Μια σειρά από εύθυμα σημειώματα γύρω απ' τα παιδικά μου χρόνια -δημοσιευμένα στον «Ταχυδρόμο»- ήταν το ξεκίνημα που με παρέσυρε σιγά-σιγά να γράψω ένα Χρονικό για τον ελληνισμό του Πόντου. Όχι εύθυμο, βέβαια, γιατί ένα τέτοιο γραφτό δεν γίνεται να είναι εύθυμο, και πολύ λιγότερο όταν αφορά στην χρονική περίοδο της Ιστορίας του Πόντου, που μπαίνει σε τούτο το βιβλίο -1914-1922- δηλαδή, τα χρόνια που αντιστοιχούν στην τελευταία φάση της τραγωδίας και το τελικό ξερίζωμα του ελληνισμού του Πόντου. (. . .)
Ο Δημήτρης Ψαθάς (1907-1979), υπήρξε Έλληνας δημοσιογράφος, χρονογράφος, ευθυμογράφος,και θεατρικός συγγραφέας. Καταγόταν από την Τένεδο και γεννήθηκε στη Τραπεζούντα του Πόντου τον Οκτώβριο του 1907 και το 1923 μετά το τέλος της μικρασιατικής εκστρατείας εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου τελειώνοντας τις σπουδές του αφιερώθηκε τόσο στη δημοσιογραφία και ιδιαίτερα στην ευθυμογραφία όσο και στο θέατρο. Εργάστηκε στις εφημερίδες «Ελεύθερο Βήμα», σε ηλικά 18 ετών, όπου άρχισε να δημοσιογραφεί στο δικαστικό ρεπορτάζ. Ακολούθησαν τα «Αθηναϊκά Νέα», για πολλά χρόνια στα «Νέα» ως χρονογράφος και τελευταία στην «Ελευθεροτυπία». Το 1937 εξέδωσε το πρώτο του χιουμοριστικό βιβλίο με τον τίτλο «Η θέμις έχει κέφια» και τον επόμενο χρόνο το δεύτερο βιβλίο του «Η Θέμις έχει νεύρα». Το έργο που τον έκανε όμως πανελλήνια γνωστό ήταν το «Μαντάμ Σουσού»
Η «Γη του Πόντου» είναι ένα βιβλίο του Δημήτρη Ψαθά, γραμμένο το 1966, στην ώριμη περίοδο της ζωής του. Με το έργο αυτό, ο Ψαθάς προσπάθησε να αναδείξει τη ζωή, τον πολιτισμό της πατρίδας του και τον ηρωικό αγώνα των Ποντίων. Το βιβλίο έχει χαρακτηριστεί ως η Βίβλος του Ποντιακού Ελληνισμού.
Αν και περιγράφει τραγικά γεγονότα, ο Ψαθάς καταφέρνει να διατηρήσει έναν αξιοπρεπή τόνο, αποφεύγοντας τον υπερβολικό θρήνο. Η αφήγησή του αποτυπώνει με σεβασμό τις φρικαλεότητες της Ποντιακής γενοκτονίας, χρησιμοποιώντας πλούσια και ζωντανή γλώσσα. Το ύφος και το ήθος του συγγραφέα είναι εμφανή σε όλο το βιβλίο, καθώς αποφεύγει ακραίες εκφράσεις κατά των Τούρκων, παρά το γεγονός ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων.
Δυστυχώς, το βιβλίο δεν έλαβε την αναγνώριση και την προβολή που του άξιζε. Αυτό ίσως οφείλεται στις δύσκολες συνθήκες της μετεμφυλιακής περιόδου, στην αρνητική σημασία της λέξης «πρόσφυγας» εκείνη την εποχή ή στο γεγονός ότι οι μνήμες ήταν τόσο επώδυνες που οι ίδιοι οι πρόσφυγες δεν ήταν έτοιμοι να τις αντιμετωπίσουν.
Παρόλα αυτά, για όσους επιθυμούν να κατανοήσουν βαθύτερα την ιστορία του Ποντιακού ελληνισμού, αυτό το βιβλίο είναι απαραίτητο. Πολλές από τις σελίδες της «Γης του Πόντου» προσφέρουν σημαντικά μαθήματα εθνικής αυτογνωσίας και μυσταγωγίας, όχι μόνο για τους Ποντίους, αλλά και για όλους τους Έλληνες.