Μια χειρόγραφη νουβέλα που πολτοποιείται μέσα σ' ένα σκουπιδιάρικο και κανείς δεν μπορεί να τη σώσει.
Η Αμαλία που έμεινε 72 χρόνια παντέρημη σ' ένα καλύβι δίπλα στο ποτάμι με τις κατσίκες της.
Ο Μαρτίν, κατακόκκινος με βουρκωμένα μάτια, μπροστά στο δάσκαλο που βρήκε το γαμοσταυρουδάκι της Αλεξάνδρας μέσα στην τσάντα του.
Ο Λευτέρης,φρικαρισμένος απ' τη διέγερση που του προκαλούν οι κραυγές της τρομοκρατημένης γυναίκας μέσα απ' το πηγάδι που την έριξε για να πεθάνει.
Η Ειρήνη που, με το βλέμμα του μαστουρωμένου πανικού, ορμάει γυμνή στις σκάλες της πολυκατοικίας, στέκεται στο κεφαλόσκαλο, μπροστά στον κύριο Καρδαρά που περιμένει το ασανσέρ, και ξύνεται μέχρι να ματώσει.
Ο γυμνός άντρας που κρυφακούει, κολλημένος στη μεσοτοιχία, τα βογγητά ενός κοριτσιού, απ' το διπλανό δωμάτιο του ξενοδοχείου. Και τα ουρλιαχτά. Και θέλει να τη σώσει αλλά αυτή δε θέλει να σωθεί.
Το διάβασα αρκετούς μήνες πριν,λίγο πριν παρακολουθήσω την ταινία "Μικρή Άρκτος"(που βασίζεται στο ομώνυμο διήγημα) στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας. Είναι εντυπωσιακό το πόσοι σπουδαίοι και πολυτάλαντοι(η Χρονοπούλου είναι σκηνοθέτης που όμως καταπιάστηκε επιτυχώς και με τη συγγραφή) Έλληνες συγγραφείς υπάρχουν,που ούτε καν υποψιαζόσουν την ύπαρξή τους.Κι αυτό γιατί η συγγραφή γι αυτούς δεν είναι full time job ούτε τρόπος βιοπορισμού.Μιλάνε όταν έχουν κάτι να πουν κι είσαι τυχερός αν δώσουν πνοή έστω και σ'ένα μόνο βιβλίο. Μικρές ιστορίες λοιπόν,πρωτότυπες και τρυφερές,που έχουν κάτι να σου πουν,αν έχεις τη διάθεση ν' "ακούσεις".Αυτό είναι το συστατικό της μαγείας. Το δε "Φοράει κοστούμι" το διάβασα πολλές φορές,θέλοντας αφενός να είμαι προετοιμασμένη για την ταινία κι αφετέρου γιατί έχοντας δει το τρέιλερ(κι έχοντας μαγευτεί απ'τη φωνή του Γιάννη Κοκιασμένου),προσπαθούσα να φανταστώ τους διαλόγους σ'ένα δικό μου κινηματογραφικό σύμπαν.