Η συγκεκριμένη έκδοση περιέχει τέσσερες επιστολές μεταξύ του Αβελάρδου και της Ελοΐζας, αυτές που συνήθως αποκαλούνται ερωτικές ή, τέλος πάντων, που έχουν έναν πιο πρόδηλο ερωτολογικό χαρακτήρα.
Το βιβλίο ξεκινά με έναν σχετικά μακρύ πρόλογο που περιγράφει κάποια βιογραφικά στοιχεία του ζευγαριού. Μοιάζει εκτενής, ωστόσο κατά τη γνώμη μου μένει κυρίως στην επιφάνεια των τεκταινόμενων και των θεολογικών ερίδων στις οποίες λαμβάνει μέρος ο Αβελάρδος και επηρέασαν καταλυτικά την πορεία της εκκοσμικευμένης εκκλησίας στους ύστερους χρόνους του μεσαίωνα.
Ο αδρομερής τρόπος παρουσίασης των γεγονότων δεν καταλήγει ωστόσο να κοστίζει στην έκδοση, αφού αυτή αφορά κατά βάση την προσωπική ιστορία του ζευγαριού.
Η Ελοΐζα και ο Αβελάρδος έζησαν και ερωτεύτηκαν σε μια περίοδο ζωσμένη από χριστιανικές έριδες που επηρέασαν και την προσωπική τους ζωή, αφού ο Αβελάρδος υπέστει αρκετές διώξεις λόγω των φημολογούμενων αιρετικών του απόψεων, όπως αυτές θεωρήθηκαν από την Καθολική εκκλησία.
Τα σχολαστικά του συγγράματα είναι αρκετά, με σημαντικότερα, κατά την άποψή μου, το Ναι και το Όχι, μια συλλογή από 158 θεολογικά και φιλοσοφικά ερωτήματα που επιδέχονται αντιφατικές, κατά τον Αβελάρδο, απαντήσεις και το οποίο χρησιμοποίησε στις διαλέξεις για τους μαθητές του και στους αγώνες ρητορικής μεταξύ τους, καθώς και το Logica Ingredientibus, με το οποίο λαμβάνει θέση σε ένα καίριο ζήτημα της σχολαστικής φιλοσοφίας, δηλαδή το debate μεταξύ του νομιναλισμού και του ρεαλισμού (ο Αβελάρδος υιοθετεί την ενδιάμεση θέση της εννοιοκρατίας [conceptualism]).
Κατά τη γνώμη μου, εκτός των θεολογικών του προκείμενων, ο Αβελάρδος αναπτύσσει και μια πρώιμη, πολύ ενδιαφέρουσα, φιλοσοφία της γλώσσας.
Η εντυπωσιακότερη προσωπικότητα όμως μεταξύ των δύο, παραμένει αναμφίβολα η Ελοΐζα, η οποία επιδεικνύει ακραιφνή έφεση στη μάθηση, ευρεία γνώση ως σχολαστική μελετήτρια και προοδευτικές για την εποχή της απόψεις που μπορούν να χαρακτηριστούν ως μια κατηγορία πρωτοφεμινισμού, σε πολύ άγουρη βεβαίως μορφή.
Αυτό το χαρακτηριστικό, ενός άγουρου προοδευτισμού, θα έλεγα πως είναι διακριτό και στον Αβελάρδο, ωστόσο σε πιο επιφανειακή υφή.
Κάποια πρώιμα φεμινιστικά στοιχεία στον χριστιανισμό, έτσι τουλάχιστον όπως έχουν αναλυθεί υστερότερα, αποκαλύπτουν μια επιδερμική ανύψωση και αναγνώριση των γυναικών μέσα από την υποτιθέμενη ισοτιμία που τους εξασφάλιζε η καινοδιαθηκική χριστιανική εγκαινίαση, που παραμένει βεβαίως εντελώς σαθρή αφού, εκτός των μισογυνιστικών γραφών που ακόμα εξακολουθούν να πιστεύονται στην νέα χριστιανική θρησκεία των πρώτων αιώνων, οι γυναίκες παραμένουν έτσι κι αλλιώς κανονιστικά δέσμιες στην αντρική καταπίεση, παρά το γεγονός πως στη μετά θάνατον ζωή, κατά το ευαγγέλιο του Ματθαίου το φύλο δεν θα αναγνωρίζεται ούτε θα παίζει ρόλο: δεν θα υπάρχει φύλο στον χριστιανικό παράδεισο μαρτυρά το ευαγγέλιο.
Όπως και να ‘χει, οι δύο εραστές, σε αντιδιαστολή με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις που τούς αγκύλωναν σε έναν στυγνό συντηρητισμό, εξέφρασαν πρωτοποριακές για την εποχή απόψεις, οι οποίες παρότι έμειναν εν πολλοίς άπραγες λέξεις, δεν παύει αυτή η προσεκτικά συγκρατημένη ελευθεριότητα να δίνει έναν αέρα διαχρονικού ερωτισμού και επιθυμίας στα γραφόμενά τους.
Παρά ταύτα, δεν γίνεται να παραβλέψει κανείς την ερωτική υστεροβουλία του Αβελάρδου. Ήταν σαράντα ετών και εκείνη μόλις δεκαεπτά. Ήταν καθηγητής κι εκείνη μαθήτρια. Σύμφωνα με κάποιες επιστολές, μάλιστα, ο Αβελάρδος έψαχνε εξαρχής ερωμένη και η σχεση του με την Ελοΐζα ήταν κάτι που επεδίωξε τεχνηέντως. Kαι, τουλάχιστον από τη μεριά του, όπως φαίνεται και από τις περιγραφές που αποτολμά στην ύστερη αλληλογραφία τους, ήταν κατά βάση σαρκικός.
Η ιστορία του Αβελάρδου και της Ελοΐζας είναι, λοιπόν, κυρίως, μια ιστορία σαρκικής λαγνείας, εκτός από μια εμπειρία πνευματικής και διαλλεκτικής ανύψωσης μεταξύ των δυο τους. Η σεξουαλική τους ζωή φέρεται να ήταν αρκετά έντονη, τόσο που η Ελοΐζα δεν μπορεί να ξεχάσει τις εμπειρίες τους ακόμα και χρόνια μετά, όταν είναι κλεισμένη σε μοναστήρι. Σύμφωνα με την άποψη του ερασιτέχνη μεσαιωνολόγου, James Burge, την οποία διατυπώνει στο σχετικό βιβλίο του, ο Αβελάρδος, παρά το κύρος του ως καθηγητικής θεολογικής αυθεντίας, εξανάγκαζε την Ελοΐζα σε πράξεις που αντιτίθονταν στην χριστιανική ευπρέπεια. Εκτός λοιπόν από την ίδια την πράξη του προγαμιαίου σεξ, ο Αβελάρδος φαίνεται πως την εξανάγκασε, με εμμονική λεκτική πειθώ, να κάνουν σεξ πάνω στην Αγία Τράπεζα της Εκκλησίας. Ο Burge μάλιστα, παρά τους παραδοσιακά ανισότιμους έμφυλους ρόλους της εποχής, πιστεύει πως υπήρχε μεταξύ τους μια μάλλον πρώιμη σαδομαζοχιστική σχέση, αφού σεξουαλικού τύπου τιμωρίες ο Αβελάρδος επιχειρούσε και κατά τη διάρκεια της μαθητείας της Ελοΐζας, ενώ η ίδια, παρά την ανεξαρτησία της και την πολύ προοδευτική για την εποχή άποψή της για το γάμο και τις προγαμιαίες σχέσεις, αναφέρεται εξακολουθητικά ως δούλη του Αβελάρδου, με έναν μάλλον όχι ιδιαίτερα χριστιανικό, (αλλά με κίνκυ) τρόπο.
Το πάθος του Αβελάρδου άλλωστε, μετά τον βίαιο ευνουχισμό του, φαίνεται να ατονεί. Ως θεολόγος ήξερε καλά πως ο ευνουχισμός του έδινε κύρος, αφού κι άλλοι σπουδαίοι φιλόσοφοι της χριστιανικής παράδοσης είχαν ευνουχιστει, και μαλιστα αυτοβούλως -χαρακτηριατικότερο παράδειγμα αποτελεί ο, επίσης θεωρούμενος αιρετικός, Ωριγενης.
Στις απελπισμένα ρομαντικές και παθιασμένες επιστολές της Ελοΐζας εκείνος απαντά πάντα με συστολή, σύνεση και πληκτικές χριστιανικές κατηχήσεις, ενώ αυτό που εμφανώς έψαχνε η Ελοΐζα, ακόμα και δέκα χρόνια μετά τον χωρισμό τους, ήταν το αρχικό σαρκικό πάθος που είχαν μοιραστεί.
Θα μπορούσαν να είναι ήρωες του Βοκκάκιου, ενσαρκώνοντας την πολύπτυχη και περίπλοκη σχέση που είχαν οι άνθρωποι των μεσαιωνικών χρόνων με την σεξουαλικότητα, πάντα υπό το βαρύ υποκριτικό βλέμμα της Καθολικής εκκλησίας.