« Οι Παρθενικές φέρουν ως κοινό παρονομαστή την ασύνειδη αφύπνιση των αισθήσεων, την αθωότητα των δέκα χρόνων, τα σημάδια, τις ψευδαισθήσεις και τους νόμους που διέπουν τα απαγορευμένα παιχνίδια της παιδικής ηλικίας. Ο έρωτας, ο θάνατος, οι λέξεις, το σχήμα και η έννοια των συνηθισμένων αντικειμένων φορτίζονται με μυστήριο. Ζωές παράλληλες, μαγικές, τυλιγμένες στο μύθο, ανθούν στο περιθώριο της ενήλικης ζωής. Στην παιδική ηλικία, εκ φύσεως ξεδιάντροπη και γεμάτη περιέργεια για το σώμα, οι χαρές και τα παιχνίδια σφραγίζονται από τρόπους ζωώδεις, νεφελώδεις αισθησιακές απόπειρες, μονίμως ανικανοποίητες. Αν τις μετέφραζε κανείς στη γλώσσα των μεγάλων, οι συγκινήσεις αυτές μπορεί και να θεωρούνταν διεστραμμένες. Η ανυπέρβλητη δεξιότητα του Μωρίς Πονς του επιτρέπει να τα περιγράφει όλα αυτά με μια γλώσσα που δανείζεται από την παιδική ηλικία τη μαγεία και την τόλμη της, παραμένοντας ωστόσο γλώσσα του κόσμου των ενηλίκων ».
«Το πρώτο που σκέφτηκα ακούγοντας όνομα Μπαλζάκ ήταν πώς πως το όνομα αυτό ταίριαζε απόλυτα σε στραγγαλιστή παιδιών»
Δεν νομίζω πως οι ιστορίες τέτοιου τύπου φιλοδοξούν να αγγίξουν καινούριος λογοτεχνικούς ορίζοντες ή καν ψηλούς. Μάλλον στοχεύουν στο να θυμίσουν σε όσους ενδιαφέρονται να νοσταλγήσουν και ταυτόχρονα να διασώσουν το χαριτωμένο μπέρδεμα των παιδιών όταν η συνείδησή τους, τους επιτρέπει να αποκτήσουν ενδιαφέρον και περιέργεια για τον κόσμο των μεγάλων.
«Οι Παρθενικές» είναι οι παρθενικές αγωνίες της ανακάλυψης των πρώτων αισθήσεων, της ντροπής, της κοινωνικότητας, του τι απαγορεύεται και τι επιβάλλεται. Όλο το μυστήριο γύρω από γυμνά σώματα και τα μυστικά τους, το θράσος της αγένειας, το μεγαλείο της τρυφερότητας, το ζωηρό πάθος, τα μικρά μυστικά και όσα θυμόμαστε και μας ακολουθούν μέχρι σήμερα. Μάλλον είναι λίγο – πολύ άχρηστα για τους άλλους (όπως και τα όνειρά μας). Ενδιαφέροντα τα βρίσκουμε εμείς, οι άλλοι άμεσα εμπλεκόμενοι και φυσικά, οι ψυχαναλυτές μας (πάλι, όπως και τα όνειρά μας). Αυτοί ειδικά, οι τελευταίοι, θησαυρίζουν κάθε σαχλοσαχλαμάρα μας από τα παιδικά μας χρόνια ως τομή που μας σύστησε τι είναι τι και πώς μέχρι σήμερα το ορίζουμε έτσι.
Συμπάθησα τον Maurice Pons γιατί οι πρωταγωνιστές του ήταν και μικρά κορίτσια και αγόρια. Επίσης, παραπάνω συμπάθεια του δίνω εξαιτίας των τρόπων του· κράτησε μια ευχάριστη ισορροπία στις λογοτεχνικότητες των ενηλίκων και στις παιδικές διατυπώσεις, φέρνοντας τις περιγραφές του και στο ενδιαφέρον των υπολοίπων.
Comme il est naturel, la joie de mes sens s'accompagnait d'une vive passion de mon coeur. Mais il ne me déplaisait pas que mes premières amours fussent clandestines et comme revêtues, dans la maison familiale, d'une parure secrète qui émerveillait mon enfance.
Corto. Sencillo. Relatos que no parecen tener ningún nexo en común al respecto de las primeras experiencias en la vida de los adolescentes. No está mal. Pero tampoco dejará en mí una marca que me recuerde con los años su lectura.
Je reviens enfin pour rédiger une critique de ce livre dont je me souviens pas très bien (mes excuses). Je commencerai par dire que les français sont vraiment fous. Il s'agit d'un recueil des nouvelles très nettement liées par un thème singulier - "l'inconscient éveil des sens...une vie parallèle, fabulatrice, merveilleuse, [qui] s'épanouit en marge de la vie adulte." Et le maniement adroit de ce thème, l'évocation habile des mystères, des désirs, des expériences de cette période de vie, c'est de temps en temps magnifique. Le problème, c'est la folie susmentionné et le fait que ces nouvelles se terminent trop vite, aux dépens de leur mémorabilité. Elles passent sans laisser une trace plus permanente. (Et il y en a d'autres: par exemple, la révélation que Balzac (en "Balzac") n'est autre qu'un écrivain s'avère un peu maladroit, voire kitsch après cette atmosphère d'horreur). J'avoue qu'il y a d'autres nouvelles qui étaient un peu trop proches de l'inceste (La Communiante) ou étrangement sexuelles à mon gout ("À Bicyclette, Miss Fraulein"). Mais en somme une collection qui mérite d'être lu.