Τα αφηγήματα του Κάρολου Τσίζεκ χωρίζονται σε δύο ευδιάκριτες κατηγορίες. Στην πρώτη, που εκπροσωπείται από τη «Λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής» και από τον «Θείο Τσάις», η αναζήτηση του χαμένου χρόνου της παιδικής και της νεανικής ηλικίας του συγγραφέα διαπλέκεται άρρηκτα με την ιστορία της μεσοπολεμικής και κατοχικής Θεσσαλονίκης, καθώς ο αφηγητής ανασύρει από το βασίλειο της λήθης το χαμένο παρελθόν μιας πόλης πολυεθνοτικής, ποικιλόχρωμης, που σφύζει από ζωή. Στη δεύτερη κατηγορία, στην οποία εντάσσονται τα υπόλοιπα αφηγήματα, παρακολουθούμε τη σταδιακή διαμόρφωση της υβριδικής ταυτότητας του συγγραφέα: τσεχικής καταγωγής, με ιταλική και ελληνική παιδεία, μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη, μοιρασμένος ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις, ο Τσίζεκ βιώνει την ετερότητα χωρίς αγκυλώσεις, με κριτική διάθεση και χιούμορ. Η μνήμη, στις δύο μορφές της, την ατομική και τη συλλογική, καθορίζει την αφηγηματική τεχνική και το ύφος του βιβλίου. Οι παλινδρομήσεις της, οι αλλεπάλληλοι συνειρμοί και οι συνεχείς παρεκβάσεις δημιουργούν μια θραυσματική, ρευστή, άκρως γοητευτική αφήγηση, που δανείζεται τους τρόπους άλλοτε της νεωτερικής αυτοβιογραφίας, άλλοτε του χρονικού και άλλοτε του δοκιμίου
Εικαστικός, γραφίστας, μεταφραστής, ποιητής και πεζογράφος, Τσέχικης καταγωγής (Karel Čížek), που έζησε το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του στη Θεσσαλονίκη. Το 1987 πήρε την ελληνική υπηκοότητα.
Από τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα και για περισσότερα από 25 χρόνια δίδαξε στο τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ.
Μιλούσε πολλές ξένες γλώσσες και μετέφρασε στα ελληνικά έργα Τσέχων ποιητών αλλά και Ιταλών ποιητών και πεζογράφων, δοκίμια κ.ά.
ιστορίες για να διαβάζονται με χάρτη - και διαβάστηκαν, τουλάχιστον οι πρώτες δύο που αφορούν τη θεσσαλονίκη του μεσοπολέμου. μια θεσσαλονίκη που δεν υπάρχει πια, αλλά παίρνει ανάσες μόνο μέσα από τις αφηγήσεις και τη μνήμη όσων την έζησαν. ιστορίες για να διαβάζονται και δυνατά με κάποιον που ξέρει την πόλη. σκεφτόμουν μια συνάντηση με τον κύριο τσίζεκ: έναν καλό αφηγητή, με τις δικές του εμμονές, τους επινοημένους εαυτούς του, με την δική του ειλικρινή παρατηρητικότητα του χώρου και των πραγμάτων.
*και όμορφο εξώφυλλο, ζωγραφισμένο επίσης από τον τσίζεκ.
[ένα βιβλίο για μια λιμνοθάλασσα που δεν υπάρχει πια -εκεί είναι χτισμένο το σχολείο που πήγαινα- και για όλα αυτά που ξεθωριάζουν από το τοπίο της μνήμης.]
🦆 οι πρώτες αφηγήσεις που αφορούν τη Θεσσαλονίκη του μεσοπολέμου είναι πάρα πολύ ωραίες. είναι σαν να επιβεβαιώνουν τη φήμη αυτού που κάποτε υπήρξε αυτή η πόλη. κάπου γράφει «είναι θλιβερό να πρέπει σήμερα να ταξιδέψεις στην Ευρώπη για να ξαναδείς κάτι από αυτά που έχασες — αν υποτεθεί ότι ακόμα τα θυμάσαι. αύριο όμως δεν θα τα θυμάται πια κανένας και θα είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ.» 🦆
Εντάξει, ψοφάω να διαβάζω για παλιά Θεσσαλονίκη. Ο τίτλος από μόνος του σίγουρα ενημέρωσε αρκετούς για κάτι που δεν ξέυρανε - πχ. εμένα.
Το περιεχόμενο δεν περιορίζεται καθόλου στη Θεσσαλονίκη (την εμπεριέχει σε ικανοποιητικό βαθμό όμως, ορυχείο εκεί που τώρα είναι το macro όπου συχνάζαν το βράδυ ζευγαράκια; nice) αλλά είναι μια ενδιαφέρουσα αφήγηση τύπου "πετυχα συμπαθητικό κυριούλη στο καφενείο και μου έλεγε ιστορίες απ' τη ζωή του επί 3 ώρες".
Επίσης μου αρέσει να μου θυμίζουν την ανθρώπινη πλευρά της Ιστορίας, με άλλα λόγια το πώς μπορεί να τη βίωσε ο κάθε άνθρωπος, πιότερο από νούμερα και μεγάλα γεγονότα.
Οπότε 4 αστεράκια, αλλά υποκειμενικότης όπως πάντα (και δική μου ως βαθμολογία και του συγγραφέα).