Μια µεγάλη βεντάλια διηγηµάτων - απ’ την δυτική µεθόριο µέχρι την καρδιά της µεγαλούπολης. Οι ιστορίες ποικίλες - απ’ το ακραία αστείο µέχρι την δραµατική όψη της ζωής. Μια τοιχογραφία ηρώων κατά κανόνα ηττηµένων απ’ τον εαυτό τους ή απ’ τις συνθήκες. Γίνεται όµως άνθρωπος να θεωρήσει εαυτόν νικητή; Σ. Δ.
Ο Σωτήρης Δημητρίου (1955-) γεννήθηκε στην Πόβλα Θεσπρωτίας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Το έργο του έχει τιμηθεί με το βραβείο διηγήματος της εφημερίδος "Τα Νέα" (1987), δύο φορές με το βραβείο διηγήματος του περιοδικού "Διαβάζω" (η τελευταία το 2002 για το βιβλίο του "Η βραδυπορία του καλού"), μία φορά με το βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2013), ενώ το μυθιστόρημά του "Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου" ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Κείμενά του έχουν μεταφερθεί πολλές φορές στον κινηματογράφο, σε ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους ("Αμέρικα" του Σάββα Καρύδα, "Απ' το χιόνι" του Σωτήρη Γκορίτσα, "Τα οπωροφόρα της Αθήνας" του Νίκου Παναγιωτόπουλου, κ.ά.)
cool stories but they got boring by like 200 pages…all the characters felt pretty much the same and like they had little dimension…I suppose that’s the trap of loooong short story collections I suppose
Ο Σωτήρης Δημητρίου (Πόβλα Θεσπρωτίας, 1955) προτάσσει με τη συγκεκριμένη συλλογή μια ιδιότυπη συνομιλία με τον αναγνώστη. Τα ογδόντα επτά σύντομα και ευσύνοπτα διηγήματα, στα οποία ξεχωρίζει η περσόνα του συγγραφέα, αντί να δυσκολεύουν τον αναγνώστη με τη διαρκή ανάγκη προσανατολισμού του στο εκάστοτε μικρογραφικό τους σύμπαν τον παρασύρουν σε μια εξερεύνηση των θεματικών τους όπου η γραμμή ανάμεσα στο «είναι» και στο «φαίνεσθαι» καθίσταται δυσδιάκριτη.
Ο Δημητρίου αφήνεται –ή πιο σωστά φαίνεται σαν να αφήνεται– σε έναν αυτοματισμό γραφής που τον ωθεί προς τα ενδότερα των συγγραφικών εμμονών του. Λίγα πράγματα βεβαίως είναι δυσκολότερα από αυτή την επίφαση της συγγραφικής ευκολίας –ιδιαιτέρως πληθωρικής αν κρίνει κανείς από την έκταση του βιβλίου– που χαμηλώνει τις άμυνες του αναγνώστη και τον παρασύρει στις μύχιες και ενίοτε παραληρηματικές εκμυστηρεύσεις περιθωριακών και μη χαρακτήρων. Χαρακτήρων που δεν διστάζουν να εξομολογηθούν στον συγγραφέα που άλλοτε ανάγεται σε ιδιότυπο κοσμικό ιερέα –«Μερικοί άνθρωποι προτιμούν περισσότερο τον συγγραφέα από τον παπά. Τους καταλαβαίνω αυτούς που θέλουν να εξομολογηθούν» (σ. 139)– και άλλοτε σε υπέρ-παντογνώστη αφηγητή που αισθάνεται την ανάγκη να υπογραμμίσει το προφανές: «Να σημειώσουμε εδώ ως παντογνώστες που είμαστε [...]» (σ. 34).
Ο Δημητρίου, σε πολλά σημεία, ανατέμνει την ψυχοσύνθεση των ηρώων του με την ψυχρότητα και την ενδελέχεια ενός βιολόγου του νου. Παραθέτω ενδεικτικά:
«Αν κάποιος διάβαζε τα μύχια συναισθήματα, τα εσώτατα ένστικτα και τις ιδιαίτερες σκέψεις εκείνων των ανθρώπων στην κηδεία, θα απεικόνιζε ακριβέστατα αλλά και ατελέστατα το χάος της ζωώδους υπάρξεως» (σ. 134) διαβάζουμε στο «Ο τρίτος πρώτος ξάδερφος» όπου μας προσφέρεται και μια εξαίρετη σκιαγράφηση του χθόνια ηδυπαθούς «φαρμακομούνα».
Ή «Ήτανε, ας πούμε, κάπως καλλιτέχνης, αρτίστας και επ’ αυτού είχε πλάσει μια θεωρία. Αυτούς τους ανθρώπους τούς τρέφουν οι αδικαίωτες καθημερινές προστριβές αλλά και γενικότερα οι πικρίες, οι ματαιώσεις, οι απολεσθείσες ευκαιρίες. Αν είχε αντανακλαστικά και διατράνωνε εκείνη την ώρα το δίκιο του, μετά τι θα αναμόχλευε τον ψυχισμό του, ο οποίος με τη σειρά του πώς θα αναμόχλευε τον νου του, κι ο νους του πώς θα αναμόχλευε τη φαντασία του; Για να το πούμε λίγο στρογγυλά, ηττημένος άνθρωπος τροπαιούχος καλλιτέχνης» (σ. 222).
Παρατηρήστε το καταληκτικό “αξίωμα”, αλλά και την αυθαίρετη αιτιακή αλυσίδα που διατυπώνει, στο διήγημα «Ο γύριζα-πήγαινες», ο συγγραφέας: «ψυχισμός», «νους», «φαντασία». Επισημαίνω ότι εδώ ο Δημητρίου υπαινίσσεται και μια πρωτεϊκή κατάσταση που ενυπάρχει στους περισσότερους από εμάς που δεν τυγχάνουμε συγγραφείς: οι εντάσεις που προκαλούνται από το θυμικό δι’ ασήμαντον πολλές φορές αφορμήν βρίσκουν διέξοδο στη φαντασία μας. Σε πόσες υποθετικές στιχομυθίες δεν επιδίδεται ο καθένας μας, όπου ανάλογα με το ήθος και τις δυνατότητές του, επινοεί, έστω πρωτόλεια, σκαριφήματα διαλόγων ή νικηφόρων εκβάσεων σε ανεκδιήγητους (κυριολεκτικά και μεταφορικά) διαξιφισμούς που ένας επαγγελματίας θα είχε φροντίσει να σημειώσει στα κατάστιχα και, εν ευθέτω χρόνω, να αναγάγει σε δόκιμες μυθοπλασίες.
Μικρές καθημερινές ιστορίες με το παράδοξο να καραδοκεί, γοητευτική γλώσσα με λόγιες λέξεις και ιδιωματισμούς σε αγαστή συνύπαρξη. Θα άφηνα έξω μερικά διηγήματα, όμως συνολικά απόλαυσα τη συλλογή.