Για λόγους ενδεχομένως κατανοητούς σε άλλους, το μυθιστόρημα αυτό θεωρείται ένα σύγχρονο, ιαπωνικό και υπαρξιστικό αριστούργημα. Είναι πυκνό, απαιτητικό και συχνά σκοτεινό έργο που εξερευνά βαθιά υπαρξιακά, κοινωνικά και ιστορικά ερωτήματα. Και ξεκινάει με κάποιον που έχει αυτοκτονήσει με ένα αγγούρι στον κώλο του.
Τώρα, οι συμβολισμοί που ανοίγονται εκτός από τα κωλομάγουλα του θανόντος είναι αρκετοί και ενδιαφέροντες. Θα σταθώ βασικά όμως στο ότι στην Ιαπωνία, κατά την περίοδο του Obon (επέτειος των νεκρών), φτιάχνονται μικρά προσφορικά ζώα από αγγούρια (και μελιτζάνες), γνωστά ως shōryō uma (βόδια ή άλογα των ψυχών). Συγκεκριμένα, το αγγούρι συμβολίζει ένα γρήγορο άλογο (kyūri uma), για να ταξιδέψουν οι ψυχές των προγόνων γρήγορα στον κόσμο των ζωντανών (η μελιτζάνα, αντίθετα, συμβολίζει ένα αργό βόδι).
Αλλά ας μην πάμε εκεί…
Η κύρια πλοκή περιστρέφεται γύρω από δύο αδελφούς που επιστρέφουν στο απομονωμένο χωριό της καταγωγής τους στο νησί Σικόκου, ένας εκ των οποίων είναι ο Mitsu (Mitsusaburo) που είναι και ο διανοούμενος αφηγητής μας, που έχει "παραλύσει" ψυχολογικά. Τον στοιχειώνει η παράξενη αυτοκτονία του κολλητού του φίλου (χώρια το αγγούρι στον κώλο) και η γέννηση του παιδιού του με νοητική αναπηρία. Αν αυτό είναι μια αλληγορική νύξη για τη σύγχρονη Ιαπωνία, υπάρχουν άλλοι που θα το κρίνουν, εγώ θα προχωρήσω στον έτερο αδελφό, τον νεότερο Takashi (Taka) που είναι το εντελώς αντίθετο: χαρισματικός, παρορμητικός και βίαιος, πρώην φοιτητής-ακτιβιστής που θέλει να "αρχίσει μια νέα ζωή". Παράλληλα, στο πρόσωπο του Takashi, ο Oe σατιρίζει το αδιέξοδο της νεανικής εξέγερσης και της βίας χωρίς όραμα (ιδίως σε κάποια εξαιρετικά κακόγουστα -κατ’ εμέ- σκηνικά, όπως όταν χρησιμοποιεί τη μασέλα μιας άρτι θανούσης για να κόψει τα ίδια του τα δάχτυλα ώστε να αυτοενοχοποιηθεί για μια σεξουαλική παρενόχληση που… ποτέ δεν διέπραξε), ενώ παράλληλα αναμετριέται κριτικά με την περίφημη "ιαπωνική αισθητική του θανάτου". Και ίσως χάνει.
Τα δύο αδέλφια, μέσα από την προσπάθειά τους να ανακαλύψουν τις ρίζες τους, έρχονται αντιμέτωποι με την ιστορία της οικογένειάς τους, ειδικά με μία αποτυχημένη εξέγερση των αγροτών που έγινε το 1860, έτος "Man'en". Να πούμε εδώ για τους αμύητους περί τα Ιαπωνικά, ότι η Ιαπωνία ήταν ένας κλειστός κόσμος μέχρι τη δεκαετία του 1850 και μέχρι που εκτελούσαν ναυαγούς που ξεβράζονταν στις ακτές τους. Τότε, το 1853, ο Αμερικανός αρχιπλοίαρχος Πέρι, έφτασε με 5 κανονιοφόρους στον κόλπο του Έντο (σημερινό Τόκιο) και τους είπε «κομμένη η πλάκα, μπαίνετε στο χάρτη, κάνετε εμπόριο, τέρμα οι μαλακίες και γενικώς θα σέβεστε γιατί αλλιώς “μπουμ” και ίσως και “μπουμ μπουμ”». Τους έδωσε ένα χρόνο να το χωνέψουν και επέστρεψε τον Φεβρουάριο του 1854 με ακόμη περισσότερα πλοία και ίσως πιο αυτάρεσκο χαμόγελο. Έκτοτε, συνειδητοποιώντας πόσο πίσω είχαν μείνει μπήκαν σε μια περίοδο ταχύτατης ανασυγκρότησης, εκβιομηχάνισης και εκσυγχρονισμού (έμεινε γνωστή ως «περίοδος Μέιτζι»).
Καλά όλα αυτά, αλλά τι παίζει ακριβώς με το βιβλίο;
Φίλε αναγνώστη… ζορίστηκα, στριμώχτηκα, σφίχτηκα χειρότερα κι από παρθένα σε κωλάδικο θυγατέρα καλής οικογενείας σε rave party, και αυτά που έχω να πω είναι τα εξής, ‘σχωρνάτε με αν πέφτω έξω και κάνω λάθος, το πετωχό μου το μυαλό εκεί κατέληξε:
Η σύγχρονη Ιαπωνία (και ο σύγχρονος άνθρωπος) μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και την αμερικανική κατοχή είναι μια παράλυτη, υποκριτική, ευνουχισμένη κοινωνία. Δεν υπάρχει πραγματική επανάσταση, μόνο μιμητική βία και μεθύσι από το παρελθόν, ενώ το παρόν είναι ένας βάλτος, από τον οποίο δραπετεύεις μόνο μέσω της αυτοκαταστροφής (και ενδεχομένως με ένα αγγούρι στον αφεδρώνα για πιο δραματική έξοδο, ή για να δροσίζεσαι/ζορίζεσαι).
Σε μια κοινωνία που η θολή, ελώδης και χυδαία αποδόμηση εκσπερματώνει στα μούτρα (ου μην και τα «μεριά») επιβάλλεται άνετα επί της εναργούς δημιουργικότητας, η μόνη "αυθεντική" πράξη είναι η καταστροφή. Μπροστά στην αδυναμία για αληθινή αλλαγή, ο συγγραφέας (μέσω του «τρελού» αδελφού, Takashi) εξερευνά τη σκέψη ότι το μόνο που απομένει είναι η ανόητη, ανούσια, σχεδόν τελετουργική βία για χάρη της ίδιας της βίας. Μια εξέγερση χωρίς σκοπό. Ένα κλάμα χωρίς λόγο. Αυτή είναι η "σιωπηλή κραυγή": η απελπισία που δεν μπορεί καν να αρθρωθεί, γι' αυτό γίνεται πράξη (τρελό ποδόσφαιρο, λιντσάρισμα, αυτοκτονία, καμπούκι με κυάνιο και ουρλιαχτά πόνου, μπαστούνι του γκολφ λυγισμένο από τη μανία των χτυπημάτων, ό,τι σας αρέσει τελοσπάντων).
Και, βέβαια, δεν υπάρχει διέξοδος. Ούτε ο παραλυτικός διανοούμενος (Mitsu) που προσπαθεί να καταλάβει, ούτε ο εν συνεχή βρασμώ παράφρων δράστης (Takashi) που προσπαθεί να ενεργήσει, κερδίζουν. Ο ένας μένει στην ακινησία, ο άλλος καταστρέφεται. Τέλος. Δεν «έζησαν αυτοί καλά». Κανένα μάθημα. Κανένα φως στο τούνελ, μόνο η ταχεία των 5’17” που έρχεται να σου χώσει ένα αγγούρι… αλλά ναι, τα είπαμε αυτά.
Να το θέσω πιο ωμά; Θα το θέσω, δεν είναι ότι θα μου κόψει κανείς το μεροκάματο αν το κάνω.
Η Σιωπηλή Κραυγή είναι η λογοτεχνική εκδοχή ενός ανθρώπου που φωνάζει μέσα σε ένα ηχομονωμένο δωμάτιο. Τον βλέπεις να ουρλιάζει, οι φλέβες στον λαιμό του σκάνε, αλλά δεν βγαίνει ήχος. Ο συγγραφέας λέει: "Αυτό είμαστε εμείς. Και η φωνή σου δεν ακούγεται πουθενά. Και δεν υπάρχει θεός, ούτε Ιστορία, ούτε Νόημα που να σε ακούει. Απλώς, κοιτάξτε πώς παραμορφώνεται το πρόσωπό μας την ώρα της βουβής κραυγής."
Αν ολοκληρώσεις την ανάγνωση και νιώσεις ότι δεν κατάλαβες τίποτε, δε φταις εσύ, εν μέρει γιατί το νόημα του βιβλίου δεν είναι να καταλάβεις κάτι, αλλά να νιώσεις την απουσία νοήματος.
Ο Όε σου απλώνει ένα κουλό χέρι πασαλειμμένο με γράσο για να πιαστείς, ενώ αντηχεί μια παρανοϊκή ηχώ δυσφορίας και κοινωνικής αναφυλαξίας στα σωθικά σου.
Να το πω; Θα το πω. Εξαιρετικό βιβλίο ίσως, ορόσημο κ.λπ., αλλά ΔΕΝ μου άρεσε. Με άφησε μια αίσθηση αποπροσανατολισμού, ένιωθα ότι διάβαζα κάτι που λειτουργεί με εντελώς διαφορετικούς "κώδικες", σαν να έχεις μάθει να οδηγείς βενζινοκίνητο με συμπλέκτη και ταχύτητες και κάποιος σου δίνει μια ηλεκτρική κουζίνα με τετράγωνες ρόδες.
Εμποτισμένος από τη δυτική λογοτεχνία, η οποία έχει ρίζες σε έναν ψυχολογικό ή κοινωνικό ρεαλισμό που μας είναι οικείος από τον 19ο αιώνα, ήρθα σε μετωπική σύγκρουση με τον Όε που γαλουχήθηκε με το ιαπωνικό κλασικό μυθιστόρημα, στο οποίο ο εσωτερικός μονόλογος, η διάλυση του γραμμικού χρόνου και η σύνδεση παρόντος με μύθο και (διατί να το κρύψωμεν άλλωστε) πνεύματα είναι αυτονόητες.
Ας το δούμε μέσα από το παράδειγμα. Ο Τζόυς π.χ. κάνει το μικρό Δουβλίνο παγκόσμιο. Ομοίως ο Μαν τη Lübeck (ή την Ελβετία). Ο Όε παίρνει ένα απομονωμένο χωριό στου βοδιού τομπούτσο στο Σικόκου και το μετατρέπει σε έναν τόπο όπου ο δυτικός ορθολογισμός καταρρέει, σαν πύργος από ελέφαντες που έπαθε μελιτζανί αυτανάφλεξη μετά από σύγκρουση με άγριο υμένα, και όπου η ιστορία δεν εξελίσσεται γραμμικά, αλλά επαναλαμβάνεται σαν εφιάλτης (μια εξέγερση το 1860, μια άλλη το 1945, μια άλλη στο παρόν). Δεν υπάρχει η ευρωπαϊκή έννοια της "προόδου" ή της "ατομικής τραγωδίας" κατά τον δυτικό τρόπο, αλλά μια συλλογική, σχεδόν τελετουργική κατάρα. Ανάθεμα τα νιάτα μου.
Άλλο παράδειγμα. Όταν ο Σαραμάγκου γράφει για τύφλωση ή ο Μαν για αρρώστια, είναι συχνά αλληγορίες, ενίοτε και εξόφθαλμες, για την πολιτική ή την τέχνη. Ο Όε σε βυθίζει σε μια σχεδόν αφόρητα σωματική, ακατέργαστη βία (τη γέννα του ανάπηρου παιδιού, την αυτοκτονία, την αθλητική προετοιμασία για την εξέγερση), κι αν δε σε βυθίζει, σε χτυπάει με αυτή στο κεφάλι ενώ είσαι δεμένος, μέχρι να πάθεις διάσειση. Η βία εδώ δεν συμβολίζει κάτι άλλο πέρα από τον εαυτό της: την παρακμή, την ενστικτώδη ώθηση προς τον αφανισμό. Αν πω ότι το βρήκα «βαθιά αντι-ψυχολογικό», είναι το understatement της χρονιάς. Δε λέω ότι το να βρει κανείς κάθαρση ή νόημα στο τέλος του βιβλίου είναι απαραίτητο, αλλά θα ήθελα λιγότερες κλωτσιές στο πάγκρεας.
Ο προαναφερθείς Τζόυς, όσο δύσκολος κι αν είναι, σου δίνει έναν οδικό χάρτη: τον μύθο της Οδύσσειας, τη ροή συνείδησης ενός συγκεκριμένου ανθρώπου (Λέοπολντ Μπλουμ). Ο Όε σού αρνείται έναν έστω σταθερό αφηγητή. Ο Mitsu είναι παράλυτος και αναξιόπιστος. Δεν υπάρχει "ήρωας", ούτε καν αντιήρωας. Υπάρχει μια χορωδία αποτυχημένων βουλήσεων. Και διαδοχικά χαστούκια βίας. Χαίρεσαι που αυτοί οι τύποι δεν κέρδισαν τον Β’ΠΠ.
Ο Μαν στο Μαγικό Βουνό διαλέγει ένα πεδίο ιδεών (το σανατόριο) και συγκρούει φιλοσοφίες, σαν μεγάλο παιδί που παίζει με τα αυτοκινητάκια του. Ο Όε στα παπάρια του δεν ενδιαφέρεται για τις ιδέες καθαυτές. Ο Takashi δεν εκπροσωπεί μια φιλοσοφία, αλλά μια πράξη. Το μυθιστόρημα είναι πιο κοντά σε ένα έθιμο δολοφονίας παρά σε μια διαλογική συζήτηση. Το λες και «αντίποδα του ρωμαλέου γερμανικού πνεύματος», και απορείς πώς αυτοί οι λαοί συμμάχησαν στον Β’ΠΠ με τόσο διαφορετικές παραφροσύνες. Και χαίρεσαι που έχασαν.
Ο έτερος ευρωπαίος που έπιασα στα χέρια μου και το στόμα μου στην παρούσα, ο Σαραμάγκου, παραμένει βαθιά ορθολογιστής και ουμανιστής ακόμα και στην τρέλα του. Οι αλληγορίες του είναι διαφανείς, η κριτική του στην εξουσία είναι καθαρή. Ο Όε είναι παράλογος και προ-λογικός, με πολύ πιο ξεπεταγμένο προμήκη μυελό και αμυγδαλή από ό,τι θα θεωρούσες πιθανό, πιο αρχέγονος στο συναίσθημα και την αντανακλαστική βία κι από νωπογραφία σε σπήλαιο. Δεν μπορείς εύκολα να βγάλεις ένα ηθικό δίδαγμα από το Σιωπηλή κραυγή. Αυτό που απομένει είναι μια αίσθηση ρίγους, όχι κατανόησης. Ο ερπετικός εγκέφαλος κάνει rave πάρτι. Και εσύ είσαι στον αποκάτω όροφο.
Σε γενικές γραμμές, ο Όε κάνει εμένα (δηλαδή και εσένα, δηλαδή, τον δυτικό αναγνώστη) να νιώθω ότι βρίσκομαι μπροστά σε κάτι ριζικά ξένο, όπου οι δικές μου κατηγορίες και νόρμες (ήρωας, πλοκή, ανάπτυξη, κάθαρση, νόημα) προφανώς και δεν λειτουργούν. Όταν με το καλό πιάσεις στα χέρια σου αυτό το βιβλίο, θα καταλάβεις πόσο συνιστά μια πολιτισμική και λογοτεχνική πρόσκληση να αφήσεις στην άκρη τον δυτικό φακό για λίγο και να διαβάσεις κάτι που… αντιστέκεται στην ευχαρίστηση. Που έχει γραφτεί για… να το υποστείς, όχι να το απολαύσεις.