Στη σειρά εκδόσεων του Αρχείου της Π. Σ. Δέλτα, που φιλοδοξεί να περιλάβει όλο το σημαντικό ανέκδοτο έργο της αλλά και το ιστορικό και άλλο υλικό που συγκέντρωσε η ίδια, έρχεται σήμερα να προστεθεί ένα ανέκδοτο ως τώρα αλλά και ανολοκλήρωτο ιστορικό μυθιστόρημα. Από την ίδια του τη φύση το τρίτο αυτό βυζαντινό μυθιστόρημα της Δέλτα δεν μπορεί να γίνει τόσο προσιτό και αγαπητό όσο τα δύο άλλα ("Για την Πατρίδα" και "Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου"). Θα ήταν όμως άδικο το αποσπασματικό αυτό κείμενο να μη δημοσιευτεί. Και για πολλούς λόγους. Πρώτα, γιατί δεν είναι τόσο αποσπασματικό ώστε να μη διαβάζεται. Είναι, όπως παρατηρεί η επιμελήτρια αυτού του τόμου, ένα μυθιστόρημα, "ανοιχτό" με πολλές εκδοχές για την τελική του έκβαση αλλά και σαφέστατο ιστορικό πλαίσιο πάνω στο οποίο θα στηθεί η ευδιάκριτη εξέλιξη του μύθου: από τη μάχη του Μαντζικέρτ ως το θάνατο του Ρωμανού Διογένη. Κι αυτό το "ανοιχτό" μυθιστόρημα μπορεί, ακόμη και με την ανολοκλήρωτη μορφή του, να σταθεί αντάξια δίπλα στα άλλα μυθιστορήματα της Δέλτα. Ύστερα, γιατί με τον αποσπασματικό του χαρακτήρα, αλλά και τις διαδοχικές γραφές του και το υλικό της απαραίτητης προεργασίας για τη συγγραφή του, μας οδηγεί για πρώτη φορά στο εργαστήρι της Πηνελόπης Δέλτα. Ανακαλύπτουμε έτσι τις εργασίες που οδηγούν στη διαμόρφωση της πλοκής και των χαρακτήρων αλλά και τον όγκο της αναζήτησης και της μελέτης των ιστορικών πηγών που προηγήθηκε. Τέλος, γιατί φωτίζει τις προθέσεις και τις αναζητήσεις της Δέλτα σε συσχετισμό με το υπόλοιπο συγγραφικό της έργο. Και μόνο το γεγονός πως εγκατέλειψε ένα τόσο προχωρημένο μυθιστόρημα, δεν μπορεί παρά να έχει κάποια σχέση με την προσωπική της ζωή και ουσιαστική σημασία για τα μεταγενέστερα έργα της και για την αφοσίωσή της στη σύγχρονη ιστορική και πολιτική πραγματικότητα. Από την τελευταία αυτή άποψη "Το Γκρέμισμα" φωτίζει πολύ χαρακτηριστικά το ιδεολογικό πρόβλημα που έθεταν τα δύο αλλά βυζαντινά μυθιστορήματα και συμπληρώνει τη θέση της Δέλτα. Στο "Γκρέμισμα" το κυριότερο ίσως θέμα του έργου είναι το ιδεολογικό αυτό δίλημμα: αφοσίωση στο βασιλιά ή στην πατρίδα. Δίλημμα που περιπλέκεται όχι μόνο από την ασάφεια των θέσεων που υιοθετούν τα περισσότερα πρόσωπα του μυθιστορήματος (Ο "αναχρονισμός" που αναγνωρίζει η ίδια η Δέλτα) αλλά και από τη δυσκολία να εξηγηθεί εύκολα στον αναγνώστη (στο παιδί κυρίως) η πίστη που μπορεί να θεωρηθεί προδοσία μόλις η πατρίδα δεν ταυτίζεται με τον αυτοκράτορα. Παράλληλα αναπτύσσεται ένα δεύτερο θέμα: ο εμφύλιος πόλεμος, το "αδελφικό αίμα" που κινδυνεύει να χυθεί, που χύνεται, καθώς παίζεται το παιχνίδι της εξουσίας, ύστερα από τη μάχη του Μαντζικέρτ.
Η Πηνελόπη Δέλτα (English: Penelope Delta) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές της νεοελληνικής λογοτεχνίας και κορυφαία συγγραφέας παιδικών και ιστορικών μυθιστορημάτων. Κόρη του εθνικού ευεργέτη Εμμανουήλ Μπενάκη και της Βιργινίας Χωρέμη, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια και μεγάλωσε σε περιβάλλον πλούτου, παιδείας και έντονης κοινωνικής δράσης. Το 1895 παντρεύτηκε τον Στέφανο Δέλτα και απέκτησε τρεις κόρες. Η γνωριμία της με τον Ίωνα Δραγούμη το 1905 υπήρξε καθοριστική, γεννώντας έναν βαθύ, πνευματικό δεσμό που επηρέασε ολόκληρη τη ζωή και το έργο της. Το πρώτο της μυθιστόρημα, Για την Πατρίδα (1909), σηματοδότησε την είσοδό της στα γράμματα, ενώ ακολούθησαν τα Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου και Παραμύθι χωρίς όνομα (1911), εμπνευσμένα από την ελληνική ιστορία και τα ιδανικά του έθνους. Μετά την εγκατάσταση της οικογένειας στην Αθήνα, η Δέλτα ανέπτυξε έντονη κοινωνική και φιλανθρωπική δράση, συνεργαζόμενη με τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό και συμβάλλοντας ουσιαστικά στην περίθαλψη των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής. Παράλληλα, αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στη συγγραφή. Δημιούργησε μερικά από τα πιο αγαπημένα έργα της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας, όπως Τρελαντώνης (1932), Μάγκας (1935) και Στα μυστικά του Βάλτου (1937), που σφράγισαν γενιές αναγνωστών. Στα τελευταία χρόνια της ζωής της έγραψε την αυτοβιογραφική τριλογία Ρωμιοπούλες, ένα έργο ώριμο και στοχαστικό για τη θέση της γυναίκας και την πορεία του ελληνισμού. Η Πηνελόπη Δέλτα έζησε με πάθος, βαθιά ευαισθησία και ακλόνητη πίστη στις αξίες της πατρίδας και της ηθικής. Η ζωή της σημαδεύτηκε από προσωπικούς πόνους και αρρώστια, όμως το έργο της παραμένει αιώνιο σύμβολο ανθρωπιάς και εθνικής συνείδησης, χαραγμένο με τη λέξη που η ίδια επέλεξε για τον τάφο της: «ΣΙΩΠΗ».