Οκτώ μόλις χρόνια μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, ο Αισχύλος ήδη μιμείται ένα προϋπάρχον έργο (τις Φοίνισσες) μιλώντας από την πλευρά των ηττημένων Περσών. Μια από τις σπάνιες περιπτώσεις τραγωδίας που το περιεχόμενό της δεν είναι μυθολογικό.
Στο χορό των "γερόντων" (βασιλικοί σύμβουλοι, παρακοιμώμενοι και κολαούζοι της αυλής) οι οποίοι επικουρούνται δραματικά από τη μητέρα του Ξέρξη και αναμένουν με αγωνία νέα από την εκστρατεία στην Ελλάδα. Σε λίγο εμφανίζεται ένας αγγελιοφόρος που φέρνει τα κακά μαντάτα: Οι Πέρσες ηττήθηκαν στη Σαλαμίνα, 300 πλοία των Ελλήνων τσάκισαν τα 1207 (εντυπωσιακά ακριβής αριθμός) του Ξέρξη και η θάλασσα γέμισε πτώματα, "τόσοι άνθρωποι μαζεμένοι δεν πέθαναν άλλη μέρα". Ο αγγελιαφόρος δίνει μια εξαιρετικά παραστατική περιγραφή της ναυμαχίας και των συνεπειών της, μνημονεύοντας και πληθώρα προσώπων που έλαβαν μέρος, αλλά μόνον από την πλευρά των Περσών. Έλληνας δεν αναφέρεται ούτε ένας (κάτι που έχει μια ειδική αξία, θα αναφερθώ πιο κάτω). Αναφέρεται και ο Ξέρξης που επιστρέφει ζωντανός (προς μεγάλη χαρά της μητέρας του) με ρούχα σκισμένα και καταρακωμένος από την ήττα.
Ο χορός αντιδρά καλώντας το πνεύμα (είδωλο) του βασιλιά Δαρείου (ήδη νεκρού πριν ξεκινήσει η εκστρατεία) ο οποίος κατακρίνει το γιο του για την ύβρι του (αν και ιστορικά, ο Ξέρξης απλώς ανέλαβε την εκστρατεία την οποία δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει ο Δαρείος λόγω... θανάτου), ενώ προλέγεται και η ήττα των περσών στις Πλαταιές (χωρίς αμφιβολία... ήδη γνωστή στο κοινό του 472 π.Κ.Ε. που παρακολουθεί την παράσταση).
Στην"έξοδο", εμφανίζεται ο Ξέρξης (κάτι που προοικονομείται έμμεσα σε πολλά σημεία του έργου), εξαθλιωμένος, με στολή σχισμένη, και αναλύεται σε θρήνο στον οποίο συμμετέχει και ο χορός.
Με εξαιρετικά νηφάλιο τρόπο για τα δεδομένα της εποχής, ο Αισχύλος παραδίδει ένα κατά μείζονα λόγο αντιπολεμικό έργο, στο οποίο το αποτέλεσμα της μάχης δεν κρίνουν τόσο οι ικανότητες και η δεξιοσύνη στα όπλα (όχι εντελώς), αλλά η θεϊκή οικονομία που πλήττει τον Ξέρξη (και κατ' επέκταση του Πέρσες) για την ύβρι που έχουν διαπράξει δηώνοντας την Αττική και καταστρέφοντας τα ιερά της Αθηνάς και άλλους τόπους θρησκευτικής αξίας. Είναι άλλωστε και ένας "πονηρός" τρόπος να πάρει η Αθήνα, η πόλη του, τα εύσημα για αυτή την επιτυχία, χωρίς να "λιβανίζει" η ίδια τον εαυτό της, αλλά δεχόμενη το θρήνο του αντιπάλου για την ήττα του ως βραβείο για τη δική της νίκη. Έτσι λοιπόν, έχουμε ένα έργο για μια νίκη της Αθήνας, γραμμένο από Αθηναίο και παιγμένο μπροστά στο Αθηναϊκό κοινό στο οποίο δεν αναφέρεται ούτε ένας Αθηναίος και όπου κυριαρχεί... ο θρήνος. Well played Αισχύλε...
Είπαμε ότι μνημονεύονται πολλοί Πέρσες αλλά κανένας Έλληνας. Έχει υποστηρισχτεί (και με βρίσκει σύμφωνο παρά τις πενιχρές μου σχετικές γνώσεις και την ελάχιστη ενασχόλησή μου με το αντικείμενο), ότι ο Αισχύλος εδώ καταδεικνύει τη διαφορά ανατολής και δύσης. Στην ανατολή δεσπόζει ένας βασιλιάς, ονομαστός, στρατηγοί ονομαστοί, αλλά στην δύση, στη χώρα της δημοκρατίας εκεί που άρχων είναι ο λαός και ισότητα επικρατεί (ακούω βήχα από το ακροατήριο, κάτι περί γυναικών δούλων, αριστοκρατών ιππέων κ.λπ., παρακαλώ ησυχία), κανείς δεν προκρίνεται και δεν διεκδικεί τη νίκη για τον εαυτό του, ακόμη κι αν όλοι οι παριστάμενοι στο θέατρο γνωρίζουν τη συμβολή του Θεμιστοκλή στο ζήτημα (δημιουργία του στόλου με το ασήμι του Λαυρίου, τέχνασμα που προσέλκυσε στα στενά της Σαλαμίνας τον περσικό στολο). Φυσικά υπάρχει και το ενδεχόμενο ο Θεμιστοκλής να μην αναφέρεται γιατί ήδη έχουν πέσει οι μετοχές του και λίγο καιρό αργότερα εξορίζεται από τους επιλήσμονες αλλά... δημοκρατικότατους Αθηναίους για 10 χρόνια.
Πράγματα που πολύ βολικά ξεχνάει ο Αισχύλος:
Οι Πέρσες που θεωρεί ότι τιμωρούνται από τους θεούς για τις βεβηλώσεις ιερών, πρώτοι είχαν δεχτεί τέτοιες βεβηλώσεις και πυρπολήσεις κατά την Ιωνική Επανάσταση την οποία ενίσχυσε η Αθήνα με ναυτικό και στρατό και οδήγησε στη ναυμαχία του Μαραθώνα.
Ο Δαρείος δεν ήταν ο ακριβώς ο αγαθός, σοφός πολυνίκης βασιλιάς. Αποκλείεται να έχει ξεχάσει ο Αισχύλος ότι πρώτος ο Δαρείος επιτέθηκε στους Έλληνες, καθως συμμετείχε και ο ίδιος στη μάχη του Μαραθώνα. Βέβαια, η διαφορά μεταξύ Δαρείου και Ξέρξη είναι ότι ο πρώτος περιορίστηκε (ίσως και εκ των πραγμάτων) στα αμιγώς πολεμικά, έχασε τη μάχη του και αποχώρησε σαν κύριος, ενώ ο Ξέρξης προέβη σε καταστροφές και βεβηλώσεις, πυρπόλησε δύο φορές την Αθήνα και κατέστρεψε ναούς και ιερά της πόλης.
Μεγάλο μέρος των πληρωμάτων των Περσών ήταν... Ίωνες, Έλληνες υποτελείς του "μεγάλου Βασιλέα", ενώ και από την κατ' εξοχήν Ηπειρωτική Ελλάδα, δεν ήταν λίγες οι πόλες που συνέδραμαν τους Μήδους, είτε από φόβο είτε προσδοκώντας οφέλη σε βάρος γειτόνων τους, είτε ακριβώς επειδή οι γείτονες με τους οποίους είχαν αντιδικίες αντιστάθηκαν.
Αποκλείεται οι Πέρσες να αποκαλούσαν τους εαυτούς τους βαρβάρους", όπως συμβαίνει συχνά στο έργο. Κανένας λαός δεν αυτοπροσδιορίζεται ως βάρβαρος και συνήθως ο όρος αυτός περιγράφει... τους άλλους, τους "έξω από τα σύνορά μας".
Ούτε μία στο εκατομμύριο οι Μήδοι δεν προσεύχονταν ή αναφέρονταν στον Δία. Νομίζω θεός της αρεσκείας τους ήταν ο Αχούρα Μάζντα. Καταλαβαίνω τη διστακτικότητα του ποιητή να φέρει... καινά (όχι και τόσο) δαιμόνια στην Αθήνα μέσω του έργου του, αλλά είναι λίγο σόλοικο να τους βάζεις να επικαλούνται έλληνες θεούς. Ας έλεγε έστω απλά "θεοί"... Ψιλά γράμματα, προσχωράμε.
Αποκλείεται ο Ξέρξης να διέσχισε όλη την Ελλάδα και μέρος της Μικράς Ασίας με την ίδια στολή, για να φτάσει μπροστά στη μάνα του με σκισμένα ρούχα. Καλό ως σκηνοθετικό εύρημα που δείχνει την ήττα και την ταπείνωση, αλλά δεν μπορώ παρά να το επισημάνω.
Η Αυτοκρατορία του Ξέρξη δεν κατέρρευσε, όπως υποννοείται στο έργο, μάλιστα συνέχισε ακμαιότατη σχεδόν άλλους δύο αιώνες, έχοντα συνολικά πολύ μικρότερο αντίκτυπο από αυτό που παρουσιάζεται στο φιλοθεάμον αθηναϊκό κοινό, ούτε καν ήταν η ήττα στη Σαλαμίνα η αρχή της παρακμής της (αν και έχει κατά καιρούς υποστηριχτεί και το αντίθετο). Ωστόσο αληθεύει ότι δεν ακολούθησε άλλη επεκτετική εκστρατεία των Μήδων και των συν αυτώ προς δυσμάς, τουναντίον οι Έλληνες πλέον τραμπούκιζαν την Ανατολή σε κάθε ευκαιρία (και αργότερα οι Ρωμαίοι).
Γενικός βαθμός / χαρακτηρισμός: Ό,τι πρέπει για καλοκαιράκι στην Επίδαυρο, αν δεν σας κουράζει η μόνιμη κλαούνα και οι (μάλλον σκόπιμες) ανακολουθίες του έργου.
Ειδική μνεία για την συγκεκριμένη έκδοση: Έχει γίνει πολύ καλή δουλειά στην εισαγωγή τη μετάφραση και τα σχόλια, τόσο καλή, που μπορείτε να αφήσετε το κείμενο απ' έξω, καθώς... έχει όλο καλυφθεί και αναλυθεί εκτενέστατα στις υπόλοιπες ενότητες.