Ανάμεσα στο 1850 και 1914, η Ευρώπη, και ιδιαίτερα η δυτική, επεκτείνει την κυριαρχία της στον κόσμο. Την παραμονή του πολέμου, φθάνει σε πραγματικό απόγειο, διότι ο πολιτικός και οικονομικός ιμπεριαλισμός που ασκεί της επιτρέπει να κυριαρχεί στον πλανήτη με εξαίρεση τις Ηνωμένες Πολιτείες, που είναι τέκνο της, και την Ιαπωνία, στην οποία χρησιμεύει ως μοντέλο. Για να φθάσει στο απόγειο αυτό, η Ευρώπη κατάφερε να έχει, με το μέρος της πρώτης σημασίας πλεονεκτήματα. Έχει καταρχήν, ανθρώπους να εξαγάγει, αφού η δημογραφική ανάπτυξη την οποία γνωρίζει δεν της επιτρέπει να απορροφήσει το πλεόνασμα. Διαθέτει επίσης τεχνολογικά μέσα, τα οποία της εξασφαλίζουν μεγάλο προβάδισμα και συμβάλλουν στο να την πλουτίσουν, παρέχοντάς της σοβαρές χρηματικές δυνατότητες. Ασφαλής για τη δύναμή της, αναπτύσσει ένα αίσθημα ανωτερότητας το οποίο, μαζί με άλλες δυνάμεις, την ωθεί να επιχειρήσει μια σειρά αποικιακών κατακτήσεων για να ολοκληρώσει την ηγεμονία της στον κόσμο. Έχει φυσικά ανάγκη από στρατιωτικά μέσα για την επέκταση και άμυνά της, αλλά, με τον τρόπο αυτόν, συντηρεί το σκουλήκι μέσα στον καρπό, εφόσον τα εθνικιστικά ρεύματα, οι ανταγωνισμοί ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικές δυνάμεις γεννούν πολυάριθμες κρίσεις. Μία τέτοια κρίση, το 1914, θέτει απότομα τέλος σε μια απόλυτη κυριαρχία που διήρκεσε περισσότερο από μισό αιώνα. [...]
(από το κείμενο του Raymond Poidevin, "Βιβλίο Β': Η εποχή της κυριαρχίας, 1848-1914")
Francois-Georges Dreyfus was a French historian. He studied at the Sorbonne, later at the Johannes Gutenberg University of Mainz. He teached at the Lycée Fustel-de-Coulanges (Strasbourg), later as Professor at the University of Strasbourg and at the Sorbonne. He also was Director of the Institute of Political Studies from 1969 until 1980, and he worked for the Centre for German Studies, CNRS laboratory from 1965 until 1985, and for the Institute of European Studies from 1980 until 1992. The University Paris IV-Sorbonne made him Professor Emeritus in 1990.