Ο άνθρωπος που παρασύρεται από ένα ταξί σε μια διάβαση πεζών. Ο μουσικός-συγγραφέας που υποδύεται τον ντετέκτιβ. Η Άννα που υποπτεύεται ότι ο σύζυγός της την απατά. Η ψυχίατρος που αναλύει τα αίτια της μελαγχολίας. Το "Langsamer Satz" του Βέμπερν. Η σερβιτόρα που ο άντρας της ξυλοφορτώνει μετανάστες. Ο Ιάσονας που σπουδάζει Ιστορία. Η ηλικιωμένη που έχει παγιδευτεί στο παρελθόν. Ο εσθονός συνθέτης που δολοφονείται.
Όλοι τους μέλη μιας ετερόκλητης ορχήστρας βιρτουόζων της καθημερινότητας, που γράφουν κύκλους στα πεζοδρόμια της κινούμενης πόλης, κυνηγιούνται ασταμάτητα σαν τους δείκτες του ρολογιού σ' ένα πλέγμα χρόνων που πλησιάζουν, διακλαδώνονται, τέμνονται ή αγνοούνται, και περιφέρουν τα περισκοπικά τους βλέμματα τραγουδώντας με αιχμηρά ρετσιτατίβι ή ακαριαίες άριες την Ανθρώπινη Κωμωδία, τη δική τους επαναλαμβανόμενη ιστορία, παγιδευμένοι στο κέντρο ενός αδυσώπητου ίλιγγου.
Ο Αχιλλέας Κυριακίδης (English: Achilleas Kyriakidis) γεννήθηκε στο Κάιρο. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει εκδώσει δώδεκα βιβλία με διηγήματα, μικρά πεζά και δοκίμια (κινηματογραφικά και φιλολογικά), έχει γράψει τρία σενάρια που γυρίστηκαν σε ισάριθμες κινηματογραφικές ταινίες μεγάλου μήκους, και έχει σκηνοθετήσει επτά ταινίες μικρού μήκους σε δικά του σενάρια. Κυκλοφορούν πάρα πολλές μεταφράσεις του έργων συγγραφέων όπως ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ο Ζορζ Περέκ, ο Ρεϊμόν Κενό, ο Λουίς Σεπούλβεδα, ο Αλφρέντ Ζαρί, ο Ρολάν Τοπόρ, ο Άντριου Κρούμι, ο Ζαν Εσενόζ, ο Κάρλο Φραμπέτι κ.ά. Το 2004 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τις "Τεχνητές αναπνοές", το 2007 με το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης, για τη μετάφραση των πεζογραφικών "Απάντων" του Χόρχε Λουίς Μπόρχες (στην οριστική έκδοση των "Ελληνικών Γραμμάτων") και με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη Μετάφρασης, στο πλαίσιο των Καβαφείων 2007, και το 2009 με το Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης Γαλλόφωνης Λογοτεχνίας του ΕΚΕΜΕΛ, για τη μετάφραση του μυθιστορήματος "Στο cafe της χαμένης νιότης" του Πατρίκ Μοντιανό.
Είχα ακούσει διάφορα για την νουβέλα αυτή, έτσι την αγόρασα επιτέλους και την διάβασα τσακ-μπαμ. Δεν μπορώ να πω ότι ξετρελάθηκα. Εντάξει, το όλο χτίσιμο της ιστορίας μου φάνηκε αρκετά ξεχωριστό και σχετικά πρωτότυπο, αλλά η ίδια η ιστορία δεν θα έλεγα ότι μου έκανε κάποια εντύπωση. Δεν ξέρω αν ήταν μεγαλύτερη σε μέγεθος, με περισσότερο βάθος στην (όποια) πλοκή και τους χαρακτήρες, αν θα λειτουργούσε σωστά με το ίδιο "χτίσιμο", όμως πιθανότατα θα μου κρατούσε περισσότερο το ενδιαφέρον. Σαν άσκηση ύφους, πάντως, παίρνει ικανοποιητικό βαθμό.
Μια περιπολία στο σύμπαν του Αχιλλέα Κυριακίδη Με αφορμή την πρόσφατη έκδοση της νουβέλας με τίτλο 360
1. Σημειώσεις: «Έπρεπε να έτερπε», σημειώνει στη σελίδα 360 του πολυσυζητημένου δίτομου έργου του Bad Seeds & Good Grains (εκδ. Amarrama, Λονδίνο, 2013 ο Christian Grainville, μαθητής του θρυλικού Pierre Menard, μέγας πότης επί τρεις δεκαετίες, και εν συνεχεία champion της εγκράτειας και συγγραφικό πολυμηχάνημα. Ο προσεκτικός αναγνώστης, θα επισημάνει πιο κάτω, στη σ. 365, τη φράση «Έτρεπε & έτερπε», φαινομενικά παραλλαγή της πρώτης. Το αξιοσημείωτο είναι ότι αμφότερες οι φράσεις φιγουράρουν στην αρχή και στο τέλος ενός πυκνότατου (κάτι που δεν το συνηθίζει, βέβαια) δοκιμίου για το πολυσχιδές έργο του συμπατριώτη μας, αλλά και αλληλογράφου του, ήδη από την εποχή (και ενοχή) των Παραδειγματικών Φόνων (βλ. Max Aub, εκδ. Άγρα), του δίμετρου Μαιτρ Αχιλλέα Κυριακίδη. Ακόμα πιο αξιοσημείωτο είναι ότι ο Grainville αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου του στο πρόσφατο minimal λογοτέχνημα του Κυριακίδη, το 360 (εκδ. Πατάκης).
2. Μουσικός Λογοτέχνης: Minimal μεν, πολυφωνικό δε. Λίγες σελίδες, πολλές φωνές. Αλλά και, σε αντίθεση με άλλα έργα του, γεμάτο δράση, ακόμα και αίμα, πολλαπλά flash back, περιελισσόμενες ιστορίες που εντέλει η συμπτωματική συνάφειά τους ανασυντίθεται μες στο μυαλό του αναγνώστη, μνείες από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οργανικά δεμένες στην πλοκή, και μάλιστα επεξεργασμένες με ασπρόμαυρο ντοκιμαντερίστικο τρόπο, κάτι πρωτοφανές στην εκτυφλωτικά έγχρωμη τεχνοτροπία του Μαιτρ. Ίσως η απουσία χρώματος, το κινηματογραφικό, είπαμε, ασπρόμαυρο, οδήγησε τον δημιουργό στην τάση προς την μουσική, στην επινόηση του όρου μουσική λογοτεχνία και του ρόλου μουσικός λογοτέχνης. Ίσως αυτό επιβάλλει το δράμα του 360. Ακούστε τι λέει και ο Grainville: «Δυναμικές συμπτώσεις» και «δαιμονικές συγκυρίες» στήνουν αντικριστούς καθρέπτες. Τα είδωλα πολλαπλασιάζονται. Προσωπικές, παράλληλες ιστορίες τέμνονται και διασταυρώνονται. Μελαγχολικοί ήρωες βασανίζονται στη μοναξιά, αυτόχειρες αφήνονται στον ίλιγγο του κενού, ερωτικά πάθη και οιδιπόδειοι έρωτες επαναλαμβάνουν φημισμένες σελίδες της λογοτεχνίας. Τα πάντα τείνουν σε μια μαγική ενότητα. Άλλοτε θηλυκώνονται μεταξύ τους, άλλοτε στοιβάζονται ως διαφορετικές επιστρώσεις της ίδιας επαναλαμβανόμενης ιστορίας: τα του δράματος πρόσωπα βαδίζουν σχεδόν υπνωτισμένα τον προαιώνιο Γολγοθά προς το σταυροδρόμι, με την πανανθρώπινη κραυγή «Το παιδί μου!» ως επωδό. (βλ. Grainville, Achilleas Kyriakides & John Cassavetes: Alone Together, μτφρ. Αριστοτέλης Σαΐνης, εκδ. Μονωδία, 2010).
The taxi driver did it: Φυσικά, ένας δεινός ηθοποιός όπως ο Αχιλλέας Κυριακίδης (βλ. Άδικος Κόσμος/ Φίλιππος Τσίτος/ 2011), λαμπρός σκηνοθέτης ταινιών μικρού μήκους (βλ. Νυμφίος/1994), Recitativo/1995, Jazz/1997, Καφές/1998, Αλληλουχία των Κήπων/1999, Μπαρόκ/2000, Εσωτερικό, Νύχτα/2007, Nebraska/2008), Μετά τον Χαρακτηριστικό Ήχο/2009, Ιδιότητες του 2/2012), και έξοχος θεωρητικός του σινεμά (βλ. Η συνέχεια επί της οθόνης, εκδ. ύψιλον/βιβλία), στον οποίο άλλωστε οι πιστοί και λυσσαλέοι σινεφίλ οφείλουν την πολύτιμη επανεξέταση/αποκατάσταση του Fred Button, του σημαντικότατου προμεταμοντέρνου κινηματογραφιστή και επινοητή των docrimentaries, βιογράφου συν τοις άλλοις του ανυπέρβλητου πειραματικού λογοτέχνη B. S. Johnson (βλ. Jonathan Coe, B. S. Johnson: Like a Fiery Elephant, εκδ. Picador, 2004), ένας τέτοιος πολυκαλλιτέχνης και πολυουργός, σε αντίθεση με τον Ημιουργό του Rhys Hughes (βλ. Νέα Παγκόσμια Ιστορία της Ατιμίας, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Πόλις, σ. 227), δεν μπορεί παρά να μας προσφέρει ένα λογοτέχνημα ιλιγγιώδους, πλην μεθοδικότατα δουλεμένης, πλοκής, τέτοιας ώστε να αναδεικνύει ακόμα και τους δεύτερους ρόλους – μια μνεία στο θαυμάσιο έργο του Tom Stoppard Rosencrantz and Guildenstern Are Dead, (1966), αλλά και στον ευφυή νουάρ ανθρωπισμό του James Chase, ο οποίος έδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο στους κομπάρσους των βιβλίων του Raymond Chandler. Έτσι, ένας ασήμαντος ταξιτζής γίνεται ο κόμπος και ο δεσμός όλων των ιστοριών που συνθέτουν το 360. Αυτός, ο ανώνυμος taxi driver (για να θυμηθούμε το αριστούργημα του Martin Scorsese, αγαπημένου σκηνοθέτη του Christian Grainville), είναι η φωνή off του 360, καίτοι δεν είναι αυτός, αλλά ένας συνάδελφός του, που βάφει την άσφαλτο με αίμα.
Εξομολογήσεις πολύ προσωπικές: Δεν πρόκειται για spoiler, εξάλλου το ζήτημα εδώ δεν είναι το story αλλά η ευφυής συμπλοκή πολλών stories, στις οποίες συναντάμε και τον τραγικό φαντάρο που σκότωσε, κατά τραγικά βλακώδες λάθος, τον μεγάλο συνθέτη Anton Webern. Ο εν λόγω φαντάρος, ονόματι Raymond Norwood Bell, φορτώθηκε τις τύψεις του και πέθανε πίνοντας πολλά ποτά το 1955. Και αυτός διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στο 360 του Κυριακίδη, όντας ο πατέρας της Μάρτα που συμβαίνει να είναι η σύζυγος του ταξιτζή για τον οποίο ήδη μιλήσαμε. Επίσης, η Μάρτα είναι και η σερβιτόρος στο café όπου πυκνώνει η πλοκή, καθώς εκεί συναντιούνται, χάρις στα μπορχεσιανά παιχνίδια της συστηματοποιημένης τύχης, τα νήματα της οποίας κινεί ο Κυριακίδης, η Άννα, κεντρική ηρωίδα του 360 και ο μουσικός λογοτέχνης, που παίζει τον ρόλο του Fabrice Luchini στο εξαιρετικό (όπως όλα!) φιλμ του Patrice Leconte Confidences trop intimes (ελληνικός τίτλος προβολής: Εξομολογήσεις πολύ προσωπικές, 2004). Ο νοών νοήτω και ο ευρών αμειφθήσεται. Ιδίως ο νοών ο εξοικειωμένος με το μουσικό έργο του Εσθονού συνθέτη Andrus Aavik, δημιουργού των Anaesthetics, και ο ευρών που καίτοι ευρών δεν παύει να αναζητάει.
Είχα την τύχη να παρευρεθώ στην παρουσίαση του ‘360’ στο Booktalks πριν λίγο καιρό και να γνωρίσω από κοντά τον Αχιλλέα Κυριακίδη, μέρος του έργου του οποίου γνώριζα μέσα από τις μεταφράσεις του. Το ‘360’ είναι μια νουβέλα που ξεκινάει με το πρώτο κεφάλαιο και επιστρέφει στο τέλος σ’ αυτό ... περισσότερα εδώ: http://spirosglykas.blogspot.gr/2014/...
Είναι από τα αναγνώσματα που δε διαβάζονται γρήγορα, μάλιστα την πρώτη φορά, μικρό το είδα, κόντεψα να το παρατήσω, καθως δε γινόταν εύκολα αντιληπτό το πυκνό ύφος του συγγραφέα. Είναι η ιστορία, μάλλον ιστορίες, ανθρώπων με μια χαλαρή σύνδεση μεταξύ τους, όση χρειάζεται μάλλον για να εξελιχθεί η υπόθεση. Μου θυμισε το Optic Nerve του Tomine, στο ό,τι δεν είναι ιστορίες με αίσια ή μη κατάληξη, όπως είναι άλλωστε κι οι ιστορίες της ζωής, χωρίς συμπερασματικό τέλος. Επίσης, μου θύμισε και το στυλ του Στήβεν Κινγκ όπως αναφέρεται σε μουσικές και βιβλία, που ιντριγκάρουν τον αναγνώστη να μάθει περισσότερα γι'αυτά. Ωραίο διήγημα, με λίγη θεματολογία της εποχής που γράφτηκε - 2013, κρίση, Χρυσή Αυγή - και μαλλον θα αναζητήσω και το επόμενο βιβλίο του συγγραφέα.
Θραύσματα που εννοείται. Πορείες που συναντιούνται. Ζωές που διασταυρώνονται. Ο Αχιλλέας Κυριακίδης μας δίνει ένα σύνολο στιγμιοτύπων όχι με την πένα του Μαιτρ, αλλά από την καρέκλα του σκηνοθέτη. Η φόρμα παραμένει η ίδια. Η σύντομη και περιεκτική αφήγηση. Η νουβέλα αυτή, με κινηματογραφική ροή, με χαρακτήρες που μας λένε πολλά, χωρίς να μας αποκαλύπτονται παρά μόνο στιγμιαίως, είναι περισσότερο ένα αποτέλεσμα του μοντάζ παρά της λογοτεχνίας. Διαβάζεται μονορουφι.
Λίγο άχαρο να έχεις μεταφράσει ολάκερο τον Μπόρχες, Κορτάσαρ κλπ και να πρέπει να γράψεις έστω και σε δυο σελίδες το πώς σκέφτεται ένας Χρυσαυγίτης... Σου είναι αδύνατο να μην καταφύγεις στην λογοτεχνία του φανταστικού και να του προσδώσεις ανθρώπινα χαρακτηριστικά και ευαισθησίες.