Εδώ, στο νησάκι μου, είμαι βασιλιάς. Περπατώ με μεγάλα βήματα, είμαι στο κέφι, και καταλαβαίνω το Θεό και τους προγόνους μου να μου κρατάν σιωπηλή συντροφιά. Σηκώνουμαι πολύ πρωί και κάνω ένα μικρό περίπατο γύρω στο μεγάλο και παράξενο βράχο, που κρέμεται απάνου απ' το σπιτάκι μου. Έτυχε, με σεισμό, να τον ακούσω να τρίζει απάνου απ' το κεφάλι μου. Το καλοκαίρι, σαν κάνει ζέστη τ' απομεσήμερο, πάω και ξαπλώνουμαι στον ίσκιο του, και το μάτι μου βιάζεται να λογαριάζει το ανιστόρητο βάρος που κρέμεται στον αγέρα. Με πιάνει ζάλη και μου φαίνεται πως ξεφεύγει το κούτελό μου.
Μέσα στην ιστορία, που τυπώνω παρακάτου, ένας ερημίτης γράφει: "Και η αγάπη από μέρος των ομοίων μου θα 'ταν για μένα μιαν ανυπόφορη ανησυχία." Αυτός ο Σπανιόλος είναι μέσα στην καρδιά μου, γιατί αυτά τα λογία εγώ δε θα μπορούσα να τα βρω ποτές μου. Οι Σπανιόλοι μου αρέσουν, μου αρέσουν ακόμα οι Μπρετόνοι κ' οι νησιώτες του ελληνικού πελάγου. Περισσότερο όμως μου αρέσει η ερημιά. Τώρα θέλω να ξεκουραστώ. Πέρασα ένα χειμώνα στη Βαρκελώνα, ένα χρόνο στο Πόρτο, άλλο τόσο στο Σαιν Μαλό και στο Καλβαντός, στη Ντορντόνια λίγους μήνες, στο Παρίσι απάνου από τρία χρόνια. Είδα περαστικός τη Σενεγκάλη και τη Λιμπερία, τραβώντας για την Αγκόλα. Έγραψα του εξερευνητή Σάκλετον, παρακαλώντας τον να στρέξει να πάω μαζί του στο Νότιο Πόλο, μα δεν έγινε τρόπος...
Αυτή τη στιγμή μου φαίνεται πως βλέπω αντίκρυ, απάνου στον τοίχο, την Κονκόρντ του Παρισιού γεμάτη νευρικό κόσμο που μυρμηγκιάζει, μελανιασμένος από το κρύο. Εγώ τρίβω τα χέρια μου μέσα στο ζεστό καλύβι μου, διαβάζοντας το "Ροβινσών Κρούσο".
Γεννημένος στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας το 1895, ο Κόντογλου αναδείχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους Έλληνες ζωγράφους και πνευματικούς δημιουργούς του 20ού αιώνα.
Νέος ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ευρώπης, όπου γνώρισε και σπούδασε τη "δυτική" λεγόμενη ζωγραφική, αλλά τελικά αφιερώθηκε στη βυζαντινή τέχνη και ιδιαίτερα στην αγιογραφία, που γνώρισε σε βάθος όταν επισκέφθηκε το Άγιον Όρος, το 1923. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, στη συνοικία Κυπριάδου, σ' ένα σπίτι που διατηρείται σήμερα ως μνημείο από την κόρη του και τον γαμπρό του.
Φιλοτέχνησε πολλές φορητές εικόνες, εικονογράφησε εκκλησίες της Αθήνας, που σήμερα θεωρούνται μνημεία της βυζαντινής αγιογράφησης, συντήρησε τις τοιχογραφίες του Μυστρά, ενώ ανάμεσα στις σημαντικότερες δημιουργίες του συγκαταλέγονται η διακόσμηση μιας αίθουσας του Δημαρχείου Αθηνών και οι τοιχογραφίες του σπιτιού του με την τεχνοτροπία του fresco. Τα έργα του, που έχουν εκτεθεί σε μεγάλες εκθέσεις βρίσκονται σήμερα σε μουσεία, πινακοθήκες και ιδιωτικές συλλογές.
Παράλληλα, ο Κόντογλου υπήρξε προικισμένος συγγραφέας, υπέρμαχος της Ορθοδοξίας και της ελληνικής παράδοσης, λάτρης της ελληνικής φύσης και μέγας Θαλασσογράφος. Αυτά τα θέματα πραγματεύεται στα βιβλία του και σε πάνω από τρεις χιλιάδες άρθρα του, δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά. Με ζέση, γνώση, δυνατό λόγο, μα πάνω απ' όλα με μεγάλη καρδιά. Για το σύνολο της προσφοράς του στα ελληνικά γράμματα και την τέχνη βραβεύτηκε από το κράτος και την Ακαδημία Αθηνών.
Στο εκδοτικό σημείωμα ο Σταύρος Ζουμπουλάκης μας αναφέρει αναλυτικά το ιστορικό και τις διαφορετικές εκδόσεις του συγκεκριμένου έργου τις οποίες και είχε επιμεληθεί ο ίδιος ο συγγραφέας.
Στον πρόλογο του ο Κόντογλου,κάνει μια ανάλυση στο έργο του Νταφόε και ασκεί οξεία κριτική στην σύγχρονη του λογοτεχνία.
"Για μένα, ο καλλιτέχνης έχει τη ζωηρή εντύπωση πως ζει μέσα σ' ένα άπειρο. Έτσι μοναχά βγαίνει όξω από τα στενά σύνορα της εποχής και της πατρίδας, και υψώνεται στο μοναδικό τύπο, που ζει μεσ' στον αιθέρα της απόλυτης ελευθερίας."
Ο Φώτης Κόντογλου, το 1920, βαθιά επηρεασμένος από τον "Ροβινσώνα Κρούσο" του Νταφόε, γράφει τις περιπέτειες ενός διαφορετικού Ροβινσώνα που στο δρόμο του θα συναντήσει έναν αλλιώτικο Παρασκευά. Αφηγητής μας είναι ο Βάκα Γκάβρο, στερνός απόγονος της γενεάς του Λεοκάντιου Κάλβου. Έχοντας τη θάλασσα και την περιπέτεια στο αίμα του, ο Βάκα ξεκινά τα ταξίδια του στα λιμάνια του κόσμου, περνώντας ωκεανούς, γυρεύοντας το "Ελδοράντο" του, ώσπου το βρήκε στο νησί Φαγκούα κάπου στον ινδικό ωκεανό. Θα συναντήσει τον Όσο, έναν άνθρωπο απόμακρο, αρκετά παράξενο, που τους ένωσε η ίδια "τρέλα". Αποφάσισαν να ζήσουν απομονωμένοι σ' ένα παρακείμενο νησάκι. Εκεί θα διαδραματιστεί το σημαντικότερο μέρος της ιστορίας του Βάκα. Μια ιστορία συμβίωσης και σύμπραξης δύο ετερόκλητων ανθρώπων. Μια ανάγκη για αναζήτηση εαυτού και του πραγματικού. Καθετί χάνει το όνομα που του έχει δοθεί και όσα αυτό κουβαλά. Το πρωταρχικό απεκδυμένο από πολιτισμικές παρεμβάσεις.
"Βλέπω τα πράματα ίσια, χωρίς η εντύπωση να βλαφτεί απ' ό,τι έμαθα να καταλαβαίνω ως τώρα, λέγοντας αυτά τα δύο λόγια : Νερό και Γης... Εδώ καν δεν υπάρχουν πλέον ονόματα, παρά τα ίδια πράματα πέφτουν απάνου στην ψυχή μου με το βάρος τους, άγρια και αδιάφορα, γυμνά από τη φιλική διάθεση, που τους δίνει στα μάτια μας η ανθρώπινη γλώσσα..."
Μια ιστορία με έντονα μεταφυσικά στοιχεία όπου το παρελθόν μεταπηδά στο παρόν με τρόπο απόκοσμο. Ένα οδοιπορικό θαλασσοπόρων και πειρατών, σε αιώνες διαμάχης μεταξύ Ισπανών και Πορτογάλων για έλεγχο των νησιών της ινδικής θάλασσας.
Διαβάζοντας τον Πέδρο Καζάς δεν ξέρω αν έζησα τριακόσια χρόνια ή αν γύρισα απ' τον Άδη, αν το βρήκα στο Οπόρτο ή στην Αθήνα, αν ιδρώνω κάτω απ' τον Σταυρό του Νότου ή αν δακρύζω μέσα στη Μεσόγειο.
«Αφήστε με να κλάψω για ένα ρημονήσι του Ωκεανού... Οι νύχτες είναι ψυχρές και καθαρές. Κάποτε κάποτε περνά χαμηλά, απάνω απ' τη θάλασσα, ένα παράξενο σύννεφο αραιό και κλωσμένο σαν καπνός από τσιγάρο. Το μυαλό μου είναι καθαρό, όπως ο ουρανός του Οπόρτου τον Απρίλη. Πάω και κάθουμαι κοντά στο κανάλι και κοιτάζω τον πράσινο βυθό, για να δω να περνά κανένα ψάρι. Συχνά έρχεται στο κεφάλι μου η ιδέα πως είναι μοναχός απάνω σ' ένα νεκρό άστρο... Και όμως ανάμεσα στις πέτρες βρίσκω κάποτε κάτι μικρά κρίνα, που δεν τα είχα δει ως τώρα... Άραγες γιατί χασμουριέμαι τόσο συχνά;... Ανοίγω το στόμα μου άθελα, χωρίς να νυστάζω. Δεν κοιμάμαι ολότελα... Μού φαίνεται πως ποτές μου δε νύσταξα...».
Αυτή η έκδοση μου άρεσε πάρα πολύ. Η εικονογράφηση του Κόντογλου πολύ. Η ιστορία έτσι κι έτσι. Το επίμετρο καθόλου. Ήθελα να έχω περισσότερα στοιχεία για την ιστορία καθ'αυτή, τις λογοτεχνικές επιρροές ίσως του Κόντογλου (για μένα είναι ο Πόε) ή την ερμηνεία που δίνεται σε αυτό το έργο σήμερα. Αυτά δεν υπήρχαν αλλά υπήρχε το ιστορικό των εκδόσεων του έργου στο Παρίσι ή το Αϊβαλί... Είναι ο Πέδρο Καζάς του Κόντογλου ένας Δράκουλας κουρσάρος; Γιατί και πως δέχεται και ζει με τον ήρωα σε αυτό το νησί; Πως προκύπτει το όνομα Όσο; Τι είναι "Κάβνα"; Γιατί ο Λεοκάντιο Κάλβο ήταν θαμμένος στο ίδιο νησί; Δέχομαι απαντήσεις στα σχόλια, αν εσείς καταλάβατε!
Αναστατική έκδοση της τρίτης και ουσιαστικά οριστικής έκδοσης του Πέδρο Καζάς του Κόντογλου (Γλάρος, Αθήνα 1944). Το βιβλίο περιέχει και εκδοτικό σημείωμα του Σταύρου Ζουμπουλάκη με την εκδοτική ιστορία της νουβέλας. Περιλαμβάνεται επίσης και η πρώτη έκδοση της "Ευτυχίας".
Το βιβλίο σε συνεπαίρνει σταδιακά και η γλώσσα του είναι πολύ ελκυστική. Δεν είναι τυχαίο που μεγάλοι Έλληνες λογοτέχνες εξήραν την λογοτεχνική του αξία, όπως ο Σικελιανός, Καζαντζάκης κ. ά.
«Εδώ καν δεν υπάρχουν πλέον ονόματα, παρά τα ίδια πράγματα πέφτουν απάνου στην ψυχή μου με το βάρος τους, άγρια κι αδιάφορα, γυμνά από τη φιλική διάθεση, που τους δίνει στα μάτια μας η ανθρώπινη γλώσσα». Ο Βάκα Γκάβρο αποφασίζει να ζήσει μακριά από τους ανθρώπους στο νησί Ζάτο, απομονωμένο και άγριο, με μόνη συντροφιά του έναν πολύ παράξενο άνθρωπο τον Όσο. Αφηγηματικά πολυεπίπεδο, με απανωτές εκπλήξεις για τον αναγνώστη και σε μια συνεχή αναμέτρηση με τα όρια της ανθρώπινης γλώσσας, το Πέδρο Καζάς είναι ένα πραγματικά γοητευτικό βιβλίο. Η ανάγκη για μοναξιά, για απλότητα, η απέκδυση του πολιτισμού μπορεί να μας κάνει να αγαπήσουμε ξανά σε βάθος τη φύση και τον τόπο αλλά μπορεί πραγματικά κανείς να ζήσει σε πλήρη απομόνωση μακριά από τις ανθρώπινες κοινωνίες; Μέσα από ιστορίες ναυτικών, ταξίδια, εξωτικά μέρη, εξιστορήσεις στα όρια του φανταστικού ο Κόντογλου καταθέτει ένα κείμενο υπόρρητα (και ρητά αν λάβουμε υπόψη μας τον πρώτο πρόλογο και τον επίλογο της εν λόγω έκδοσης, γραμμένο από τον ίδιο κάποια χρόνια μετά) αιχμηρό, προς προβληματισμό.