Σ’ ένα νησί των Κυκλάδων, ο καπετάνιος Παναγής Καρατζάς επιστρέφει για να βρεθεί αντιμέτωπος με παλιούς και νέους δαίμονες. Στο μουράγιο τον περιμένει με λαχτάρα η θετή του κόρη, η Αννεζώ, και στο σπίτι η Φρασκούλα, η ψυχρή κι απόμακρη γυναίκα του. Στη θαλασσοδαρμένη του ψυχή, τη στερημένη από αγάπη, σιγά σιγά γεννιέται ένα νοσηρό ερωτικό πάθος για το κορίτσι που ο ίδιος μεγάλωσε σαν κόρη του. Τρομαγμένος και γεμάτος ντροπή, την παντρεύει βιαστικά και με το ζόρι με τον καλύτερο του φίλο, τον Κωνσταντή. Κι ενώ το ζευγάρι παλεύει να ισορροπήσει μέσα σ’ αυτό τον αταίριαστο γάμο, τα πρόσωπα που τους περιστοιχίζουν ταλανίζονται απ’ τα δικά τους ασίγαστα πάθη. Οι ξαδέλφες της Αννεζώς, η ατίθαση και προκλητική υπηρέτρια Μαρία, ο εγωκεντρικός, καιροσκόπος Νικόλας και ο γιατρός Βαρανάκης μπλέκονται σ’ ένα πολυδιάστατο και επικίνδυνο ερωτικό παιχνίδι με καταστροφικά αποτελέσματα. Ορισμένοι καταφέρνουν να σταθούν όρθιοι και άλλοι, πάλι, λυγίζουν. Άλλοι μαθαίνουν απ’ τα λάθη τους κι άλλοι συνθλίβονται απ’ αυτά. Μα γύρω τους και γύρω απ’ όλα υπάρχει πάντα η θάλασσα. Απέραντη κι απρόβλεπτη σαν τη ζωή. Πανίσχυρη κι αυτόβουλη, άλλοτε να φέρνει κι άλλοτε να παίρνει…
Η Αφροδίτη Βακάλη, η Αλκυόνη Παπαδάκη του 21ου αιώνα, μας συστήνεται χωρίς τυμπανοκρουσίες και κομπορρημοσύνη. Απλώς(;) γράφει για έναν μικρόκοσμο ενός αιγαιοπελαγίτικου νησιού με τα πάθη του, τους έρωτες, τα μίση, το κουτσομπολιό, την αγνότητα και το μίσος. Και μόλις κλείσετε το βιβλίο θα μυρίσετε γύρω σας την αρμύρα της θάλασσας και της προδοσίας, θα νιώσετε το δροσερό αεράκι του μελτεμιού και της λύτρωσης. Ένα βιβλίο που θα το αναπολείτε συχνά. Έχω σοκαριστεί από το υπέροχο γράψιμο, από τη λυρικότητα και την ποιητικότητα της γραφής, από τις ιστορίες και την κορύφωσή τους, από το πάθος και το έλεος των χαρακτήρων. Και είναι η πρώτη εμφάνιση της συγγραφέως!
Σ' ένα νησί των Κυκλάδων. Παναγιώτης Καρατζάς, ναυτικός, επιστρέφει από ταξίδι με τον κολλητό του, Κωνσταντίνο. Η σχέση του με τη γυναίκα του δεν πάει καλά, είναι ψυχρή και απόμακρη. Τρομάζει όταν βλέπει την έφηβη πια κόρη της, Αννεζώ, να της μοιάζει τόσο και αρχίζει να φαντασιώνεται μαζί της πράγματα που του λείπουν από τη μάνα της. Έντρομος και ντροπιασμένος, την παντρεύει άρον άρον με τον Κωνσταντή.
Ο γιατρός Βαρανάκης φτάνει στο νησί με μια ιστορία από το παρελθόν που τον στοιχειώνει. Γνωρίζει τη Μαρία και αυτό είναι η καταστροφή του. Η Μαρία είναι ελεύθερο πουλί, δεν δεσμεύεται με κανέναν, είναι η "Στέλλα με τα κόκκινα γάντια" του νησιού. Στο μάτι την έχει βάλει και ο Νικόλας, εγωκεντρικός, καιροσκόπος, ατίθασος, ερωτύλος. Παντρεμένος με μια αδύναμη στο χαρακτήρα κοπέλα, εποφθαλμιώντας μόνο την περιουσία της. Γίνεται πατέρας και νιώθει τη θηλιά να σφίγγει γύρω του. Πνίγεται! Διέξοδος το ποτό και το ξυλοφόρτωμα της γυναίκας του. Και η Μαρία! Αχ, η Μαρία, ένα ελεύθερο πουλί που δεν κλειδώνεται σε κλουβιά. Και ο Νικόλας τη θέλει! Μέχρι τέλους! Συγκλονιστικές οι τελευταίες σκηνές και κυρίως η αντίδραση της γυναίκας του Νικόλα!
Και γύρω τους κι άλλοι χαρακτήρες και γύρω τους η θάλασσα. Μου είναι αδύνατον να σας περιγράψω πόσο έντονα και πόσα πολλά συναισθήματα γεννάει αυτό το βιβλίο. Οι γυναίκες δε γνωρίζουν από έρωτες και χάδια, δεν ξέρουν να κουμαντάρουν τον άντρα. Οι άντρες αδιαφορούν για τις γυναίκες τους ως άνθρωποι και χαρακτήρες, τους συμπεριφέρονται σα ζώα. Λίγοι έχουν το σθένος να τις πλησιάσουν, να τις αγαπήσουν, να συζητήσουν μαζί τους. Από τις ωραιότερες ιστορίες η Αννεζώ και ο Κωνσταντής, πώς ξεκίνησαν από αγάπη και αιδώ νιόπαντροι να μην αγγίζουν ο ένας τον άλλον, να θεωρούν ο ένας τον άλλον υπεύθυνο κι όμως με το πέρασμα του χρόνου και την εγκατάλειψη της ατολμίας, πλησίασαν κοντά, πιάστηκαν χέρι χέρι, μίλησαν, αγαπήθηκαν, έκαναν έρωτα.
Ήθη και έθιμα του χωριού, καθημερινές συνήθειες, τρισδιάστατοι χαρακτήρες, ένας σφιχτός κλοιός στενά δεμένος γύρω τους και ο αναγνώστης δεν μπορεί να ανασάνει παρά μόνο όταν τελειώσει το βιβλίο. Και πάλι όμως θα τον στοιχειώνει για καιρό η ανάμνηση αυτού του βιβλίου, η απόδοση των χαρακτήρων, το υπέροχο γράψιμο. Τι να πω, τα λόγια έιναι πραγματικά περιττά. ΠΡΕΠΕΙ να διαβάσετε αυτό το βιβλίο. Και όχι σε μέσα μεταφοράς ή εκτός σπιτιού, θέλει το χρόνο του και το χώρο του, αδειάστε το μυαλό σας από τις έγνοιες, ξεφυλλίστε το, ζήστε το!
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα (δεν ήξερα τι να πρωτοδιαλέξω!):
"Αυτός, που δεν τον τρομάζανε φουρτούνες και μποφόρια, φοβόταν ν' αντικρίσει τη Φρασκούλα. Τον παίδευε ο καημός να τη ζητά, να μην την έχει. Γωνιά γωνιά είχε ψάξει τα μάτια της να βρει την αγάπη της, μα εκείνα άδεια. Τίποτα δεν μπορούσε να της καταλογίσει, να την ψέξει για κάτι. Σ' όλα ήταν σωστή, σ' όλα όπως έπρεπε. Το βλέμμα της όμως δεν είχε έρωτα, δεν είχε φλόγα. Σβηστό. Κι ο Παναγής χανόταν στο σκοτάδι...Βαθιά στο στήθος, δειλά, τολμούσε και γεννιόταν μια ελπίδα, η ελπίδα, που από παντού, απ' το τίποτα, κι απ' το παράλογο ακόμη, έχει τη δύναμη να ξεπροβάλει. Τι κι αν γνωρίζει το μυαλό, πιο δυνατή απ' τη γνώση εκείνη" (σελ. 22).
"Άκουγε φλιτζάνια να κροταλίζουν και πιατάκια, τις υπηρέτριες να μεταφέρουν δίσκους με γλυκά, καφέδες, τσάγια. Άκουγε χάχανα, το θόρυβο που κάνουν οι γυναίκες σα μαζεύονται και συζητούν τον άντρα" (σελ. 26). "Ένα τσούρμο άντρες μες στον καφενέ, της θάλασσας και της στεριάς. Διαφορετικοί σε όλα και τόσο όμοιοι. Όλοι με την ίδια σκέψη, την ίδια ανάγκη. Και ο καημός πάντοτε ένας. Η γυναίκα. Η δική τους ή άλλη. Μα πάντα η γυναίκα. Απ' αυτή φεύγουν και σε αυτή γυρνάνε. Αυτή τους φέρνει στη ζωή, αυτή τους συντροφεύει κι αυτή τους κλείνει τα μάτια. Η ζωή τους όλη ένας κύκλος και στη μέση πάντα αυτή. Το κέντρο του κόσμου τους. Τίποτα πέρα απ' αυτή. Τίποτα χωρίς αυτή. Το ξέραν, κι όσοι ήταν μες στον καφενέ και οι άλλοι, όσοι δεν ήταν. Όλοι οι άντρες το ξέρουν. Βαθιά στην καρδιά τους το νιώθουν και τους τρομάζει. Προσπαθούν πάντα να το ξορκίσουν, με χωρατά, με κρασί, με το μαχαίρι. Ανάλογα την περίσταση. Μα το ξέρουν καλά" (σελ. 92-93).
"-Μετρημένες τις έχεις τις μπουκιές μας; Βάλε κάτι παραπάνω στην κατσαρόλα! Άνθρωποι είμαστε, μπορεί να λαχταρήσουμε μια πιρουνιά ακόμη!" (σελ. 101).
"Μόνο όσοι αγαπήσαν ξέρουνε τη γεύση του πρώτου φιλιού. Οι άλλοι ελπίζουνε, μονάχα, να τη μάθουν. Κι ήταν το πρώτο φιλί και για τους δύο. Τους τάραξε, τους τρόμαξε η αίσθησή του. Νιώσαν πως άνοιξε μια πόρτα κάπου. Μα δεν τολμήσανε να τη διαβούνε. Ο καθένας με τους δικούς του φόβους, την κλείσανε απαλά και υποχωρήσανε. Όμως, γνωρίζανε καλά την ύπαρξή της τώρα" (σελ. 137).
"Κι έτσι, περνούσανε οι μέρες κι έμενε εκείνος σιωπηλός. Ανείπωτες στοιβάζονταν στο στόμα του οι λέξεις κι έρχονταν κι άλλες κι άλλες, δίχως να βρίσκει εκείνος το κουράγιο τα χείλη του ν' ανοίξει, να τις φτύσει, ν' ανακουφιστεί. Και όπως ήταν μπουκωμένες τόσες λέξεις, ένιωθε ώρες ώρες πως πνιγόταν. Κι έπινε το κρασί του μονορούφι, μήπως και καταφέρει, αφού δεν μπόραγε να τις προφέρει, να τις καταπιεί" (σελ. 142).
"Μείναν για λίγο σιωπηλοί. Δυο άντρες, δυο γυναίκες, χίλιες σκέψεις. Να τους ενώνουν τόσα. Και ακόμη περισσότερα να τους χωρίζουνε. Τα αισθήματα σωστά, τα πρόσωπα όλα λάθος. Η αγάπη έπαιζε σκληρό παιγνίδι. Άτακτος ο μικρός θεός, ο Έρωτας. Απάνθρωπος, τους τυραννούσε. Σαϊτεμένους λάθος. Στα σίγουρα γελούσε και διασκέδαζε μαζί τους" (σελ. 267).
"Ένα μικρό καρφάκι, που ίσως καποτε χρησίμευε σε κάτι, τώρα γυμνό και μόνο, μια ασήμαντη παραφωνία, ένα μικρό σημάδι, μαύρο. Χαμένο μες στ' απέραντο λευκό του τοίχου. Κι όμως ήταν εκεί. Επέμενε να υπάρχει. Να σπάει εκείνη την ασπρίλα με τη μικρή, τη μαύρη ύπαρξή του. Τιποτένιο. Ακίνδυνο και ξεχασμένο. Μα η μυτερή του άκρη, άφαντη στα μάτια ολωνών, ήταν βαθιά μπηγμένη στη σάρκα αυτού του τοίχου. Το πέτρινο το σώμα, ορθό παρά τον πόνο, στεκόταν πληγωμένο. Παντοτινά σημαδεμένο, αμίλητο. Μ' ένα καρφί στα στήθια" (σελ. 281).
"Λες κι ήταν η αγάπη ψίχουλα, να τα τινάξει τάχα απ' το τραπέζι. Να φύγουν, να χαθούνε. Κι έπειτα χαρωπή, να στρώσει πάλι. Στον Κυριάκο να στρώσει. Να μπει μες στην καρδιά της, να φάει και να πιει!" (σελ. 306). "Με τους καημούς τόσων και τόσων ήτανε το χώμα τούτο ποτισμένο. Ήξερε, είχε δει πολλά. Και είχε μνήμη, τη δική της μνήμη, ετούτη εδώ η μικρή, η λευκή γωνιά του Αιγαίου" (σελ. 353).
Πολύ ωραίο βιβλίο αλλά με ένα νερόβραστο εξώφυλλο. Το εξώφυλλο με παρέπεμψε να μην το πάρω από τα χέρια του αγαπητού panost που μου το έδινε. "Δεν είναι αυτά για μένα" του είπα. Αλλά πάντα κάτι μέσα μου επαναστατεί γεμάτο περιέργεια και με κάνει να σκέφτομαι μήπως τελικά πρόκειται για κάτι που θα χάσω αν δεν διαβάσω. Πολλές φορές ο θησαυρός αποδεικνύεται άνθρακες και ακολουθούν διάφοροι εύσχημοι λίβελοι για μεσήλικες και έτι ώριμες κυρίες του καλού κόσμου που ανακάλυψαν τον Γουτεμβέργιο με καθυστέρηση δεκαετιών.
Το βιβλίο όμως ήταν ωραίο. Καλογραμμένο και αληθοφανές. Τίποτα δε σε έκανε να υπομειδιάς ειρωνικά με ακρότητες της πλοκής του. Διαδραματίζεται σε ένα νησί των κυκλάδων, σε μια μικρή καταπιεσμένη κοινωνία βουτηγμένη στην υποκρισία, στο κουτσομπολιό, την εμπάθεια και τον καθωσπρεπισμό. Αν και η χρονική περίοδος δεν κατονομάζεται, κλείνοντας το βιβλίο μπορείς να την τοποθετήσεις είτε στο 1960 είτε στο 2000 επειδή ουσιαστικά το μόνο που αλλάζει είναι το βάθος της υποκρισίας του περίγυρου. Η ιστορία κυλούσε αβίαστα, όμορφα δομημένα και ήταν σα να βρισκόσουν και να περπατούσες ο ίδιος στα στενά του νησιού της ιστορίας. Οι ήρωες μιλούσαν κανονικά χωρίς τις διάφορες μεγαλοστομίες που όλο και περισσότερο συναντάς στα ελληνικά γραπτά. Ήταν σα να τους άκουγες ή καλύτερα σα να περίμεναν να συμμετέχεις στην κουβέντα τους. Οι περιγραφές τοπίων, αισθημάτων και γεγονότων διατηρούσαν μια αίσθηση πραγματικότητας. Οι κρυφές σκέψεις και επιθυμίες εκφράζονταν καθαρά και μετρημένα. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν ένα πετυχημένο βιβλίο, ιδανικό για να περάσει κάποιος ευχάριστα απογεύματα διαβάζοντας το και αγωνιώντας για την τύχη των ηρώων του. Τύχη που για άλλους μεταφραζόταν σε ένα αναμενόμενο ευχάριστο τέλος, για άλλους σε έναν οδυνηρό επίλογο και για άλλους σε ένα μέλλον γεμάτο ελπίδα. Πολύ θα ήθελα πάντως να διαβάσω επόμενο βιβλίο της συγγραφέως. Αλλά θα τη συμβούλευα να προσέξει στην επιλογή του εξώφυλλου γιατί μπορεί, ως εντύπωση, να αδικήσει το επόμενο καλό βιβλίο της.
Το βιβλίο μας περιγράφει την ζωή μιας οικογένειας και των κατοίκων ενός νησιού των Κυκλάδων στην δεκαετία του 50. Ο Παναγής Καρατζάς αγαπάει την γυναίκα του Φρασκούλα με μια ανιδιοτελή αγάπη που τον κάνει να δεχτεί για δικό του ακόμα και το παιδί που περιμένει εκείνη από άλλον! Ζει μαζί της μια ζωή συμβατική, χωρίς η αγάπη του να βρίσκει ανταπόκριση! Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να στρέψει το ερωτικό του ενδιαφέρον στο κορίτσι που αναγνωρίζει για κόρη του, την Ανεζώ! Τα αντικρουόμενα αισθήματα που δημιουργούνται μέσα του και η ανάγκη του να λυτρωθεί και να ξεφύγει απο το ανούσιο πάθος του τον ωθεί σε αναπάντεχες και τετελεσμένες αποφάσεις! Αποφασίζει λοιπόν να παντρέψει την Ανεζώ, χωρίς να την ρωτήσει, με τον καλύτερο του φίλο τον Κωνσταντή που είναι και συνοδοιπόρος του, στα θαλασσινά του ταξίδια! Η ανάγκη του Παναγή να γευτεί ένα χάδι, ένα άγγιγμα, να ελευθερώσει την στερημένη του καρδιά, τον οδηγεί σε παράνομες σκέψεις, οι παράνομες σκέψεις οδηγούν το μυαλό του στις ενοχές οι οποίες είναι βασανιστικές και ζητούν διέξοδο σε μια βιαστική απόφαση, όπως ο γάμος της Ανεζώς με τον Κωνσταντή. Ένα ντόμινο εξελίξεων θα εγκλωβίσει την ζωή της Ανεζώς και θα την οδηγήσει σε έναν γάμο με έναν άντρα που σχεδόν δεν γνωρίζει! Τα ήθη μιας κλειστής κοινωνίας, τα ήθη μιας άλλης εποχής καθορίζουν τις αποφάσεις και την πορεία της ζωής των ανθρώπων του νησιού! Ακόμα όμως και μέσα απο τις αποφάσεις που επιβάλλονται, ακόμα και μέσα απο τα αδιέξοδα των αποφάσεων αυτών η αγάπη, η αφοσίωση και η υπομονή βρίσκει την χαραμάδα και αλλάζει τις προθέσεις και την πορεία των σχέσεων που αλλιώς είχαν προδιαγραφεί αρχικά! Γύρω απο την κεντρική ιστορία, περιμετρικά σαν δορυφόροι κινούνται οι υπόλοιποι χαρακτήρες του βιβλίου! Η Μαρία μια γυναίκα που θέλει να ζήσει ελεύθερη την ζωή της, έξω απο τους κοινωνικούς κώδικες του νησιού! Θέλει να ερωτευτεί, θέλει να γευτεί την ζωή χωρίς δεσμεύσεις και προκαταλήψεις! Ο Νικόλας ένας άντρας ανώριμος και κακομαθημένος, παντρεύεται απο συμφέρον και κατασπαταλάει την περιουσία της γυναίκας του, ενώ δεν διστάζει να την κακοποιεί σχεδόν σε καθημερινή βάση! Ζει με την Μαρία μια μονόπλευρη σχέση πάθους, και μπαίνει σε μια δίνη που ολοένα τον παρασέρνει! Και ανάμεσα τους ο νεοφερμένος γιατρός, ο οποίος έρχεται στο νησί για να γιατρέψει τις πληγές του και ερωτεύεται με πάθος την Μαρία! Ολέθριες σχέσεις, ένα παρελθόν που τους κυνηγά, ένα παρόν που τους στροβιλίζει και γύρω τους η θάλασσα πρωταγωνίστρια να αφουγκράζεται τον καημό, τον πόνο, τα όνειρα τους! Να τους γαληνεύει στον αφρό της να τους τραβάει στον πάτο της! Έτσι είναι η θάλασσα απρόβλεπτη και ξελογιάστρα! Είναι όμως η προσωποποίηση της ελευθερίας, η απόλυτη έννοια του απείρου που δηλώνει ότι ποτέ τίποτα δεν τελειώνει! Μέσα στην απεραντοσύνη της όλα χάνονται όλα ξεπλένονται και όλα ξαναγεννιούνται! Ένα βιβλίο που σε κάνει όχι μόνο να βλέπεις και να νιώθεις, αλλά και να ακούς τους ήχους της θάλασσας, τους παφλασμούς των κυμάτων, την βουή του βυθού! Η ολοζώντανη γραφή της κυρίας Βακάλη δημιουργεί χαρακτήρες που μένουν ανεξίτηλα χαραγμένοι στο μυαλό του αναγνώστη! Οι παραστατικές περιγραφές της σε ταξιδεύουν για καιρό! Είναι μαγικό το πως κατάφερε μέσα απο τις περιγραφές της, η θάλασσα να συντονιστεί αρμονικά σαν μια συγχορδία με τις ψυχές των ηρώων!
Το διάβασα δίπλα στη θάλασσα. Έχοντας στα αυτιά μου τον ήχο των κυμάτων. Όμως τίποτα δεν θα άλλαζε αν τύχαινε να το διαβάσω ακόμη και στο κέντρο της Αθήνας. Εκεί στην πολύβουη Ομόνοια. Γιατί απλά η Αφροδίτη Βακάλη σε παίρνει απ΄όπου και να βρίσκεσαι και σε μεταφέρει με την εξαιρετική γραφή της, στα μέρη που επιλέγει εκείνη να στήσει την ιστορία της. Και είναι η ιστορία πολύ δυνατή με ήρωες να τη στηρίζουν σε κάθε στροφή, σε κάθε παράγραφο, σε κάθε πρόταση του βιβλίου. Η Αννεζώ, η Φρασκούλα, ο Κωνσταντής, η ατίθαση Μαρία, ο καιροσκόπος Νικόλας, ο γιατρός Βαρανάκης, σε κρατούν δέσμιο της μοίρας τους, της πορείας τους, των σκέψεών τους, των επιθυμιών τους, που αναλύονται χωρίς ούτε μία λέξη περιττή, με φράσεις αλλού σκληρές και αλλού γεμάτες λυρισμό από τη συγγραφέα. Το τέλος για άλλους καλό, για άλλους απρόσμενο, με τούτο το τελευταίο να αιωρείται με το κλείσιμο του βιβλίου.
απόσπασμα από σελ 282. '' Γυμνή η Μαρία, ξαπλωμένη, κοιτούσε απέναντι στον τοίχο. Ένα μικρό καρφάκι, που ίσως κάποτε χρησίμευε σε κάτι. Ένα μικρό σημάδι, μια ασήμαντη παραφωνία.Το λυπήθηκε. Για πάντα εγκλωβισμένο μέσα στ΄απέραντο λευκό αυτού του τοίχου. Κι όμως επέμενε να υπάρχει. Να σπάει εκείνη την τρομαχτική ασπρίλα που το είχε αιχμαλωτίσει. Μικρό και τιποτένιο, κραύγαζε απελπισμένο στη μαύρη ύπαρξή του. Το χρωμα εκείνο ήταν η φωνή του. Κι ας ήταν καταδικασμένο να μένει καρφωμένο στην ίδια πάντα θέση. Ρουφηγμένο βαθιά στα σπλάχνα αυτού του τοίχου. Ακίνητο, γυμνό και μόνο, πάλευε να νικήσει εκείνη τη σκληρή λευκότητα που το περιέβαλλε. Υψώνοντας περήφανο το μόνο πράγμα που είχε. Το μαύρο, το μικρό του κεφαλάκι. Και βούρκωσε η Μαρία. Ένιωθε σαν κι εκείνο καρφωμένη. Εγκλωβισμένη απόλυτα σ΄αυτό το πάθος, που την είχε ρουφηγμένη. Κι αδυνατούσε να κουνήσει. ''
Απόλαυσα το βιβλίο, με βοήθησε να ταξιδέψω πίσω σ΄εκείνα τα καλοκαίρια που επισκεπτόμουν για διακοπές το νησί της καταγωγής της οικογένειάς μου. Αναμνήσεις ξύπνησαν, από πανηγύρια που ο ήχος του βιολιού κυριαρχούσε, από ανθρώπους που ήταν πάντα πρόσχαροι όπως και η μουσική των, από την αγωνία και τον φόβο που ένιωθα όταν κατεβαίναμε από το καράβι στην βάρκα για να βγούμε στο λιμάνι, γιατί τότε τα καράβια δεν μπορούσαν να δέσουν στα λιμάνια των νησιών. Περιγράφοντας την ζωή των ηρώων της, τα μυστικά, τα πάθη,τους έρωτες δίνει ζωή σε μία κοινωνία που ίσως και σήμερα να μπορεί κανείς να την βρει σε μικρότερα νησιά. Ήταν μία ιστορία που αν και μυθιστορηματική θα μπορούσε να ήταν και αληθινή, και αυτό νομίζω μπορούν να το καταλάβουν καλύτερα όσοι έχουν ζήσει σε νησιώτικες κοινωνίες.
Είναι το πρώτο βιβλίο της κας Βακάλη που διάβασα και μπορώ να πω ότι με κέρδισε.Πάρα πολύ καλή η πρώτη προσπάθεια της συγγραφέως.Ωραία πλοκή με ένα ωραίο γραπτό λόγο και με έντονη λυρικότητα.Μια ιστορία που η συγγραφέας επικεντρώνεται στην κοινωνική ζωή εκείνης της εποχής με τα ήθη,τα έθιμα,τις συνήθειές τους.Ένα ταξίδι με πολλά θαλασσινά στοιχεία και εσωτερικά και εξωτερικά.Έρωτες,πάθη,ερινύες,λάθη παίζουν σημαντικό ρόλο στις ζωές των ανθρώπων που έχουν άμεση επαφή με την θάλασσα και συνεπώς διαμορφώνει την ψυχολογία τους.Περιγραφές και εικόνες αποτυπώνονται στην μνήμη του αναγνώστη με το πέρας του βιβλίου.
Υπέροχη γραφή και ιδιαιτερη χρήση της γλώσσας η οποία με ξάφνιασε.Ζωντανοι χαρακτήρες,πάθη,λάθη,έρωτες,ρομαντισμός,πόνος.Το βιβλίο με συγκίνησε, με ταξίδεψε σε μια άλλη εποχή και με έκανε να νιώσω σαν να ζω στο νησί και να περπατάω μαζι με τους ήρωες στις παραλίες και στα σοκάκια.Περιγράφει πολύ ζωντανά τα έθιμα του νησιού αλλα και τα ήθη της εποχής,το κουτσομπολιό της κλειστής κοινωνίας και την επιρροη που είχαν(και έχουν) στις ζωές των ανθρώπων.
Ένα βιβλίο που περιγράφει την καθημερινότητα σε ένα κυκλαδίτικο νησί με τις οικογένειες των ναυτικών. Σαν ιστορία πραγματική που πάντα οι γυναίκες περίμεναν νέα ή τους άντρες τους να φτάσουν γεροί πίσω. Νοσταλγική περιγραφή. Η κ. Βακάλη έχει ένα εντυπωσιακό τρόπο γραφής που σε βάζει μέσα στο μυθιστόρημα και στην πλοκή.
Πολύ ωραία γραμμένο βιβλίο, εξαιρετική η σύνταξη των προτάσεων που χρησιμοποιεί η κ. Βακάλη. Και η ιστορία πάρα πολύ όμορφη. Χωρίς να πλατειάζει δίνει όλα τα γνωρίσματα του χαρακτήρα των ηρώων της και σε τοποθετεί στον χώρο. Επίσης χωρίς να κουράζει ή να "εκβιάζει" σου μεταδίδει συναισθήματα. Το "έζησα" το βιβλίο, μπράβο στην συγγραφέα.