Για κάποιους, ούτε καν η καταπρόσωπο επαφή με την πιο σκοτεινή πραγματικότητα δεν μπορεί να ανασύρει τη θετική τους ταυτότητα, ούτε ο φόβος για το "θηρίο" το ίδιο δεν μπορεί να τους βγάλει από την απάθεια. Για κάποιους άλλους, η τελευταία ταυτότητα που έχει απομείνει είναι η γειτονιά τους. Και θα προσπαθήσουν να την προασπίσουν. Με κάθε μέσο... Μια νουβέλα για την υπόκωφη συγκρότηση του ρατσισμού και την πανταχού παρούσα βία.
Από αυτές τις "άγριες" νουβέλες που σού πετάνε τελειωμένα καθήκια για πρωταγωνιστές, βρώμικη μη-λογοτεχνική γλώσσα, ανθελληνική προπαγάνδα, ανύπαρκτη θρυμματισμένη υπόθεση, μα που υποτίθεται "πρέπει" να εκστασιαστείς γιατί είσαι ψαγμένος και ταυτίστηκες ρε φίλε, και το΄πιασες το υπονοούμενο. Δεν ταυτίστηκα. Δεν το΄πιασα. Σιχάθηκα τους πάντες και πάνω απ΄όλους τον συγγραφέα.
Πιο επίκαιρο από ποτέ παρ' όλο που γράφτηκε προ δεκαετίας στον απόηχο των ''Αγανακτισμένων'' και της ανόδου της ναζιστικής ακροδεξιάς που εκπροσωπήθηκε και κομματικά μέσα στη Βουλή. Οι δύο ήρωες του βιβλίου συζητούν σε μια διαδρομή. Μάλλον ο ένας μονολογεί κι ο άλλος ακούει με απάθεια. Σαν να λέμε δηλαδή ότι ο απαθής ήρωας θα μπορούσε να αποτελεί και τον μέσο αδιάφορο τηλεθεατή αυτής της χώρας. Ο ήρωας που παίρνει την κατάσταση στα χέρια του μάς δείχνει πώς ακριβώς εκτρέφεται το τέρας του ρατσισμού. Ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Παρεμβάλλονται μικρές ελληνικές ιστορίες παλαιότερων κατοίκων της περιοχής που δείχνουν ότι η βία δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί μέσο λύσης διαφορών και επιβολής του ισχυρού σε οποιαδήποτε μορφή σχέσης δυστυχώς. Έτσι μεγαλώσαμε. Βλέπουμε τον ξένο ως εχθρό μα ο χειρότερος ξένος είναι ο εαυτός μας.