he was taught how to operate a lathe. In 1963, he began work in a bookstore. He also actively campaigned on behalf of Pax Christi, a Catholic peace movement. Then, in 1964, he was called up for military duty in Toulon and Djibouti. He then worked for the military newspaper as a photograph and journalist.
Αναλυτικό (πολύ αναλυτικό) ποστ για όποιον/α ενδιαφέρεται, εδώ στο μπλογκ.
Η τριλογία της Μασσαλίας είναι ένα σπάνιο, εκλεκτό χαρμάνι που εμπεριέχει όλη τη ζωογόνο δύναμη από τη συνάντηση τόσο οικείων εικόνων και πολιτισμικών αναφορών, που είναι αδύνατο να μην παρασυρθεί κανείς μέσα της. Την ίδια στιγμή ωστόσο, διέπεται αναντίρρητα από πηχτό σκοτάδι. Το οργανωμένο έγκλημα απλώνεται μιαρά πάνω σε κάθε τι πριν το θρέψουν το αλάτι κι ο ήλιος, οδηγώντας τους ανθρώπους σε υπαρξιακό τέλμα, σε αγωνιώδεις κραυγές που δύσκολα θα εισακουστούν.
Κλείνοντας το μάτι στη néo–polar λογοτεχνία με τον δηκτικό πολιτικό σχολιασμό του για τη γαλλική κοινωνία, ο Ιζζό ταυτόχρονα έπλασε έναν από τους πιο ενδιαφέροντες νουάρ πρωταγωνιστές, από εκείνους που θες να τους ακούσεις να αφηγούνται αστυνομικές περιπέτειες και να απαγγέλουν στίχους, τσιτάτα και αφορισμούς για τη ζωή, να δανειστείς τους δίσκους του, να παρηγορηθείς από τη μαγειρική του.
Είναι ό,τι καλύτερο διάβασα φέτος.
Α! Στο λινκ θα βρείτε και την πλέιλιστ της τριλογίας, συνοδεύει ωραία την ανάγνωσή της. :)
Μερικά αποσπάσματα:
Πεινούσα, ήταν πολύ νόστιμα. Μου αρέσει να τρώω. Αλλά είναι ακόμα χειρότερα όταν έχω σκοτούρες, κι ακόμα χειρότερα όταν γειτνιάζω με το θάνατο. Έχω ανάγκη να καταβροχθίσω φαγιά, λαχανικά, κρέατα, ψάρια, γλυκά ή λιχουδιές. Να πλημμυρίσω από τις γεύσεις τους. Δεν έχω βρει τίποτα καλύτερο για να αποκρούω τον θάνατο. Να φυλάγομαι από δαύτον. Η καλή κουζίνα και τα καλά κρασιά. Μια τέχνη της επιβίωσης.
[...]
Ακούγαμε Coltrane. Ήμουνα τάπα στο μεθύσι αλλά είχα αναγνωρίσει το Out of This World. Διαρκούσε δεκατέσσερα λεπτά αλλά έφτανε για να σιγοκάψουμε μιαν ολάκερη νύχτα. Κατάλαβα πάντως ότι δεν θ’ αργούσε πια ο Χασάν να κλείσει το μαγαζί του. Γιατί με δίσκους του Coltrane συνόδευε τον κάθε του πελάτη ως την έξοδο. Ως τους έρωτές του. Ή ως τη μοναξιά του. Να έχουν τις νότες του Coltrane συντροφιά για το δρόμο. Δεν τα κατάφερα να σηκωθώ απ’ το τραπέζι.
Μεσογειακό noir. Το έγκλημα και η διαφθορά της μαφίας στην Μασσαλία. Ωραίες οι υποθέσεις. Αξιαγάπητος χαρακτήρας ο Φάμπιο Μοντάλ. Όμορφες οι επιλογές του στη μουσική καθώς και στα ποτά. Lagavulin και γαλλικά κρασιά. Έντονες οι πολιτικές απόψεις και τα κοινωνικά προβλήματα σε μια παραθαλάσσια πόλη του νότου της Γαλλίας. Πολύ όμορφες οι αναμνήσεις από τους φίλους της παιδικής ηλικίας και τα χρόνια της αθωότητας.
Το συγκεκριμένο βιβλίο το έμαθα από εσάς εδώ. Δεν είχε τύχει να ακούσω ξανά για τον συγγραφέα όμως τα ιδιαιτέρων κολακευτικά σχόλια για το έργο του από τους περισσότερους από εσάς με έπεισε ότι θα έπρεπε να τον διαβάσω και ήταν πραγματικά ένα εξαιρετικά απολαυστικό ταξίδι. Δε θα σας πω ψέματα, αρχικά δυσκολεύτηκα αρκετά να μπω στο κλίμα της γραφής του Ιζό και να την αφομοιώσω όμως τελικά κατάφερε να με κερδίσει. Ο Ιζό στήνει ένα αληθινά ζηλευτό σκηνικό νουάρ που θα παρασύρει τον αναγνώστη. Πρωταγωνιστής και των τριών ιστοριών ο πραγματικά αξιολάτρευτος επιθεωρητής Φάμπιο Μοντάλ μέσα από την δράση του οποίου παντρεύονται θαυμαστά ευαίσθητα θέματα όπως αυτά του ρτατσισμού και των κοινωνικών ανισοτήτων, η διαφθορά, η μαφία, το εγκλημα, τη βία. Έγραψα αξιολάτρευτος σύμφωνα πάντα με την δική μου οπτική ματιά. Στην πραγματικότητα ο Μοντάλ είναι ένας ήρωας που μπορεί να σου προακλέσει πολλά και διαφορετικά συναισθήματα από αντιπάθεια, διαφωνία ενώ την ίδια στιγμή μπορείς να τον ακούς ευλαβικά να μιλάει για τις μικρές αγαπημένες του καθημερινές απολαύσεις όπως είναι το φαγητό. Τωρα που είπα φαγητό νομίζω τελικά το πραγματικό δυνατό σημείο αυτού του βιβλίου είναι αυτό. Ότι πέρα του αν σου αρέσει ιστορία αυτή κάθε αυτή, είναι ένα βιβλίο που θα σου διεγείρει όλες τις αισθήσεις. Θα θες, να μυρίσεις, να γευτείς, ν’ ακούσεις. Νομίζω η ιδανική ανάγνωση αυτού του βιβλίου θα πρεπε να συνοδεύεται από μια χορταστική τοπική σπεσιαλιτέ ένα ποτήρι κρασί και δίπλα το youtube να παίζει τις μελωδίες που προκύπτουν από την ανάγνωση του βιβλίου. Πρώτη φορά διάβασα έναβιβλίο τόσο πλημμρισμένο από ήχους και μουσικές. Με ταξίδεψε πολύ. Ωραίος ο Ιζό. Να τονδιαβάσετε.
Οι λάτρεις του αστυνομικού θα το λατρέψουν. Οι υπόλοιποι θα εντυπωσιαστούν από την διεισδυτικότητα του συγγραφέα στην ανάπτυξη της σχέσης πολιτικής, οικονομίας και εγκλήματος που σηματοδοτούν οι ανοικτές αγορές. Παράλληλα μικρά μικρά δοκίμια που εισχωρούν στα στόματα των ηρώων του και αφορούν τις παγκόσμιες πολιτικές εξελίξεις, την άνοδο της ακροδεξιάς, τον συνδικαλισμό αλλά και τον εκφυλισμό των πάσης φύσεων αριστερών. Αν δεν πτοείστε από την σωρεία των ονομάτων, αξίζει να διαβαστεί....
Τόσο σκοτεινό, τρυφερό και συνάμα πικρό... Κι όλα αυτά κάτω από τον καυτό ήλιο της Μασσαλίας. Ο Ιζζό έγραψε κάτι πολύ περισσότερο από ένα roman noir, μένοντας για πάντα στις καρδιές μας αλλά και στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Μία τριλογία που ανεπιφύλακτα πρέπει όλοι να διαβάσουμε, να ξαναδιαβάσουμε και... να ξαναδιαβάσουμε!
Στην ουσία, δεν πρόκειται για ένα βιβλίο, αλλά για τρία καθώς ο εκδοτικός αποφάσισε να τα κυκλοφορήσει σε ένα, ως τριλογία…. Πρόκειται για ένα νουάρ μυθιστόρημα, με προεκτάσεις κοινωνικο-πολιτικές όπου ο Ιζό, μέσω του Φαμπιό (του βασικού ήρωα) μας παρουσιάζει τη σύγχρονη του Μασσαλία (λίγο πριν εκπνεύσει ο 20ος αιώνας). Ο Φαμπιό είναι αστυνομικός, όχι εντελώς κατεστραμμένος αλλά κατεστραμμένος, που κυνηγάει λίγο παραδόξως το έγκλημα… Και στα τρία βιβλία ωστόσο αυτό που έχει σημασία δεν είναι τόσο η υπόθεση… η υπόθεση είναι απλώς σαν background, σαν το σεμεδάκι που βάζεις πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού έτσι για να υπάρχει… Πρωταγωνίστρια είναι αυτή η ‘μάγισσα Μασσαλία’, το μεγαλύτερο λιμάνι της Μεσογείου, όπου ως γνωστόν κάθε λιμάνι και καημός, πορνεία, ναρκωτικά, πιστολίδι, βόρειες συνοικίες που καμία σχέση δεν έχουν με τα δικά μας βόρεια προάστια και μια οσμή μηχανόλαδου από τα πλοία στο λιμάνι… Την αγαπάει ο Ιζό την πόλη του κι επειδή την αγαπάει την παρουσιάζει όπως είναι. Δεν την ωραιοποιεί ούτε όμως και την καταποντίζει…. Και βλέπεις πως όλο αυτός ο ισλαμικός φοντεμανταλισμός που έσκασε τα τελευταία χρόνια με ανθρώπους – καμικάζι που αυτοαναφλέγονται και παίρνουν στο διάβα τους ανυποψίαστους περιπατητές, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία…. Ήταν σπυρί που φούσκωνε και ξαναφούσκωνε στα banlieux των μεγάλων γαλλικών πόλεων, όπου τα παιδιά των μεταναστών που ήταν Γάλλοι αλλά Γάλλοι δεν ήταν, έσκασε και άστα να πάνε…. Μαφία, ρατσισμός, Μαγκρέμπ, έρωτας, φιλίες, μικροκλοπές, φρέσκο ψάρι, Lagavulin κι ένα τραγικό (?) φινάλε… α! κι ένας Έλληνας γιατί όποια πέτρα κι αν σηκώσεις ένας Παπαδόπουλος (Μαύρος εν προκειμένω) παντού υπάρχει… Μου άρεσε… μου άρεσε πολύ…. Ήταν σαν να περπατούσα στην παραλιακή, σαν να έπινα παστίς, σαν να λέκιασα το λευκό μου πουκάμισο από το αίμα τόσων αθώων…
Πρόκειται για τρία πλήρως αυτοτελή μυθιστορήματα, τα οποία αποτελούν ένα ενιαίο αφηγηματικά σύνολο και πραγματικά άξιζε η έκδοσή τους σε μια ενιαία οντότητα. Και στα τρία πρωταγωνιστής, εκτός από κεντρικό ήρωα, η Μασσαλία, όχι αυτή τ��ν τουριστικών οδηγών και της ιστορίας αλλά αυτή των ανθρώπων της, των κοινωνικών προβλημάτων, του εγκλήματος, της διαφθοράς, της απελπισίας, του θανάτου και του έρωτα. Μεσογειακό, θα μου επιτρέψετε την έκφραση, νουάρ που πραγματικά δίνει την αίσθηση που πρέπει να έχει κάθε νουάρ, αυτή την αδρή, βρώμικη πλευρά των πραγμάτων, τη μονίμως γκρίζα άποψη. Παράλληλα είναι και μια ευκαιρία για ένα βαθιά κοινωνικό-πολιτικό σχόλιο με πολλές προεκτάσεις ειδικά στο τελευταίο βιβλίο, μια φωνή αγωνίας και αφύπνισης. Σε καμία περίπτωση, όμως, αυτό δεν μετατρέπεται σε κατήχηση και δεν αλλάζει το χαρακτήρα των βιβλίων, το αντίθετο μάλιστα, τον υπηρετεί πιστά. Ο ρυθμός είναι αργός και πολύ σωστά κατά τη γνώμη μου, η τριλογία αυτή δεν είναι σφηνάκι, είναι ένα ποιοτικό ποτό που πρέπει να το απολαύσει κανείς αργά για να ξεδιπλωθούν όλες οι γεύσεις και τα αρώματα που κρύβει.
Το πιο απολαυστικό μου ανάγνωσμα, όσον αφορά το είδος του, μέσα στο '18. Ένα noir αστυνομικό βιβλίο στο οποίο πρωταγωνιστεί η δράση της μαφίας και οι ενέργειες διαφθαρμένων προσώπων. Πάντρεμα πολιτικής και θρησκείας. Έκδηλες οι κοινωνικές ανισότητες κ ο ρατσισμός. Καταιγιστικές εξελίξεις κ γρήγορη πλοκή(σε μία μέρα διάβασα το 2ο κ 3ο βιβλίο). Εξαιρετικές κ οι εκδόσεις Πόλις αφού εκδίδουν διαμαντάκια!!! Μπορεί να μη γνώριζω τη Μασσαλία, καθώς οι αναφορές κ οι περιγραφές σε δρόμους κ πλατείες ήταν εκτενείς κ θα μπορούσα να βαρεθώ όμως αυτό δε με εμπόδισε να το απολαύσω. Αντιθέτως, δημιουργούσα τη δική μου σκοτεινή εικόνα για το μέρος όπου διαδραματίζονταν τα γεγονότα. Μερικές φορές μου έρχονταν μυρωδιές από τσιγάρο ποτό, ακόμη κ η μυρωδιά της πρωινής αύρας, της βροχής κ της θάλασσας. Ο ήρωας, ο Φαμπιό αξιολάτρευτος. Κλασικός πρώην αστυνομικός, εθισμένος στο ποτό κ το τσιγάρο. Εγκλωβισμένος σε ένα ανελέητο κυνηγητό κ αναγκασμένος να λύσει γρίφους αλλά κ να σώσει ζωές ανθρώπων που κατέχουν εξέχουσα θέση στη ζωή του..
Μια τριλογία που τη διαβάζεις μονοκοπανιά... όπως το παστίς που κατέβαζε ο Φαμπιό... Νουάρ της Μεσογείου. Νουάρ του Νότου. Νουάρ που η χροιά του πάει όπως η ζωή του Izzo. 3 βιβλία που στο τέλος σε κάνουν (εκτός από το να εκτιμήσεις το αστυνομικό νουάρ) να ψαχτείς στη μουσική, στο μεσογειακό φαγητό, το καλό κρασί, να χαρείς τη θάλασσα, να μην εμπιστεύεσαι τους μπάτσους, να πας στη Μασσαλία. Και ναι, σου αφήνει μια πίκρα. Μας γάμησες Izzo.
Siete stufi del giallo nordico, scandinavo, cispolare, artico? Ne avete le scatole piene delle cabine telefoniche di Honningsvag, della stazione di Smedjebacken e delle aringhe del Bäckfjärden? È possibile che la morte del boscaiolo Torbjørn, la sparizione della piccola Hjørdis e l'apparente suicidio del fiscalista Trygve vi siano venuti a noia? Se è così, ecco, questo è il libro che fa per voi.
1) Ανοίγεις το βιβλίο μετά από καιρό και βρίσκεις τις αναφορές σε τραγουδιστές και τραγούδια. 2) Ανοίγεις τον browser, πληκτρολογείς youtube και ακούς τα τραγούδια ένα προς ένα. ΑΠΟΛΑΥΣΗ!!!
Δεν ήταν τέλειο το βιβλίο,τέλειο ήταν το συναίσθημα που μου άφησε. Νοσταλγία για τη χαμένη αθωότητα,απελπισία για το φαύλο κύκλο της κοινωνικής αβεβαιότητας και μία πικρή και ταυτόχρονα κυνική αισιοδοξία. Όπως αναφέρει ο Ριχάρδος Σωμερίτης στο επίμετρο : Ποιος είπε οτι τα αστυνομικά είναι μόνο για να περνάς την ώρα σου;
Ο Ιζζό κατάφερε να δημιουργήσει μια τριλογία που σε μερικά χρόνια θα πρέπει να συγκαταλέγεται στα κλασικά έργα της νουάρ λογοτεχνίας. Στα τρία αυτά μυθιστορήματα μπερδεύονται γλυκά και με μεγάλη μαεστρία οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που απαντώνται στην πλειονότητα των σύγχρονων πόλεων/κρατών και περιλαμβάνουν το ρατσισμό, τις οικονομικές ανισότητες, την περιθωριοποίηση, τη μετανάστευση, το οργανωμένο έγκλημα, την άνοδο των ακροδεξιών οργανώσεων, τη διαφθορά. Η πόλη που διαδραματίζονται τα γεγονότα, η Μασσαλία, ουσιαστικά συνεισφέρει στην αφήγηση ως ένας έξτρα χαρακτήρας που αναδεικνύει τα φαινόμενα που αναφέρθηκαν παραπάνω, αφήνοντας παράλληλα περιθώριο στους πρωταγωνιστές της ιστορίας να αναπτύξουν και να εκπληρώσουν τα ανθρώπινα αισθήματά τους και τις ανάγκες τους, όπως η αγάπη, ο έρωτας, το μίσος, η εξέγερση ενάντια στην καταπίεση, η αναζήτηση της ομορφιάς σε κάθε της έκφραση, η ανάπτυξη κοινωνικών δεσμών. Ο πρωταγωνιστής Φαμπιό σε προσκαλεί να ταυτιστείς μαζί του, να διαφωνήσεις, να προσπαθήσεις να καταλάβεις τον τρόπο σκέψης και τα ηθικά διλήμματα που εγείρονται πριν από κάθε κίνησή του μέσα στην μυθιστορηματική πλοκή. Βασικά είναι το τέλειο νουάρ.
Υ.Γ. Αν η τριλογία αυτή είχε soundtrack θα ήταν σίγουρα κάτι το μαγικό.
Ένα πολύ ατμοσφαιρικό βιβλίο, πραγματικό νουάρ, γεμάτο αρώματα, γεύσεις και μουσικές. Είναι φανερό πως (και) η τριλογία αυτή επηρέασε σε πολλά επίπεδα τον Αττιά όταν έγραφε τη δική του τριλογία. Ενδιαφέρον, ζωντανό θέμα, φαίνεται ότι ο συγγραφέας γράφει για την πόλη του, για μια πόλη που γνωρίζει καλά και αγαπάει και αυτό το μεταδίδει στον αναγνώστη. Θα ήθελα να πάρω το βιβλίο αυτό και να περιπλανηθω μαζί του στα σοκάκια της Μασσαλίας. Στα αρνητικά του βιβλίου, οι πολλές επαναλήψεις και το κλισέ του "κατεστραμένου" μπάτσου που σαγηνεύει οποία γυναίκα περάσει δίπλα του.
Συναρπαστικό! Κάι τα τρία βιβλία του Izzo διαβάζονται με λαιμαργία. Γοητευτικότατη και τρυφερή ματιά για τη Μασσαλία, τους ξεριζωμένους, τους ανθρώπους... Μα συνάμα η σκοτεινή ατμόσφαιρα, το αίμα που ρέει στους κακόφημους δρόμους και η οργή και η απογοήτευση για την ανθρωπότητα... Σαν Έλληνας μπορείς να δεις πολλές φορές την σύγχρονη Ελληνική πραγματικότητα μέσα στις σελίδες του βιβλίου ενώ σε άλλα σημεία μια σκοτεινή προφητεία. Ακροδεξιά, οργανωμένο έγκλημα και φτωχοδιάβολοι "χορεύουν" σε έναν μεθυστικό χορό με μπόλικο αλκοόλ, καλό φαγητό, καπνό και πάθος. Φαμπιό Μοντάλ θα ήθελα να πιω ένα Lagavulin μαζί σου...
Εξαιρετικό βιβλίο,από τα καλύτερα νουάρ που έχω διαβάσει!!Συστήνεται ανεπιφύλακτα για τις καλοκαιρινές διακοπές! Ζεις και αγωνιάς στη Μασσαλία μαζί με τον πρωταγωνιστή Φαμπιό Μοντάλ,ερωτεύεσαι,ακούς τις "ψαγμένες"τζαζ και μπλουζ μουσικές επιλογές του,αλλά και προβληματίζεσαι για τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα που ταλανίζουν την πόλη του(ισως βρείς και παραλληλισμούς).Τέλος,θέλεις να ζωντανέψει μπροστά σου ο ίδιος ο Φαμπιό και να μοιραστείτε παρέα ένα παστίς αγναντεύοντας την αιώνια θάλασσα!
Οσο κι αν με ζορισε στην αρχη, τοσο θελω πλεον καποια στιγμη να το ξαναδιασω! Ποτε δεν πιστευα οτι ενα τοσο "μαυρο" βιβλιο θα με ταρακουνουσε τοσο πολυ. Soleas: γροθια!
Δυστυχώς δεν κατάφερε να μου κάνει κλικ ο πρώτος τόμος της τριλογίας, κυρίως λόγω της μετάφρασης που με ξενέρωσε τελείως - δεν μπορείς να μεταφέρεις όλες τις βωμολοχίες και το λαϊκό τρόπο ομιλίας των πρωταγωνιστών, αλλά να γράφεις πάντα "μήτε" αντί για "ούτε", "τούτο" και "δαύτος" και άλλα τέτοια κουλά. Λίγο αυτό, λίγο και ο αφηγητής που δεν με συγκίνησε ιδιαίτερα, για την ώρα το αφήνω στην άκρη και θα δοκιμάσω αργότερα τους Βατσημάνηδες που τους έχω από καιρό στο στόχο - δεν είμαι ακόμα έτοιμη να παραιτηθώ τελείως από τον Ιζό.
Το να τελειώσεις ένα βιβλίο σαν και αυτό σε κάνει να αισθάνεσαι πως έχασες ένα κομμάτι που δεν ήξερες πριν την ανάγνωση πως είχες. Τρεις ιστορίες, τρεις πρωταγωνιστές: ο αφηγητής μας, Φάμπιο Μοντάλ, η πόλη μας, η Μασσαλία, μα και η θάλασσα, η Μεσόγειος. Η επιτομή του μεσογειακού νουάρ, με όλες τις προβληματικές του συγκεντρωμένες: διαφθορά, ρατσισμός, μίσος, βία, μα και μαζί ο έρωτας, η ζωή και ο θάνατος. Όλα παρόντα, με τον Ιζζό να μεγαλουργεί στην γραφή, σερβίροντάς μας απλόχερα ιστορίες που 20 χρόνια μετά την έκδοση τους παραμένουν επίκαιρες. Οι συνθήκες της Μασσαλίας του '90 δεν διαφέρουν με την Ελλάδα της τελευταίας δεκαετίας. Η μετανάστευση και η κρίση, η η άνοδος της ακροδεξιάς και του ακραίου ισλαμισμού σαν απελπισμένη λύση, η καταδυνάστευση μιας χώρας από την διαπλοκή και το έγκλημα, αλλά κυρίως ο θάνατος του καλύτερου αύριο, πριν καν αυτό ξημερώσει. Όμως συνοδός μας είναι ο πλέον αγνός και καλός ήρωας, ο Φάμπιο Μοντάλ. Ένας άνθρωπος που σιχαίνεται την βία, όπως σιχαίνεται και το άδικο. Όμως ταυτόχρονα είναι ένας ξεροκέφαλος και παρορμητικός άνθρωπος που κάνει μεγάλα λάθη. Η καρδιά του όμως είναι εκεί που πρέπει. Δεν υπάρχουν πολλά για να πεις για την "Τριλογία της Μασσαλίας" και να ακουστούν πρωτότυπα. Είναι από τα βιβλία που σχεδόν όλοι λατρεύουν. Σίγουρα, όμως, είναι και ένα ταξίδι για την ψυχή του αναγνώστη, παρέα με την ψυχή του Μοντάλ. Είναι από τα βιβλία που μέσα τους ανακαλύπτεις τον εαυτό σου.
Τριλογία Νουάρ μυθιστορημάτων η οποία εμφανίζει όλες τις αρετές και τα ελαττώματα των Γαλλικών ταινιών: Ομορφιά, συναίσθημα, ερωτισμός, πολιτική σκέψη αλλά και μπόλικη φλυαρία..Η ατελείωτη (στην πρώτη ιδιαίτερα ιστορία, όπου -ευτυχώς-δεν εγκατέλειψα) παράθεση δρόμων, τοποθεσιών, κρασιών κ.α. αντί να προσδίδει αληθοφάνεια, αποσυντονιζει και κάνει την αφήγηση να χωλαίνει. Από την άλλη, κάτω από όλο αυτό τον θόρυβο υπάρχουν τρεις πολύ ενδιαφέρουσες σκοτεινές ιστορίες οι οποίες άπτονται " καυτών " και διαχρονικών θεμάτων: ρατσισμός, ξενοφοβία, οργανωμένο έγκλημα και διασυνδέσεις αυτού με την πολιτική... Επιπλέον, γυρνώντας τις σελίδες ανακαλύπτεις γνήσιο συναίσθημα και στιγμές καθημερινής ομορφιάς. Και η ποιοτική γλώσσα εξελίσσεται -μέσα από μια διαδικασία σταδιακής ωρίμανσης- σε εξαιρετική από το πρώτο προς το τελευταίο μυθιστόρημα. Τελικά, παρά τα επιμέρους μικροατοπήματα , η ανάγνωση αποδεικνύεται απολαυστική και αισθάνεσαι μια θλίψη γυρνώντας την τελευταία σελίδα για την παρέα που χάνεις.
Αυτό είναι κάτι αρκετά περισσότερο από ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα. Αγγίζει ζητήματα που είναι πολύ πιο κοντά μας από όσο συνήθως νομίζουμε, με ωμό, πολλές φορές, ρεαλισμό. Επίσης, "συνοδεύεται" από ένα εξαιρετικό soundtrack, τόσο ζωντανό που νομίζεις ότι πραγματικά το ακούς... (https://youtube.com/playlist?list=PLQ...)
Ήθελα να διαβάσω την τριλογία του Ιζζό, αφού διάβασα την τριλογία του Αττιά. Αναπόφευκτα λοιπόν δεν μπορώ να αποφύγω μια μικρή σύγκριση των δύο συγγραφέων, αν και είναι λίγο άδικη η σύγκριση.
Ο Ιζζό γράφει για μια πιο σύγχρονη Μασσαλία. Διαπραγματεύεται πολύ πιο σύγχρονα προβλήματα της κοινωνίας μας και θέματα που ίσως είναι πιο ευαίσθητα: η λαθρομετανάστευση, ο ρατσισμός, η διαφοροποίηση, ο υπόκοσμος, οι μπράβοι και η Μαφία. Μέσα σε τρία βιβλία ξεκινά από την αντιμετώπιση των πιο μικρών και καθημερινών προβλημάτων (ρατσισμός) και καταλήγει στο τεράστιο πρόβλημα του ελέγχου από τις μεγάλες εγκληματικές δυνάμεις.
Ο ήρωας της τριλογία, Φαμπιό Μοντάλ δεν είναι τυπικός αστυνομικός και μέχρι το τέλος της τριλογίας δεν είναι καν αστυνομικός. Δεν ξέρω αν είναι καν συμπαθής. Πίνει πολύ, του αρέσει το ψάρεμα, είναι ξεροκέφαλος και δεν εκφράζει τα συναισθήματά του στους ανθρώπους που είναι σημαντικοί γι' αυτόν, αλλά είναι πιστός στις αρχές του. Γενικά δύσκολος χαρακτήρας και αυτό του δημιουργεί προβλήματα όχι μόνο στην δουλειά του, αλλά και με την γυναίκα της ζωής του και τους φίλους του. Στο δε τελευταίο βιβλίο η ζωή του αποδομείται εντελώς σταδιακά.
Μου άρεσε το ύφος του Αττιά περισσότερο. Διαφορετική σκληρότητα στο βιβλίο του Ιζζό, πιο έντονη γλώσσα, γενικά πιο μπρουτάλ βιβλία. Τελειώνουν με μια πικρή γεύση για την κοινωνία μας.
OMG...Δεν έχω λόγια απλά. Στην αρχή ομολογώ πως δεν το πήρα ζεστά, κάπως με κούρασαν οι τόσες περιγραφές για τη Μασσαλία, τα μπαρ κλπ. Αλλά αυτό ήταν για τις πρώτες σελίδες. Από εκεί και έπειτα το διάβασα πραγματικά απνευστί... Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψω το πως νιώθω αυτήν την στιγμή. Jesus... Φαμπιό...
Εξαιρετικό βιβλίο.Κοινωνικός προβληματισμός, δυνατή λογοτεχνική γλώσσα και μια περιγραφή της Μασσαλίας, που σε προκαλεί να την επισκεφτείς.Το λάτρεψα.Και το συνιστώ ανεπιφύλακτα σε όλους τους βιβλιόφιλους.
In un breve saggio contenuto nella raccolta edita in Italia con il titolo Aglio, menta e basilico – Marsiglia, il noir e il Mediterraneo (Edizioni e/o), Jean-Claude Izzo lo mette nero su bianco: “Non penso di essere uno scrittore che desta unanimi consensi. (…) Non faccio concessioni, né nel merito né nella forma".
L’affermazione è a prova di smentita. L’opera del noirista francese, che si caratterizza per una potente prosa lirica mai disgiunta dall’impegno politico, ha lasciato il segno nel panorama della letteratura poliziesca proprio in virtù dell’estrema limpidezza tematica e stilistica. Izzo ha vissuto e scritto in simbiosi con i suoi ideali, e il trittico di romanzi in commento – la cosiddetta “trilogia marsigliese” – ne dà piena testimonianza. La prosa è agile, ritmata, priva di abbellimenti. Come ricorda Nadia Dhoukar nella sua introduzione, l’autore ha mosso i primi passi come poeta: ciò conferisce alla sua scrittura una particolare concisione evocativa e un’enfasi quasi lirica; gli enunciati brevi, talvolta brevissimi, abbozzano più che descrivere e – forse per tale ragione – finiscono col restituire immagini sorprendentemente nitide. La penna di Izzo scolpisce, riduce all’osso. Il risultato è un mix sapiente di toni aspri e amabili, un linguaggio puro e al tempo stesso ricercato che non rinuncia alla delicatezza anche nella rappresentazione dei crimini più feroci: Izzo, insomma, mette in scena la violenza con una sensibilità che costituisce un unicum nell’universo noir. La chiave per comprendere e apprezzare sino in fondo l’opera del noirista marsigliese è contenuta, a ben vedere, in una parola: musicalità. Musicalità del linguaggio, lo si è detto. Ma vi è di più. La musica gioca infatti un ruolo fondamentale, negli scritti di Izzo, corre sotto la pelle del testo permeandolo di un’energia vibrante. Come Fabio Montale – il tormentato protagonista della trilogia – Izzo è appassionato di jazz e dissemina la narrazione di gustosi intermezzi musicali; Montale ascolta John Coltrane, Ray Charles, Dizzy Gillespie, Nat King Cole, il nostro Paolo Conte. Gli stessi titoli dei romanzi che compongono la trilogia richiamano brani o gruppi musicali: Casino Totale cita il gruppo marsigliese degli IAM, Chourmo (che in provenzale significa letteralmente “la ciurma, i rematori della galera”) chiama in causa i Massilia Sound System, altro gruppo marsigliese, mentre Solea ci riporta a uno dei pezzi più belli e struggenti di Miles Davis. Se veniamo poi ad analizzare le tematiche affrontate nella raccolta, non sfuggirà come al lirismo metropolitano si accompagni una forte presa di posizione politica. Nonostante abbia affermato in più occasioni che “scrivere gialli non è un altro modo di militare” ma soltanto “una maniera di trasmettere … dubbi … angosce … felicità … piaceri”, vi è sempre, in Izzo, una forma di militanza: contro l’indifferenza (considerata la piaga più dolorosa del nostro tempo) e la cultura dell’omologazione; contro prevaricazione, xenofobia e ogni manifestazione di intolleranza; contro il sistema di intrecci fra imprese, politica e criminalità organizzata. Contro tutti i poteri forti, insomma, in sintonia con gli ultimi della società. Fabio Montale, il narratore delle tre vicende marsigliesi, dà voce alle istanze dell’autore e si fa interprete delle sue tribolazioni e delle sue speranze. Nato e cresciuto nei quartieri più poveri di una Marsiglia in cui “anche per perdere bisogna sapersi battere”, lascia la strada dell’illegalità e diventa sbirro; sbirro atipico, tuttavia, più educatore di strada che poliziotto. Il personaggio è forte e ben delineato; in una parola: riuscitissimo. Con il suo creatore, Montale condivide, oltre alle competenze musicali di cui si è detto, anche l’amore per il buon mangiare e per il buon vino. L’attenzione per la cucina non è affatto una novità, nel panorama poliziesco contemporaneo – basti pensare ai detective “buongustai” Pepe Carvalho e Montalbano – ; in Izzo, tuttavia, la tradizione e l’arte culinaria arrivano ad esprimere il senso di appartenenza a un’intera comunità. L’autore ci rimanda costantemente ai sapori della sua città (vero e proprio personaggio della trilogia in commento e protagonista indiscussa al pari di Fabio Montale) e con essi all’anima di un luogo che non può non riscattarsi insieme a tutto ciò che è bello.
Scritta e pubblicata negli anni Novanta del secolo scorso, la trilogia ha conosciuto un enorme successo di critica e di pubblico. Letta d’un fiato, essa apparirà come un’unica narrazione in tre atti attraversata da un senso di tragedia incombente che rimanda ai classici della letteraria greca.
In Casino totale (titolo originale Total Khéops, 1995, Gallimard Série Noire), primo capitolo della trilogia, Pierre Ugolini abbandona il suo buen retiro nei Mari del Sud e torna a Marsiglia per vendicare un compagno di gioventù assassinato dalla malavita; quando lui stesso rimarrà ucciso, toccherà a Fabio Montale il compito di fare giustizia. Chourmo – Il cuore di Marsiglia(1996) è il più marcatamente “sofocleo” fra i romanzi in oggetto e racconta la discesa agli inferi di una famiglia apparentemente esemplare ma divorata al suo interno dal cancro feroce della criminalità organizzata. A innescare l’intreccio è l’omicidio di Guitou, un ragazzo alle prime esperienze di vita; nel tentativo di vederci chiaro Montale, che dopo il “casino totale” della precedente indagine ha lasciato la polizia, scoperchierà il classico vaso di Pandora e assisterà, in un crescendo di violenza, all’abbattersi di un destino sanguinoso e beffardo sulle macerie della sua stessa famiglia. Nell’ultimo (e più struggente) episodio della trilogia, Solea (1998), Montale raccoglie la disperata richiesta di aiuto di un’amica giornalista finita nei guai a causa di un’inchiesta sulle lliaisons dangereusestra mafia, politica e alta finanza. E’ in questo romanzo che Izzo definisce più compiutamente i confini del “noir mediterraneo”. Come osserva il noirista Massimo Carlotto nella sua pregevole introduzione all’edizione italiana di Aglio, menta e basilico, “il romanzo non racconta più solo una storia nera in un determinato luogo e in un determinato momento ma lo fa a partire da un’analisi ben precisa della criminalità organizzata”, e lo fa per “raccontare storie di ampio respiro”.
Storie di chi, come Izzo e il suo alter ego letterario, “ha dei valori. Dubita. E’ solitario. Ma crede in un certo numero di cose” e ha la sfrontatezza di sperare in un futuro migliore.