Από τις εκδόσεις Ίκαρος κυκλοφόρησε το βιβλίο της Μάτσης Χατζηλαζάρου Ποιήματα, 1944-1985. Τρία χρόνια μετά τον θάνατο της, παρουσιάζεται - για πρώτη φορά συγκεντρωμένο σε έναν τόμο - το σύνολο του ποιητικού έργου της Μάτσης Χατζηλαζάρου.
Η Μάτση Χατζηλαζάρου (πραγμ. όνομα: Μαρία – Λουκία Χατζηλαζάρου) ήταν Ελληνίδα ποιήτρια. Θεωρείται από πολλούς ως η πρώτη ελληνίδα υπερρεαλίστρια ποιήτρια.
Συγκεντρωμένα όλα τα ποιήματα που εξέδωσε η πρώτη υπερρεαλίστρια ποιήτρια της Ελλάδας. Από τα πρώτα της βήματα στην ποίηση και τον υπερρεαλισμό, όπου την μύησε ο τρίτος της σύζυγος, Ανδρέας Εμπειρίκος, τον οποίο και εγκατέλειψε για έναν άλλο ποιητή, έναν άλλο Ανδρέα (Καμπά) -σε ποιόν άραγε απευθύνει την αφιέρωση της πρώτης της συλλογής. Τον έρωτα ποιού εξυμνεί; Του Εμπειρίκου, του Καμπά ή τον Έρωτα με Ε κεφαλαίο;
"Κι όλοι ρωτούσαν ποιον εννοεί. Τον Εμπειρίκο που άφηνε ή τον Καμπά που ακολουθούσε. Τώρα γνωρίζω πως η αφιέρωση «στον Ανδρέα δεν περιείχε αμηχανία —«σε ποιον»— αλλά τόλμη. Και στους δύο. Γιατί ο πρώτος της είχε δώσει τον τρόπο, τη διέξοδο να εκφραστεί, και ο δεύτερος αιτία για να εκφραστεί. " θα πει ο Μάνος Χατζιδάκις [«Για τη Μάτση Χατζηλαζάρου που έφυγε το απόγευμα της Τρίτης στις 16 Ιουνίου του ’87»· Αντί, τχ. 351 (Ιούλιος 1987), σ. 35.]
Γήινη και συνάμα αέρινη, φυσιολάτρης και στοχαστική ως χαρακτήρας και δημιουργός, η ποίηση που μας παρέδωσε είναι σάρκινη αλλά και λυρική, απόλυτα ερωτική ακόμη κι όταν το θέμα της δεν είναι ο έρωτας.
Αντίστροφη αφιέρωση εσένα σ’ έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς εσένα σ’ έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ’ ωρίμασε η θάλασσα σ’ ερωτεύω σε ζηλεύω σε γιασεμί σε καλπασμό αλόγου μες στο δάσος το φθινόπωρο με φοράω νέγρικο προσωπείο για να μας θέλεις εσύ με κεντρίζεις μεταξένια άσπρο μου κουκούλι με κοιτάζεις πολύ προσεκτικά tu m’ abysses tu m’ oasis je te gougouch je me tombeau bientôt εσένα σ’ έχω δέκα ανθρώπους του Giacometti σ’ έχω κόνδορα καθώς απλώνεσαι πάνω από τις Άνδεις σ’ έχω θάλασσα γύρω τριγύρω από τα νησιά του Πάσχα εσύ σπλάχνο μου πως με γεννάς σε μίσχος σε φόρμιγξ με φλοισβίζεις σε ζαργάνα α μ’ αρέσει δυο κροταλίες όρθιοι στρίβουν και ξαναστρίβουν γλιστρώντας ο ένας γύρω απ’ τον άλλο όταν σταματήσουν η περίπτυξή τους είναι το μονό- γραμμά σου tu m’ es Mallarmé Rimbaud Apollinaire je te Wellingtonia je t’ocarina εγώ σε Τσεπέλοβο Πάπιγκο Ελαφότοπο εγώ σε Βίκο με τα γιοφύρια του κει που διαβαίνει ο χρόνος σ’ έχω πει και ψέματα για να τους ξεγελάσουμε εγώ σ’ έχω άρωμα έρωτα σ’ έχω μαύρο λιοντάρι σε ονειροβάτησα μαζί μου ως το γκρεμό εσέ ασύλληπτο θυμάμαι και τον ύπνο μου χάνω εσύ μάχες και ένσαρκα άλογα του Uccello εσύ δωρητής (δεξιά κάτω της εικόνας) εκείνου του μικρού κίτρινου αγριο- λούλουδου εσύ κένταυρου ζέση εσύ συντεχνία ολάκερη που έργα ποιείς διαβαίνοντας εν τη ανωνυμία je te ouf quelle chaleur tu m’ accèdes partout presque je te glycine εσύ φεγγάρι που ένα σύννεφο αναβοσβήνει εσύ δε βαριέσαι παράτα το το σύμπαν έτσι που το’ χουμε αλαζονήσει και δαύτο πώς να συναντηθούμε ποτέ εσύ σε τρυφερό λόγο με το λόγο έτσι δεν είναι πες
εσύ σελίδα μου εσύ μολύβι μου ερμηνευτή μου σε ανοίγω συρτάρια πώς γιατί δεν ήρθες τόσες φορές σε ξεμάκρυνα εγώ λέω τώρα δίχως τέλος λυπάμαι σε κρυάδα γνώρισες ποτέ την καρδιά μου σε μιαν έκπαγλη χρονιά ανταμώσαμε σε ληστεύω από αλλουνού τα χέρια σε ακούω από δω από κει σε σιωπώ μες στην απέραντη τρυφερότητα σιγά σιγά να καταλαγιάσουμε όλα δεν τα’ χω πει
Τα λουλούδια των δέντρων είναι τα πουλιά. Το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα τού ακρογιαλιού. Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι. Η ποίησή μας είναι η ζωή.
γιατί «ένα φιλί όπως και να το πάρεις τι είναι» ένα φιλί είναι ένα μεγάλο σφουγγάρι της θάλασσας
Dédicace à revours για την Μάτση. Η πρώτη ελληνίδα υπερρεαλιστρια ποιήτρια άγνωστη στο ευρύ κοινό, καθώς δεν αναδημοσιεύεται συχνά. Καταλυτική η παρουσία του Εμπειρίκου που έζησαν 4 χρόνια μαζί. Ο Εμπειρίκος, εκτός από πρώτος σύζυγος της, ήταν ο ψυχαναλυτής της και εκείνος που της εμφύσησε τις αισθητήριες γραμμές του υπερρεαλισμού, άλλωστε ήταν ο εισηγητής του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα. Η Ματση γράφει για πολλά αλλά κυρίως για αυτό που μετράει. Για τον έρωτα.
Ξεκίνησα να διαβάζω πέρσι την ποιητική συλλογή της Μάτση Χατζηλαζάρου στην παραλία. Ήμουν στην αγαπημένη μου Εύβοια, το βιβλίο έπεσε στο νερό, το έβγαλα πανικόβλητη, το στέγνωσα, δεν το ξανάνοιξα μέχρι φέτος. Γύρισα στον έρωτα που είχα και νόμιζα ότι θα είχα για πάντα, σαν θαλασσινή πέτρα που φθείρεται απ’ το αλάτι, αλλάζει μορφή, αλλά παραμένει, ειδικά αν την πάρεις σπίτι, είναι τόσο όμορφη βρεγμένη. Μετά στεγνώνει, θαμπώνει, δε μοιάζει με το βότσαλο που αντίκρισες πρώτη φορά.
Φέτος είχα μόνο το βιβλίο στα χέρια μου, ούτε έρωτες, ούτε πέτρες, διάβαζα και ξαναδιάβαζα τα ποιήματα της, τον τρόπο που λαχταρούσε, που μαράζωνε, που αγαπούσε, ναι, η Μάτση γράφει με το σώμα, με τα χέρια, τον εγκέφαλο, την καρδιά, ξεγεννάει τον έρωτα ξανά και ξανά από τα σπλάχνα της, δεν επιβιώνουν όλοι οι έρωτες, δε γεννιούνται για να επιβιώσουν όλοι, δε μπορείς να τους πάρεις στα χέρια σου και να τους σώσεις όταν καλά καλά δεν αναπνέουν τη στιγμή που τους σπρώχνεις προς τα έξω.
Η Μάτση Χατζηλαζάρου ήταν η πρώτη υπερρεαλίστρια ποιήτρια, της γλώσσας μας τουλάχιστον. Είχε σκοπό να ζήσει με τον τρόπο που έγραφε, παθιασμένα, έντονα, ορμητικά, και ίσως και να το έκανε, ίσως πέρασε μέσα απ’ όλα τα κύματα των συναισθημάτων και άφησε να την κατακλύσουν, να λεκιάσουν το χαρτί για να τα διαβάζω εγώ σήμερα σε μια διαφορετική παραλία, ευχόμενη το βότσαλο να έμενε βρεγμένο και γυαλιστερό για πάντα. Ίσως τελικά χρειάζομαι ένα κοχύλι.