Η στιγμή που κάποιος πεθαίνει μερικές φορές έχει μια πτυχή τραγική και μία κωμική. Τραγική όταν βλέπεις τα πράγματα από πολύ κοντά, όταν είσαι ο κοντινός συγγενής και κωμική όταν τα βλέπεις μακροσκοπικά, σαν ένας ξένος που θα μπορούσε να δει τη στιγμή πριν και τη στιγμή μετά, αναλύοντας τις κινήσεις και όχι τις τελευταίες σκέψεις που ούτως ή άλλως απέχουμε πολύ για να μπορούμε να τις καταλάβουμε πριν φτάσουμε και εμείς στην ύστατη στιγμή. Αυτή ήταν η σκέψη μου με ελαφρό σοκ απ’ τη συνειδητοποίηση της όταν διάβασα στα πρώτα κεφάλαια πως και πότε πέθανε ο πατέρας του Χιού, κάτω από ποιες συνθήκες και μέσα στο σύνολο μια ορισμένης εικόνας. Αμέσως, δε μπόρεσα να εμποδίσω τη σκέψη μου να δει με άλλα μάτια και όχι τα κοντινά ενός συγγενή, αλλά απαλλαγμένα απ’ τον πόνο και με τη χρονική απόσταση, το θάνατο ενός δικού μου ανθρώπου. Να συλλάβω τη στιγμή αποστασιοποιημένα κατά κάποιο τρόπο, μην επιτρέποντας στα συναισθήματα να αγγίξουν τη στιγμή, σα μια εικόνα ξέχωρη.
Ένα κουτί σπίρτα, μία τηλεόραση, εκείνη η γυναίκα, αυτός ο άντρας είναι όλα αντικείμενα. Έξω από μία ιστορία, ένα πεπερασμένο χρόνο, την αλληλουχία και τη σύνδεση μαζί μας έχουν συγκεκριμένο σχήμα και είναι εντελώς διαφανή. Και κάθε στιγμή είναι μια άλλη στιγμή που δίνει νέα χρώματα, διαστάσεις, τόνους, συναισθήματα. Τίποτα φυσικά δεν είναι το ίδιο, το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο απ’ όταν συντελέστηκαν ορισμένες συνθήκες. Ακόμα και η ζωή είναι αντικείμενο. Ναι η πορεία που έχεις κάνει είναι ένα αντικείμενο, το οποίο και έχεις ζήσει και έχεις παρακολουθήσει. Ως πρωταγωνιστής του έργου σου οφείλεις να ζήσεις, να συμμετάσχεις, να μην καταλάβεις τη γελοιότητα παρά μόνες κάποιες τραγικές, σκοτεινές πτυχές. Μα και την ίδια στιγμή οφείλεις να γίνεσαι θεατής και να διασκεδάζεις όπως μόνο εσύ μπορείς με τις στιγμές που πέρασαν. Και τότε πια από μια τρίτη έδρα να παρατηρείς και να καταλαβαίνεις, να κατανοείς και να διορθώνεις, να προχωράς ενώ πια ξέρεις και το κουτί αυτό με τα σπίρτα, να είναι ένα κουτί με σπίρτα, ως τη στιγμή που θα αποφασίσεις να γίνει κάτι άλλο, δεμένο με ό,τι υπήρξε και αξεδιάλυτο απ’ τις προσδοκίες σου ( εν γνώσει ), αλλά που παραμένει πάντα διάφανο για να το κάνει το άγγιγμα σου ό,τι πρόκειται να γίνει. Κι όλες αυτές οι φάσεις δεν έχουν κανένα νόημα αν γίνονται μόνο για ό,τι παρήλθε και όχι για ό,τι συμβαίνει. Μόνο αυτή η ταυτόχρονη ύπαρξη των φάσεων είναι ικανή να μας σώσει απ’ τον ξεπεσμό των λάθος γεγονότων και των κακών επιλογών που να μπορούμε να βρούμε μια έξοδο κι όχι να μεμψιμοιρούμε γι’ αυτά που νίκησε ο χρόνος γιατί εμείς ήμασταν απόντες.
Δηλητηριώδες χιούμορ, μη ευθύγραμμη χρονικά γραφή, καθαρός ρεαλισμός και την ίδια στιγμή ένα χαιρέτισμα στους 49 στο σφυρί. Απαιτητικό, άβολο, δε χαρίζει κάστανα σε καμιά μόνο κατ’ όνομα μετανεωτερικότητα. Πολύ δύσκολο βιβλίο, παρά το μικρό μέγεθος του, αρνείται στον αναγνώστη να νιώσει αν πρώτα δε σκεφτεί τι διαβάζει και δεν ανακαλέσει τα δικά του αντικείμενα, εξετάζοντας τα υπό την ανερμήνευτη ως αυτή τη στιγμή σχηματική και αχρωμάτιστη μορφή τους. Και μέσα σε όλα αυτά, και, μετά από όλα αυτά οι διαφανείς λέξεις που συγκροτούν νοήματα, μεστά στον αλληλένδετο ορισμό τους και παρά τα σαφή περιγράμματα άυλα στα μέσα τους όταν μένουν στον αέρα, ασύνδετα απ’ τον άνθρωπο, τη συνθήκη, το χρόνο, τις ακολουθίες.
Η μνήμη μας δεν είναι παρά ένα παίξιμο των ματιών σαν το πάτημα του κοντρόλ της τηλεόρασης για να δούμε ένα συγκεκριμένο στιγμιότυπο. Μπορεί σε αυτό να συμμετέχει το ίδιο μονοπάτι που βρίσκεται κάτω απ’ το παράθυρο, ο ίδιος βόμβος από ένα ψυγείο, ένας παρόμοιος ήλιος, μια μορφή διαθλασμένη και μεταφερμένη στο τώρα και το τότε. Ένα παίξιμο και το τώρα πέφτει πάνω στο τότε. Μιλάει η ανάμνηση μέσα από τα ίδια περιγράμματα που υπάρχουν κάθε στιγμή, κρυστάλλινη με τη βεβαιότητα πως υπήρξε, αλλά περνάει μέσα από κάθε έμψυχο και άψυχο αντικείμενο που με τον καιρό στρογγυλοποιήθηκε κάθε άκρη του. Τώρα είναι ο χρόνος που το παρόν μπορεί να γλυκάνει αυτά τα αντικείμενα, προσδίδοντας τους την αλήθεια που μόνο η γνώση κι η απόσταση φέρνουν κι αυτό δεν είναι πάντα σίγουρο. Μόνο όταν πια γελάς και κλαις μ’ αυτό που βλέπεις, ξέρεις. Τίποτα δεν είναι ίδιο και τίποτα δεν είναι διαφορετικό, αυτό το ξέρεις. Έζησες κάποιο στιγμιότυπο που διαπέρασε η ουσία του κάθε λέξη, άτομο, κάθισμα, τραπέζι, πιάνο, βρύση, ήλιο, θέατρο, μήλο, τρένο, χωρίς να τα καθαγιάσει. Πάντοτε είναι αυτά και πάντοτε είναι άλλα. Το παρόν, μόνο το παρόν είναι επιλογή, οτιδήποτε άλλο οδηγεί στο θάνατο.