Με τον τίτλο "Σύσσημον" (αυτό που σημαίνει το ίδιο για σένα και γιά μένα, το συμφωνημένο σημάδι) και τον υπότιτλο "Τα Κεφάλαια" (όπως για χρόνια ήταν γνωστό), συγκεντρωμένο σε έναν εξαιρετικά φροντισμένο τόμο το εκτενές ποιητικό έργο του Νίκου Παναγιωτόπουλου, που μέχρι πρότινος οι περισσότεροι γνωρίζαμε μόνο εκ φήμης.
Το βιβλίο αυτό που αποτελεί ένα από τα πιό ξεχωριστά επιτεύγματα της λογοτεχνίας μας στο πέρασμα από τον εικοστό στον εικοστό πρώτο αιώνα, καρπός σιωπηλής εργασίας μιας γεμάτης εικοσαετίας, είναι ένα ταξίδι στα όρια της πνευματικής διαμόρφωσής μας χτισμένο πάνω στον αφηγηματικό καμβά ενός περιστατικού. Ανιχνεύονται πνευματικότητες που έχουν χαθεί με όλη τη γεωγραφία της ελληνικής γλώσσας παρούσα.
"Για το κείμενο που περιέχουν οι σελίδες αυτού του βιβλίου υπήρξε μια αρχική φάση "κλειστής" κυκλοφορίας -κράτησε από το 1988 έως το 1999. Εκείνα τα έντεκα χρόνια εφτά μεγάλα χειρόγραφα τετράδια μιας αφήγησης σε ελεύθερο στίχο έγιναν εφτά τυπωμένες συνέχειες, ήγουν εφτά φυλλάδια εκτός εμπορίου (με διαστάσεις 30,2 x 22,5 εκ., χωρίς σελιδαρίθμηση) δουλεμένα στη μονοτυπία. [...] Τα δύο πρώτα φυλλάδια τυπώθηκαν από τον "Εκηβόλο", το τρίτο από τον Σταύρο Μουστάνη και τη "Λέσχη", το τέταρτο από τον "Ίκαρο", με φροντίδα της Γεωργίας Παπαγεωργίου, και τα πέμπτο, έκτο και έβδομο από την "Εταιρεία Φίλων του Περιοδικού Εκηβόλος και των Εκδόσεων Το Ροδακιό" -η φροντίδα και η επιμέλεια ήταν του Βασίλη Διοσκουρίδη και της Τζούλιας Τσιακίρη. Κατόπι -μετά το 1999-, όταν άρχισε η εργασία στα δύο κεφάλαια που θα απάρτιζαν τη συνέχεια, το όγδοο δηλαδή φυλλάδιο του βιβλίου, ξανακοιτάχτηκε παράλληλα όλο το έργο και ξαναδουλεύτηκε. Άλλα έξι χρόνια πέρασαν. [...]"
Ο Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1945 στα Εξάρχεια. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές και τη θητεία του εργάστηκε για δεκαεννιά χρόνια ως φαρμακαποθηκάριος. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του περιοδικού Εκηβόλος μαζί με τον Βασίλη Διοσκουρίδη και την Τζούλια Τσακίρη (τους πρωτεργάτες του) και συνεργάστηκε στη συντακτική επιτροπή του σχεδόν σε όλες τις φάσεις της κυκλοφορίας του παράλληλα με το βιοπορισμό του. Από τα τέλη του 1985 και έπειτα καταπιάστηκε αποκλειστικά με τη συγγραφή ενός εκτεταμένου opous incertum - μιας μακράς αφήγησης σε ελεύθερο στίχο με τον τίτλο Σύσσημον ή Τα Κεφάλαια. Τμήματα αυτής της αφήγησης κυκλοφόρησαν σε εφτά φυλλάδια, όχι προορισμένα για το εμπόριο, ανάμεσα στα χρόνια '88-'99, κυρίως από την Εταιρία Φίλων του Περιοδικού Εκηβόλος και των εκδόσεων Το Ροδακιό, αλλά και από τον Ίκαρο και από τη Λέσχη. Μετά το '99 αφοσιώθηκε στην ολοκλήρωση και την οριστική δημοσίευση αυτού του κειμένου, που τελικά εκδόθηκε το 2006 από τις εκδόσεις Ίνδικτος.
"...μεταξύ του κέντρου του προφορικού λόγου και του κέντρου του γραπτού λόγου στο στενό πέρασμα ανάμεσα στο βουερό βιβλίο της ομιλίας και στη σιωπή εκεί δέησα να κρυφτώ και περίμενα να σκοτεινιάσει για να απολαύσω το επικό κέντημα της μοναξιάς και το άστρο μου- Ό,τι είχα τελειώσει να μπαλώνω τα πανιά μου ακόμα κρατούσα ανάμεσα στα δάχτυλα την αρμενοβελόνα και συλλογιζόμουν τη συντριπτική έκφραση: "η αντιστικτική ιδιοφυϊα της ανθρώπινης μοίρας" έκφραση-μεταφορά για τον..."