Η αλήθεια είναι πως δεν περίμενα σε καμία περίπτωση το δεύτερο τεύχος της Βλάβης να είναι χειρότερο από το πρώτο αλλά να που διαψεύστηκα. Τα άρθρα έγιναν ακόμα πιο επιτηδευμένα, ακατανόητα και άστοχα -θα σχολιάσω ορισμένα από αυτά αναλυτικά παρακάτω- ενώ γενικά η όλη αισθητική του περιοδικού καταλήγει να εκνευρίζει τον αναγνώστη ακόμα και στην στοιχειοθεσία του, κάτι που δεν μου είχε γίνει τόσο εμφανές στο πρώτο τεύχος. Αυτή η επιμονή στην ακραία διάσπαση των γραμμάτων δυσχαιρένει το αναγνωστικό υποκείμενο και γίνεται σε κορεστικό βαθμό, χωρίς, κατά τη γνώμη μου πάντα, λόγο.
Με το δεύτερο τεύχος επιβεβαιώνεται η αρχική μου εντύπωση, δηλαδή πως πρόκειται για μια φλύαρη έκφραση υφέρποντα ελιτισμού, μια προσπάθεια καθιέρωσης λογοτεχνικών ιεραρχιών που βρίθει από φιλολογικά και γλωσσικά ατοπήματα
Αλλά ας δούμε λίγο αναλυτικότερα ορισμένα από τα άρθρα:
Ξεκινάμε με το άρθρο της Εύας Πλιάκου για την Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, Πώς είναι δυνατόν, αναρωτιέται η συντάκτρια, εφόσον η Ρόουλινγκ γράφει μια "αλληγορία για το Ολοκαύτωμα" να καταλήγει να είναι τρανσφοβική; Πέρα από το γεγονός ότι αυτά τα δύο δεν έχουν καμία απολύτως σχέση μεταξύ τους και θα μπορούσε ακόμα και ένας επιζώντας του Ολοκαυτώματος να είναι τρανσφοβικός, η Πλιάκου λησμονεί να αναφέρει και να παραπέμψει με ρητή υποσημείωση στο άρθρο της, την πλησμονή αρθρογραφίας και εργασιών που αναφέρονται και αναλύουν διεξοδικά αυτή την ανάγνωση της σειράς βιβλίων του Χάρι Πότερ, και που χρονολογούνται ήδη από τα πρώτα έτη του 2000 έως και το τέλος της δεκαετίας. Πλήθος αυτών μπορεί κανείς να βρει στο διαδίκτυο. Γιατί λοιπόν δεν γίνεται αναφορά σε αυτά τα άρθρα αφού η συγκεκριμένη ανάγνωση του Χάρι Πότερ δεν προήλθε από ανάλυση της συντάκτριας;
Εκτός αυτού, δεν γίνεται σαφές πως η συγκεκριμένη ανάγνωση, δηλαδή τα στοιχεία της αλληγορίας του Ολοκαυτώματος, αφορά, με βάση τη λογοτεχνική θεωρία, μια μεμονωμένη ανάγνωση του έργου και όχι καθολικό κανόνα. Είναι λανθασμένη λοιπόν η διατύπωση της συντάκτριας πως: " Η Ρόουλινγκ έγραψε μια αλληγορία του Ολοκαυτώματος", γιατί ένα βιβλίο μπορεί να αναγνωστεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους και δεν είναι αυτή η μοναδική "ορθή" ανάγνωση, ούτε σημαίνει πως αυτή ήταν η πρόθεση της συγγραφέως.
Πρακτικά, δε, δεν υπάρχει καμία σχέση με την ευαισθητοποίηση ενός ατόμου για ένα συγκεκριμένο θέμα -στην παρούσα περίπτωση το Ολοκαύτωμα ή η σκλαβιά που αναφέρεται παρακάτω- με το αν θα εκφράσει φοβικότητα σε ένα άλλο. Δυστυχώς το ανθρώπινο θυμικό δεν λειτουργεί έτσι και συνήθως οι εκφράσεις φοβικότητας δεν προκύπτουν από λογικούς συλλογισμούς. Ακόμα και το ότι ο χαρακτήρας του Ντάμπλντορ είναι γκέι, όπως λέει, δεν αναιρεί πως η δημιουργός του μπορεί να είναι τρανσφοβική, αφού η τρανσφοβία μπορεί να προκύψει και από γκέι άτομα ή allies gay ατόμων.
Το βασικό πρόβλημα του άρθρου, όμως, πέρα από αυτές τις απλουστεύσεις, είναι ο υπερβολικός και κατά πολύ αστήρικτος θαυμασμός της συντάκτριας για το έργο της Ρόουλινγκ. Χωρίς κανένα επιχείρημα για την λογοτεχνική του αξία, αναφέρονται ανερυθρίαστα φράσεις όπως "Το έργο της αποτελεί μαζί με το έργο του Τόλκιν, τη σύγχρονη βρετανική μυθολογία. Το σύμπαν του Χάρι Πότερ θα παραμένει ζωντανό στους επόμενους αιώνες, θα παραμένει αχρονικό και ταυτόχρονα διαφωτιστικό για την Αγγλία της εποχής κατά την οποία γράφτηκε, διδακτικό και παρηγορητικό για τα παιδιά του μέλλοντος. Το έργο θα παραμένει και η Τζ. Κ Ρόουλινγκ θα ξεχαστεί, η εικόνα της θα θολώσει, θα γίνει ο Όμηρος με τις επτά καταγωγές και ο Σαίξπηρ με την ασαφή ταυτότητα"
Η πλάγια σύγκριση με τον Όμηρο και τον Σαίξπηρ στέκεται το λιγότερο προσβλητική, απότοκο υπερβάλλουσας νοσταλγίας παρά μια νηφάλια αποτίμηση που μπορεί να λάβει κανείς στα σοβαρά. Η συντάκτρια δηλαδή, ενώ έχει την πρόθεση, από όσο φαίνεται, να κρίνει την Ρόουλινγκ για την τρανσφοβία της, καταλήγει να της πλέκει το εγκώμιο εμμέσως λέγοντας πως το Χάρι Πότερ είναι εφάμιλλο...της Οδύσσειας. Έχουμε να κάνουμε, συνεπώς, με μια εξιδανίκευση λόγω νοσταλγίας παρά με αμιγώς λογοτεχνικά και φιλολογικά επιχειρήματα.
Στη συνέχεια πάμε στο άρθρο του Γιώργου Πάλλη που διανθίζεται με πραγματικά ακανόητες στα ελληνικά εκφράσεις όπως: "ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία, αυτή των φαντασιόπληκτων του λογοτεχνικού κοινωνικομοριακού μετασχηματισμού".
Χρειαζόταν πράγματι ο κακόηχος και ελλειπτικός νοήματος νεολογισμός του "κοινωνικομοριακού" για να μάς πει ο Πάλλης ότι ο συγγραφέας στον οποίο αναφέρεται πίστευε ότι μέσω της λογοτεχνίας μπορούν να έρθουν κοινωνικές αλλαγές; Το πρόβλημα, όπως γίνεται φανερό, είναι πως σε όλο το τεύχος, όπως διαπιστώνει ο αναγνώστης με αρκετή αμηχανία, οι συντάκτες φαίνεται να προσπαθούν να πείσουν πως ξέρουν για τι πράγμα μιλάνε ενώ γίνεται ξεκάθαρο ότι δεν ξέρουν. Ας δούμε, επί παραδείγματι, ένα σημείο από το άρθρο του κυρίου Σπαθαράκη. Γράφει στη σελίδα 41: "Άλλωστε αυτό το στοιχείο του κιτς, το συνειδητό ελάττωμα της φράσης, η επιθετική προσγείωση του υψηλού, η αιφνίδια ακύρωση της συναισθηματικής προσδοκίας του αναγνώστη δεν ήταν ανέκαθεν ένα από τα βασικά στοιχεία της κουίρ λογοτεχνικής παρέμβασης;" Εδώ οφείλουμε να του απαντήσουμε με ένα μεγάλο ΟΧΙ.
Προφανώς και η κουίρ λογοτεχνία δεν διέπεται ομοιογενώς και ανέκαθεν μάλιστα, από αυτά τα χαρακτηριστικά. Αν ο κύριος Σπαθαράκης έχει διακρίνει σε κουίρ έργα και αυτά τα στοιχεία είναι σίγουρα ασαφής και σκοτεινή η συγκεκριμένη του διατύπωση που τείνει να καθολικοποιήσει το τι εστί κουίρ λογοτεχνία και μάλιστα χωρίς να αναφέρει ούτε ένα ενδεικτικό σχετικό παράδειγμα.
Το λογοτεχνικό μέρος του περιοδικού, με το διήγημα του Δημήτρη Καρακίτσου φανερώνει μια βαλτωμένη πελατειακή σχέση ορισμένων ονομάτων των Αντιπόδων με το συγκεκριμένο έντυπο. Από τη μία είναι λογικό, μιας και εκδίδεται από τους Αντίποδες, από την άλλη, αν με ρωτάτε, είναι κάπως κουραστικό γιατί βρίσκομαι στην ανάγνωση μόλις του δεύτερου τεύχους και ήδη έχω πλήξει από την ανακύκλωση των ίδιων και των ίδιων ονομάτων. Το ίδιο το διήγημα είναι μια παραλλαγή της Αυτοκοινωνικοπαραμυθίας, μόνο που εδώ, αυτό που ο Καρακίτσος ονομάζει εντελώς αυθαίρετα "σουρεαλισμό" (γέλια), μεταφέρεται από τις γάτες της Αυτοκοινωνικοπαραμυθίας στους σκουπιδοτενεκέδες.
Και φτάνουμε στο άρθρο του Πάρη Τσούτση, συντάκτη που στο πρώτο τεύχος κατάφερε να γράψει ένα πραγματικά ακατανόητο άρθρο χωρίς λογικό ή συντακτικό ειρμό. Οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε ότι συνεχίζει σταθερά στο ίδιο μοτίβο και σε αυτό το τεύχος, αλλά πως έστω, οι πρώτες παράγραφοι, βγάζουν κάποιο νόημα. Ο συντάκτης μάς πληροφορεί casually πως "βρέθηκε σε ένα βιβλιοπωλείο στο Βερολίνο" (νομίζω πως αυτή η φράση συμπικνώνει ευστόχως όλον τον αστισμό και τον χιπστερισμό που διέπει έως τώρα την αισθητική και τα γραπτά της Βλάβης) και "σοκαρίστηκε" επειδή στην "κουίρ ενότητα υπήρχαν στο πλάι ροζ σαπούνια, μέικ απ προσώπου και γκέι action figures" τα οποία ανέδιδαν την εντύπωση (κρατηθείτε ξεκινούν οι προεδρικές ακροβασίες) "μιας εξολογοτεχνικής χωροθέτησης της διαφορετικότητας" Πέρα από το γεγονός ότι ο συντάκτης στέκεται αναιτιολόγητα κριτικά απέναντι σε στοιχεία της λοατκι+ κοινότητας (την οποία εξομοιώνει με τον γενικό όρο κουίρ), η φρασεολογία είναι ξανά αφόρητα πομπώδης για κάτι που μπορεί να είχε λεχθεί σε σωστότερα ελληνικά που θα έβγαζαν νόημα.
Δεν είναι δα και τόσο βαθύ αυτό που αφήνει να εννοηθεί, δηλαδή η ύπαρξη του rainbow καπιταλισμού. Δεν ξέρουμε όμως και σε ποιο βιβλιοπωλείο πήγε (εμείς ως πληβείοι μάλλον δεν θα το ξέραμε και να μας το έλεγε το βιβλιοπωλείο στο Βερολίνο), ούτε βεβαίως αναφέρει ποια βιβλία υπήρχαν σε αυτά τα ράφια (αν ήταν για παράδειγμα σχετικά με τις action φιγούρες που αναφέρει) ώστε να κρίνουμε αν η παρουσία αυτών των ακτικειμένων ήταν πράγματι αρνητική. Το πρόβλημα βέβαια με τον συγκεκριμένο συντάκτη, όπως έγινε φανερό και στο πρώτο τεύχος, είναι πως, ξανά, το άρθρο του στερείται ουσίας κι δεν βγάζει νόημα.
Λέει, για παράδειγμα, παρακάτω "συντάχθηκα με την άποψη που αντιμετωπίζει με καχυποψία την ταυτοτική ταξινόμηση βιβλίων και συγγραφέων λόγω της περιοριστικότητας που ενέχει και προεχόντως λόγω του ότι εφοπλίζει τους καλοθελητές, πολέμιους αυτής της λογοτεχνίας με επιχειρήματα που αντιλαμβάνονται τις αναλυτικές κατηγορίες του κουίρ και του autofiction ως ρηγματώσεις, αξεπέραστα διαχωριστικά που διαφορίζουν την παραφιλολογία από την πραγματική τους λογοτεχνία".
Για ακόμα μία φορά με όρους που αποτελούν καταχρηστικά μιμήσεις ακαδημαϊκίζουσων εκφράσεων χωρίς κανένα νόημα, η Βλάβη μάς δίνει πάνω κάτω το στίγμα της: αερολογικές διατυπώσεις που αποσκοπούν στον εντυπωσιασμό του αναγνώστη που δεν θα μπει ποτέ στην ουσία των άρθρων και που θα καταλήξει στην ινσταγκραμοποίηση του εκάστοτε τεύχους με ανεδαφικά συγχαρητήρια και επαίνους χωρίς υπόβαθρο.
Πού αποσκοπεί, εντέλει, η Βλάβη ως λογοτεχνικό έντυπο, εφόσον τα άρθρα της δεν έχουν καμία φιλολ��γική ουσία; Πώς αξιώνει να είναι ένα, κατά τα λεγόμενα των συντακτών και εκδοτών της πάντα, "επιδραστικό" λογοτεχνικό περιοδικό" όταν χωλαίνει τόσο βαθιά στο περιεχόμενο που παραδίδει;
Αυτό γίνεται ακόμα πιο εμφατικό όταν ο συγκεκριμένος συντάκτης γράφει, μεταξύ άλλων, το εξής αποτρόπαιο: "Και όσο και να μας αρέσει το Τρίτο στεφάνι ως ένα μυθιστόρημα-έκπληξη, υπόδειγμα της ρεαλιστικής στροφής και του φλωμπεριανού μοντερνισμού (...)"
Ο όρος "φλωμπεριανός μοντερνισμός" δεν έχει κανένα φιλολογικό αντίκρυσμα, φανερώνει έλλειψη κατανόησης του έργου του Φλωμπέρ (με την προϋπόθεση να το έχει όντως διαβάσει ο συντάκτης) και σίγουρα παίζει με τα νεύρα όσων αγαπούν ή έχουν ασχοληθεί ερευνητικά με τον συγκεκριμένο συγγραφέα. Όπως και σε πολλούς άλλους συγγραφείς, ειδικά στις απαρχές του ρεαλισμού, μπορούν να εντοπιστούν μοντερνιστικά στοιχεία, το να καταλήξει να τα ονομάσει αυτά ομαδοποιημένα υπό τον όρο "φλωμπεριανός μοντερνισμός" υπονοώντας πως ο Φλωμπέρ έχει γράψει ως μοντερνιστής, είναι αυτό ακριβώς που προείπα: φιλολογικά αποτρόπαιο.
Στο άρθρο της Τασιάνας Κεχράκου συνεχίζεται το ίδιο μοτίβο φιλολογικής προχειρότητας: δεν βγάζει κανένα νόημα αφού δεν μας δίνει ποτέ τα επιχειρήματα εκείνα (πέραν της εκδοτικής δημοφιλίας του Βακαλόπουλου που στέκεται μάλιστα αντιφατική με το νόημα αυτών των άρθρων αφού υποτίθεται ότι οι συντάκτες τους τα έγραψαν για να μας "θυμίσουν" κάποιους λογοτέχνες) που θα μας έδιναν να καταλάβουμε πού έγκειται η διαχρονικότητα, κατά τα λεγόμενα της συντάκτριας πάντα, της πρόζας του Βακαλόπουλου. Σε μια υποσημείωση του άρθρου μάλιστα, η συντάκτρια μας πληροφορεί, προς έκπληξή μας, ότι ακολουθεί και "μεθοδολογικά εργαλεία" από τον Αντρί Λεφέβρ που "ορίζει τον χώρο ως μια ιδιαίτερα περίπλοκη κοινωνική κατασκευή που παράγεται στην τομή ηθικών, κοινωνικών, πολιτισμικών και αρχιτεκτονικών συγγροτήσεων". Ποια από αυτά τα κριτήρια αξιοποιεί η αρθρογράφος για να καταλήξει πως η Αθήνα του Βακαλόπουλου παραμένει αναλοίωτη, και ότι ο χρόνος "θα συνεχίσει να κατοικεί στον χώρο της αναπαράστασης του Χρήστου Βακαλόπουλου συγκροτώντας την ίδια την πόλη"; Παραθέτει δε αρκετά χωρία από την Γραμμή του ορίζοντος, όταν στο συγκεκριμένο βιβλίο ο Βακαλόπουλος αν μη τι άλλο φαίνεται να θέλει να αποδράσει από την Αθήνα και να χαθεί στα νεορθόδοξα κλισέ του.
Το άρθρο, ή γράμμα, της Γιώτας Τεμπρίδου για την Νίκη Ρεβέκκα Παπαγεωργίου, ενώ απηχεί κάποια γλυκύτητα, καταλήγει πάλι στον παλιμπαιδισμό, κυρίως γιατί κάνει εύλογα τον αναγνώστη να αναρωτηθεί αν η Νίκη-Ρεβέκκα αξίζει μονάχα αυτές τις γλυκούτσικες αποτιμήσεις ως λογοτέχνης. Παρόλο που το έργο της είναι σύντομο, πιστεύω πως θα μπορούσαν να ειπωθούν πολλά παραπάνω για αυτό από τα όσα ειπώθηκαν από την κυρία Τεμπρίδου που στέκεται απλώς στην συναισθηματική πρόσληψη του βιβλίου της.
Τέλος, δεν γνωρίζω ποιος συντάκτης έγραψε το κείμενο στις σελίδες 66-67, με τον τίτλο "Επανάληψη Ωμοτήτων", αφού δεν υπογράφεται από κάποιον συγκεκριμένα, αλλά είναι πραγματικά ενδεικτικό της στυλιζαρισμένης ανουσιότητας της Βλάβης, η οποία καταδικάζει ακόμα και τα λιγοστά καλά κείμενα να χάνονται: δεν βγάζει απολύτως κανένα νόημα, άρα εικάζω ότι γράφτηκε με την συνεργασία όλων των συντακτών για αυτό και το αποτέλεσμα είναι τόσο...Βλάβη: καμία εισαγωγή, καμία προσπάθεια να αποδοθεί νόημα και ουσία, με ένα αράδιασμα φράσεων πομπωδώς στοιχισμένων που δεν διαρθρώνονται με συντακτική συνοχή, κάτι που συμβαίνει, δυστυχώς, με την πλειοψηφία των κειμένων.
Κλείνω, λοιπόν, με τις αρχικές φράσεις του εν λόγω άρθρου και αφήνω τον/την αναγνώστη/στρια να κρίνει αν αυτή η ζαλισμένη φλυαρία είναι πράγματι η πρέπουσα ύλη ενός λογοτεχνικού περιοδικού:
"Αν το χωρίς επιστροφή δεν σημαίνει επιστροφή στο μηδέν, αλλά το να συλλάβουμε αυτή τη στιγμή της χαμένης ευκαιρίας ως στιγμή επιτακτικότητας, το ερώτημα δεν είναι: πού πηγαίνουμε; Είναι: πότε είμαστε τώρα. Η πέμπτη εκδοχή της αποκαλυπτικής φύσης που εξετάζεται εδώ είναι το σημείο όπου εγκαταλείπουμε τις καθαυτό ιδεολογίες της φύσης για να επιστρέψουμε στην κεντρική έννοια αυτού του κεφαλαίου, αυτή της αποκάλυψης της συνοριακής γραμμής μάχης (και στην πραγματικότητα αιτίας πολέμου) ανάμεσα σε άνισες χρονικότητες, ως διαρκούς και μεταβαλλόμενης ζώνης ανταγωνισμού"
Μια υπέροχη συνέχεια σε συνήθεια που ελπίζω να ήρθε για να μείνει. Ιδιαίτερη μνεία οφείλω να κάνω στα εξής κείμενα που μίλησαν απευθείας στην καρδούλα μου: "Quotes: Πώς δουλεύει η λογοτεχνία μέσα στα πολιτικά κείμενα", "Χάνεται η Μαγεία;", "Ο φόβος του ύψους", "Η γλώσσα της βίας & η βία της γλώσσας", "Επανάληψη ωμοτήτων", "Αριστερά και εξουσία: Πολιτική με περιεχόμενο", "Mail τριμήνου".