Χίος, 1822. Σε χρόνους παλιούς και δύσκολους, η οικογένεια του Ισίδωρου σκορπά και χάνεται μετά την ολοκληρωτική καταστροφή του νησιού από τους Τούρκους. Στη Σύρο, όπου έχουν καταφύγει αυτός και οι αδερφές του, χάρη στις φροντίδες μιας καθολικής καλόγριας κι ενός Ψαριανού μπουρλοτιέρη καταφέρνουν να επιβιώσουν και να γυρίσουν πίσω στον τόπο τους, σ’ ό,τι έχει απομείνει όρθιο, για να ξεκινήσουν και πάλι από την αρχή.
Χρόνια μετά, στο ίδιο κυκλαδίτικο νησί, ο Νικόλας, ο ανιψιός του Ισίδωρου, θα γνωρίσει την αγάπη στο πρόσωπο της Ιάσμης, μιας κοπέλας που η αύρα του μυστηρίου την αγκαλιάζει ολόκληρη. Οι δυο νέοι θα ζήσουν τον απόλυτο έρωτα, ενάντια στη μοίρα που παραφυλά σκληρή κι αμείλικτη.
Ένα μυθιστόρημα που ταξιδεύει τον αναγνώστη στο πρώτο μισό ενός ταραγμένου 19ου αιώνα, στα χρόνια της ομίχλης, στους θαλασσινούς δρόμους του Αιγαίου και των Κυκλάδων, από τα σοκάκια του Πυργιού, το λιμάνι και το κάστρο της Χώρας, ως την κοσμοπολίτισσα Ερμούπολη και τη μυστηριακή Σμύρνη με τα χρώματα κι αρώματα της Ανατολής.
Ο ΝΙΚΟΣ ΓΟΥΛΙΑΣ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1955. Το 1980 αποφοίτησε από την Αρχιτεκτονική Σχολή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Έργα του, ιδιωτικά και δημόσια, μικρά και μεγάλα, βρίσκονται υλοποιημένα σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο.
Μέχρι σήμερα έχει τιμηθεί με πολλά Πανελλήνια Αρχιτεκτονικά Βραβεία και Διακρίσεις, ενώ έργα του έχουν δημοσιευτεί σε αρχιτεκτονικά περιοδικά και βιβλία.
Ίσως επειδη γενικά τελευταία διαβάζω με το σταγονόμετρο για λόγους δουλειάς να μην με ενθουσιάζει λόγω κούρασης κάτι τόσο εύκολα. Εν προκειμένω 3 πολύ γενναιόδωρα αστεράκια για ένα βιβλίο για το οποίο είχα ακούσει πολλά και κολακευτικά αλλά που σε προσωπικό επίπεδο δεν ηταν αυτό που περίμενα. Δίνω 3 αστέρια για τη χροιά και την ποιοτητα γραφής του συγγραφέως , είναι κάποιες περιγραφές που πραγματικά σε ταξιδεύουν όμως κατά τα αλλα δεν βρήκα ποτέ το λόγο για τον οποίο θα πρεπε να ε κρατήσει η κεντρική ιστορία που στο δικό μου το μυαλό και γούστο ήταν ιδιαίτερα βαρετή και ανούσια. Στα μείον επίσης ότι διαβάζοντας τον τιτλο του βιβλίου υποθέτεις ότι η Ίασμη είναι η κεντρική ηρωίδα και εκεί σε παραπέμπει και η σύνοψη στο οπισθόφυλλο για να διαπιστώσεις ότι τελικά δε ανταποκρίνεται ούτε κατά διάνοια στο περιεχόμενο. Η δυνατή γραφή του συγγραφέα χάθηκε στο για μένα άνευρο και άνοστο κεντρικό θέμα.
Το πρώτο μισό του βιβλίου είναι πολύ ωραίο. Μου άρεσε πολύ η απόδοση της ομιλίας της εποχής, οι περιγραφές των ταξιδιών, των σπιτιών, των ρούχων, των εργασιών, όλα δείχνουν τη μεγάλη έρευνα που έκανε ο συγγραφέας και με βοήθησε να μπω στο κλίμα της ζωής των ναυτικών και των οικογενειών τους. Πολύ ωραία επίσης ήταν η απόδοση του χαρακτήρα του καπετάν Ισίδωρου και του καπετάν Γιάννη, είναι πια και οι δύο ανάμεσα στους πιο αγαπημένους μου μυθιστορηματικούς ήρωες. Δυστυχώς, από τη στιγμή που επικεντρώνεται στο Νικόλα (περίπου στη μέση του βιβλίου) αλλάζει και χάνει τη διαφορετικότητά του. Υπάρχουν επαναλήψεις και άσκοπες (για εμένα) περιγραφές του πόσο πολύ ερωτευμένοι ήταν ο Νικόλας με την Ιάσμη. Πιστεύω ότι θα μπορούσε να μειώσει αρκετά τις σελίδες και να μείνει στην ουσία. Παρόλα αυτά είναι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα εποχής, το οποίο αξίζει να διαβαστεί.
Update (8-06-2021) Λίγες μέρες πριν διάβασα το δεύτερο βιβλίο της σειράς, την Χατισέ, και ενθουσιάστηκα. Η πρώτη μου σκέψη ήταν "τι στο καλό μπορεί να μη μου άρεσε στην Ιάσμη και δεν το θεώρησα καταπληκτικό βιβλίο;", οπότε κάθισα και το ξαναδιάβασα. Όσα γράφω πιο πάνω ισχύουν, τα ίδια σκέφτομαι και τώρα. Ανεβάζω όμως τη βαθμολογία από τρία σε τέσσερα αστεράκια, είναι πολύ καλογραμμένο, με εξαιρετική απόδοση τη εποχής, απλά επικεντρώνεται πιο πολύ στην προσωπική ιστορία του Νικόλα απ' ότι θα ήθελα, είναι πιο "κοινωνικό" αν μπορώ να χρησιμοποιήσω τον όρο, απ' ότι θα μου άρεσε. Βέβαια, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, μια χαρά είναι το βιβλίο, διυλίζουμε τον κώνωπα μερικές φορές εδώ μέσα όλοι μας, η αλήθεια μάλλον είναι ότι απλά η Χατισέ μου άρεσε περισσότερο.
Όσοι με γνωρίζετε, είτε προσωπικά είτε μέσω της δουλειάς μου, πολύ πιθανόν να έχετε ακούσει να δηλώνω πως τα ιστορικά μυθιστορήματα ή έστω, αυτό που μπορεί να μην είναι αμιγώς ιστορικά αλλά να έχουν τέτοια στοιχεία, δεν είναι τα αγαπημένα μου. Αυτό δεν έχει να κάνει με το ότι αντιπαθώ ή ότι δεν αγαπάω το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, αλλά με το ότι νιώθω πλέον κουρασμένη και δεν έχω αντοχές και χρόνο να διαβάζω ξανά τα ίδια και τα ίδια. Ορισμένα πράγματα, αισθάνομαι πως τα έχουμε εξαντλήσει και πως η έλλειψη πρωτοτυπίας, μόνο να φθείρει μπορεί τον αναγνώστη. Έτσι, όταν ξεκίνησα να διαβάζω της "Ιάσμη", θα έλεγα -μάλλον- πως ήμουν κάπως προκατειλημμένη ή έστω, αρκετά επιφυλακτική. Κι όμως, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, με καθήλωσε και με μάγεψε.
Η ιστορία μας ξεκινάει στη Χίο, το 1822, καιρούς σκληρούς, δύσκολους και ταραγμένους, όχι μόνο για το νησί αλλά για ολόκληρη την Ελλάδα. Εκεί συναντάμε και την οικογένεια του Ισίδωρου που δίνοντας καθημερινό αγώνα για την επιβίωσή τους, καταλήγουν να φύγουν κυνηγημένοι όταν οι Τούρκοι εισέβαλαν στη Χίο και την κατέστρεψαν. Τα θαλασσινά μονοπάτια τους οδήγησαν στη Σύρο όπου κατάφεραν και πάλι να σταθούν στα πόδια τους, επιστρέφοντας και πάλι στην γενέτηρά τους όταν πλέον είχαν τη δυνατότητα, προκειμένου να αναστήσουν μέσα από τις στάχτες όλα αυτά που είχαν και που τόσο άδικα τους στέρησαν. Και σε εκείνο το νησί που είναι γεμάτο μνήμες καταστροφής αλλά και κρυφές ελπίδες, ο Νικόλας, ανιψιός του Ισίδωρου, πολλά χρόνια αργότερα, θα γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο της Ιάσμης ζώντας έναν έρωτα δυνατό που είναι έτοιμος να τα βάλει ακόμα και με τη μοίρα.
Ειλικρινά, όσο διαβάζα την "Ιάσμη", σχεδόν αρνιόμουν να δεχθώ πως το συγκεκριμένο βιβλίο είναι το πρώτο του συγγραφέα. Η λογοτεχνική του δεινότητα είναι τόσο μεγάλη και ο χειρισμός της γλώσσας, της σύγχρονης αλλά και της ντοπιολαλίστικης, τόσο άρτιος και καλοδουλεμένος, τόσο σωστά δομημένος αλλά χωρίς να χάνει την μαγεία της μυθιστορηματικής αφήγησης που ταξιδεύει μέσα στο χρόνο, που η μοναδική λέξη που μπορεί να περιγράψει το πως ένιωθα στο γύρισμα κάθε σελίδας είναι, εντυπωσιασμένη. Γιατί ο Νίκος Γούλιας δεν έχει καταφέρει απλά να αφηγηθεί μια ιστορία που βρίθει συναισθημάτων, αλλά την ιστορία τόπων και ανθρώπων μέσα στο πέρασμα των χρόνων, των εποχών, των αλλαγών. Χρόνων αλλοτινών και τόσο διαφορετικών από το σήμερα που ζούμε, χρόνων γεμάτων από μαγεία, ξεχασμένες ελπίδες και όνειρα που έσβησε το κύμα, αλλά που δεν χάθηκαν από τις ψυχές εκείνων που τα ονειρεύτηκαν.
Δεκάδες ήρωες περνάνε από τις σελίδες της Ιάσμης και ζωντανεύουν πάνω στο χαρτί, αποκτούν σάρκα και οστά και γίνονται συγγενείς, φίλοι μας, συνοδοιπόροι μας σε ένα ταξίδι που έχει να μας διδάξει πολλά, που μας θυμίζει ιστορικά γεγονότα που μπορεί να ξεχνάμε κάποιες φορές αλλά που έχουν αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι τους στο χρόνο. Κι εκεί που η Ιστορία συναντά την μυθοπλασία, γεννιέται η μαγεία και μέσα από αυτήν, η αλήθειες εκείνες για τις οποίες δεν μιλάει κανένα ιστορικό βιβλίο, η πραγματικότητα εκείνον που την έζησαν αλλά που κανείς δεν θεώρησε σκόπιμο να αφηγηθεί. Όμως, η Ιστορία, δεν θα ήταν τίποτα χωρίς τους ανθρώπους που την έζησαν και με τον δικό τους τρόπο, την έχτισαν, και νομίζω πως αυτό είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα του συγγραφέα. Ότι μας κάνει να το βιώσουμε με όλο μας το είναι.
Δεν θέλω να πω περισσότερα, όχι γιατί δεν μπορώ ή δεν έχω την διάθεση, αλλά γιατί θα καταλήξω να φλυαρώ άσκοπα και πιθανότατα, να καταστρέψω ένα μέρος της μαγείας που μονάχα η ανάγνωση του βιβλίου αυτού θα μπορούσε να σας προσφέρει. Γιατί, καμιά φορά, τα λόγια δεν είναι αρκετά και οι λέξεις δεν φτάνουν για να περιγράψεις κάτι. Πρέπει να το ζήσεις, να ταξιδέψεις στο χρόνο, στις ιστορίες, στις μνήμες, στα συναισθήματα, σε όλα εκείνα τα μικρά και μεγάλα κομμάτια της καθημερινής ζωής που συνθέτουν την πραγματικότητα και ολοκληρώνουν την ύπαρξή μας μέσα στο χρόνο, στις δεκαετίες, στο διάστημα εκείνο που ο καθένας μας με αόρατη μελάνη αφήνει το στίγμα του. Και ο Νίκος Γούλιας, αν μη τι άλλο, παντρεύοντας τόσο έξοχα την μυθοπλασία με την Ιστορία και την σκληρότητα της ζωής με την αγάπη και την ελπίδα του ανθρώπου, το κατάφερε με τρόπο μοναδικό.
Γραφή ποιητική και περιγραφική, με χρώματα, αρώματα και γεύσεις του τόπου. Ένιωθες κάθε φορά πως βρισκόσουν στη Χίο, τη Σύρο, τη Σμύρνη. Πως έβλεπες την Ερμούπολη σε όλο της το μεγαλείο, ή τα μαστιχοχώρια κάτασπρα και έτοιμα να υποδεχτούν το πολύτιμο δάκρυ. Βρισκόσουν πάνω στο καίκι και το κυβερνούσες μαζί με τον καπετάνιο. Η πρώτη προσπάθεια του Νίκου Γούλια μας αφήνει με ωραίες εντυπώσεις. Η γλώσσα της εποχής και του τόπου μας φέρνει πιο κοντά στην ιστορία.
Ένα βιβλίο που σε μαγεύει γεμάτο χρώματα και αρώματα μιας άλλης εποχής, με περιγραφές από την Χίο, την Σύρο και την Σμύρνη, ένα ιστορικό μυθιστόρημα που ξεκινάει με την σφαγή στην Χίο το 1822 μέχρι περίπου το 1913 και περιγράφει την ζωή των κατοίκων που ζούσαν από την μαστίχα και την θάλασσα. Έντονη η χρήση ναυτικών όρων και της τοπικής ντοπιολαλιάς αρμονικά με το κείμενο που ξετυλίγει σιγά σιγά την ιστορία κυρίως του Νικόλα αλλά και της οικογένειας του. Όλοι οι ήρωες του βιβλίου έχουν κάτι να σου πουν, αφήνουν τα σημάδια τους καθώς ξεδιπλώνεται η ιστορία. Υπέροχή η γραφή και σε πολλά σημεία σχεδόν ποιητική. Ένα ταξίδι στο χρόνο, συγκινητικό και ανθρώπινο, γεμάτο όνειρα και ελπίδες των ηρώων του βιβλίου.
Ενώ έχει πολύ ωραίες περιγραφές που σε ταξιδεύουν δυστυχώς η ιστορία είναι βαρετή. Οι πρώτες τριακόσιες σελίδες είναι για τις αναδουλειες ενός ναυτικού. Από εκεί και πέρα αποκτά κάποιο ενδιαφέρον αλλά όχι τόσο δυνατό ώστε να σε καθηλώσει. Απο τον τιτλο του βιβλιου θεωρεις οτι η Ιασμη ειναι η ηρωιδα του βιβλιου κατι το οποιο δεν ισχύει. Επισης καποια ερωτηματα μενουν αναπαντητα. Ξαναλέω ότι οι περιγραφές και τρόπος γραφής είναι πολύ δυνατά. Απλά η ιστορία για εμένα δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Νίκος Γούλιας: ο Κωνσταντίνος Βολανάκης της λογοτεχνίας μας. Περιγράφει τη θάλασσα, τα νησιά, τα καράβια, τους ναυτικούς, τα κύματα με πένα τρομερή και καλοστεκούμενη. Κι είναι το πρώτο του μυθιστόρημα! Το βιβλίο αποτελεί την αρχή μιας μεγαλύτερης ιστορίας (κάτι μυρίζομαι για τριλογία;). Εδώ, στο πρώτο μέρος, μέσα από εξαντλητική ιστορική έρευνα, προσωπική αναζήτηση και ψάξιμο, ο συγγραφέας περιγράφει τη σφαγή της Χίου το 1822, το θαλασσινό εμπόριο της Χίου (Σύρος-Χίος-Σμύρνη πάντα οι ενδιάμεσοι σταθμοί) (εσπεριδοειδή και μαστίχα, αχ αυτή η μαστίχα, συγκλονιστικές οι σελίδες που περιγράφουν το μάζεμά της), τον καταστρεπτικό παγετό του 1850 που έφερε τα πάνω κάτω στο εμπόριο και την άφιξη των ατμόπλοιων που έφεραν τα πάνω κάτω στη ναυσιπλοΐα. Η ντοπιολαλιά της Χίου δίνει ιδιαίτερο τόνο στο κείμενο χωρίς να κουράζει ή να ξενίζει. Είναι ευπρόσδεκτη γιατί έτσι ολοκληρώνεται η ηθογραφία του νησιού, περιγράφονται καλύτερα οι χαρακτήρες του βιβλίου και τα κομμάτια του παζλ συμπληρώνονται πληρέστερα. Δώστε προσοχή στο μυθιστόρημα: ακολουθεί σε πολλά σημεία τον πρωθύστερο τρόπο γραψίματος αλά δεν το κάνει συχνά, οπότε δεν μπερδεύεται ο αναγνώστης. Για παράδειγμα, ο Ισίδωρος επιστρέφει στο νησί της Χίου μετά τις σφαγές και ζει με τα αδέρφια του και τη μητέρα του. Ναι αλλά πώς επέζησε η μητέρα του; Αυτό το λέει πιο κάτω, σε πιο κατάλληλο σημείο, μιας και οι ταλαιπωρίες της Ροδόκλειας επέδρασαν άσχημα στον ψυχισμό της. Πολλές φορές λοιπόν συναντάμε αυτά τα «πηδήματα» μέσα στο χρόνο που δείχνουν ώριμο και μεστωμένο γράψιμο, που έχει δοκιμαστεί στα γρανάζια της λογοτεχνίας κι έχει βγει στο φως. Ένα άλλο θετικό σημείο είναι το γεφύρωμα μεταξύ μέσων 19ου και αρχών 20ού αιώνα. Ο συγγραφέας αγνοεί τον βίο και την πολιτεία των παιδιών του Νικόλα και μας συστήνει απευθείας τον εγγονό του με δική του οικογένεια και πλούσιο υπόβαθρο και περιβάλλον. Αυτό είναι ένα ρίσκο για τον συγγραφέα αλλά πιστέψτε με απέδωσε. Αντί να κάθεσαι και να γράφεις και να γράφεις για τον Αβραάμ, τη Σάρα, τον Ισαάκ κλπ. πας κατευθείαν στον Ισαάκ. Επιτέλους ένας πιο ώριμος χειρισμός του θέματος! Επίσης καλοδουλεμένο και καλογραμμένο το σημείο όπου η Χίος ενσωματώνεται στην Ελλάδα και με κυβερνητική απόφαση πρέπει να εγκαταλείψουν το νησί. Σκηνές σπαραγμού ανάμεσα στους φίλους κατοίκους του νησιού, Έλληνες και Τούρκους, που δεν είχαν όπως πάντα τίποτε να μοιραστούν. Συγκινητικός ο έρωτας Ιάσμης και Νικόλα, εικόνες του οποίου μας αφηγείται ο Νικόλας μέχρι το τέλος της ζωής του, έρωτας ιδεώδης, αξεπέραστος, δυνατός και τόσο ρομαντικός! Απολαύστε τα κάτωθι υπέροχα και γλαφυρά αποσπάσματα: «Ο Μορφέας, με δόλωμα τα τελευταία λόγια του Ψαριανού γεμάτα ονειρικές εικόνες, τον πήρε απαλά από το χέρι, του βάρυνε τα βλέφαρα, άνοιξε την πόρτα του ονείρου και τον αμόλησε στον κόσμο της παιδικής του ακόμα φαντασίας» (σελ. 108). «Ώρες καθόντουσαν πιασμένοι από τα χέρια, ώρες μιλούσαν, ώρες σιωπούσαν, ώρες κοιτάζονταν. Άδειαζαν από μέσα τους τα φυλαγμένα λόγια, τις σκέψεις και τα όνειρα που μάζευε ο καθείς τους τόσες μέρες και νύχτες που μέναν μακριά, και τ' απόθεταν ο ένας στα χέρια του αλλουνού, με τα λόγια του έρωτα στα χείλια» (σελ. 273). «Αχαρτογράφητος παράδεισος το κορμί της στα μάτια του. Καμπυλογραμμένο, ίδιο με μαγνήτη, μονάχο του τον οδηγούσε να το εξερευνήσει, να σεργιανίσει πάνω από τους λόφους και τα κυματιστά οροπέδια, να βουλιάξει στις απαλές κοιλάδες και στις χαράδρες του. Σαν μαγεμένος περιδιάβαινε ο Νικόλας σε τούτα τα ανεξερεύνητα ακρογιάλια, γυρνούσε μια από δω και μια από κει, όλα όμως του ξέφευγαν, γλιστρούσαν σαν το χέλι» (σελ. 292). «Ήταν η στιγμή της άπνοιας που στεκότανε ο χρόνος, η ώρα που άλλαζε σκυτάλη η ημέρα με τη νύχτα, η ώρα που έφευγε η παλέτα των χρωμάτων από το κουρασμένο χέρι της ζεστής ημέρας και πήγαινε στης νύχτας τα δροσερά τα δάχτυλα, αφήνοντάς την να ζωγραφίσει εκείνη. Ήταν η ώρα που, μαλακωμένα όλα τα φωτεινά της μέρας χρώματα, αρχίζανε να αναμιγνύονται με τα ψυχρά της νύχτας. Ήταν η ώρα που οι ώχρες, τα χάλκινα, τα κεραμιδιά και όλα τα γαιώδη χάναν την έντασή τους για να γυρίσουν όλοι σιγά σιγά στα μοβ, στα βιολετιά και στα μυστηριακά ιώδη» (σελ. 396). «Τα είχε όμως έτσι κανονισμένα ο Πλάστης, που ευτυχώς, σαν έμπαινε ο Αύγουστος, κάθε πρωί, εκεί γύρω στις δέκα έπιανε μελτεμάκι. Κατέβαινε από τη Λέσβο κι απ' το Αϊβαλί και δροσερό έμπαινε στο μικρό μπουγάζι ανάμεσα Χίο και Αγνούσες, μόλις αγγίζοντας την αγουροξυπνημένη ακόμα θάλασσα με μικρές ξαφνικές ριπές, βγάζοντας την πελώρια υδάτινη μάζα της πρόωρα από το πρωινιάτικο χουζούρι. Περνούσε ακριβώς απάνω της, ίσα να τη θωπεύει, κάνοντας τη λεία και γυαλιστερή επιδερμίδα της ν' ανατριχιάζει ηδονικά. Από μακριά το 'βλεπες να 'ρχεται τούτο το ρίγος που φαινόταν λες και κοπάδια αφρόψαρα σπαθίζανε με μικρές αλεπάλληλες βουτιές το μισοκοιμισμένο ακόμα ράθυμο κορμί της, αντανακλώντας πάνω στα ασημόγκριζα γυαλιστερά τους λέπια τις ακτίνες του αδύναμου ακόμα πρωινού ήλιου. Σαν το 'βλεπες αυτό, ήξερες. Όπου να 'ναι θα δροσίσει» (σελ. 425). SPOILERS Με ναυτικό λεξιλόγιο, με ντοπιολαλιά χιώτικη, με τη μαστίχα να ποτίζει κάθε σελίδα του βιβλίου, ξετυλίγεται η ιστορία (κυρίως) του Νικόλα, ανιψιού του καπετάν Ισίδωρου. Το μυθιστόρημα ανοίγει με τη σφαγή της Χίου και το πώς σώθηκε ο ανήλικος τότε Ισίδωρος, ο οποίος φυγαδεύτηκε με τα αδέρφια του στην καθολική Σύρο, που μόλις τότε άρχισε να αναπτύσσεται χάρη στην άφιξη των Χιωτών προσφύγων. Αργότερα ο Ισίδωρος γίνεται καπετάνιος και μαζί του μπαίνει στα καράβια ο Νικόλας. Ρομαντικός και σκληρός, ο Νικόλας ερωτεύεται μια Συριανή, την Ιάσμη, με την οποία ζουν έναν παράφορο έρωτα και ο Νικόλας τα παρατά όλα: σπίτι, καράβια, βιος, μέλλον. Μόνο μετά το θάνατο της Ιάσμης κατά τη διάρκεια του πρώτου της τοκετού επιστρέφει ο Νικόλας σπίτι και αρπάζεται από το εμπόριο της μαστίχας στο οποίο διαπρέπει. Μόνος του υποστηρικτής και συμβουλάτορας η γιαγιά Ροδόκλεια, με την οποία ξεκινάει την καινούργια του ζωή. Με τα χίλια ζόρια παντρεύεται τη Σταματία και φτιάχνει οικογένεια, με αποτέλεσμα το τέλος του μυθιστορήματος να βρίσκει τον εγγονό Νικόλα να έχει φτιάξει τη δική του οικογένεια και να ζει τις τελευταίες στιγμές του ένδοξου καραβοκύρη παππού του, που χάνεται στην ανοιχτή θάλασσα όταν φτάνει το τέλος του πάνω στη βαρκούλα του, την Ιάσμη.
Είναι ένα ενδιαφέρον βιβλίο, χωρίς να ειναι απαραίτητα το καλυτερο που έχει διαβάσει ποτέ κανεις.
Στα θετικά του βιβλιου ειναι το ιστορικό υπόβαθρο, οι μαγευτικές περιγραφές της Χίου, της ιστορίας της, της καθημερινής ζωής, το μαστίχι, η ναυτιλία.
Στα αρνητικά το οτι πελαγοδρομεί με μία μακρά εισαγωγή ως που να αντιληφθει ο αναγνώστης ότι τελικά ο πρωταγωνιστής ειναι ο Νικόλας και βέβαια η εκτός πραγματικότητας σχέση με την Ιάσμη για τα ήθη και της συνηθειες εκεινης της εποχής. Δεν πείθει σε αυτό το σημείο ο συγγραφέας.
Είναι το πρώτο βιβλίο της τριλογίας και προφανώς λειτουργεί ως βάση για όσα θα την περεταίρω εξέλιξη της πλοκής. Με αυτή την ένοια αξιζει να το διαβάσει κανείς
Ένα ελληνικό θαλασσινό μυθιστόρημα γεμάτο γνώσεις,συναισθήματα και αναλογισμούς.Ένα ταξείδι σε άλλη εποχή με τις οικογένειες ναυτικών στο Αιγαίο,Κυκλάδες,Σμύρνη.Ωραία πλοκή,κατανοητή γραφή με πολλές περιγραφές.