Αν έχετε παρατηρήσει τις βαθμολογίες που βάζω στα είδη του μυστηρίου, του τρόμου και του αστυνομικού, θα ξέρετε πως είμαι αρκετά στριμμένος. Η βαθμολογία γι’ αυτό το βιβλίο σημαίνει πως με εντυπωσίασε τόσο, διότι ξεσήκωσε τα συναισθήματα μου, τις σκέψεις μου, με διασκέδασε, με έφερε σε κατάσταση απελπισμένου – ερωτευμένου και κυρίως με έκανε να νιώσω αυθεντικό τρόμο, τον οποίο είχα απόλυτη ανάγκη και ξέρω πως αυτό μοιάζει παράλογο θεωρητικά, αλλά είμαι παιδί του Σοπενάουερ και στο αρνητικό βλέπω το θετικό, την παρακίνηση. Κι εδώ η παρακίνηση είναι προς την αυτοπαρατήρηση, κάτι που τελευταία αμελώ συστηματικά, με τη δικαιολογία ότι διαβάζω πολύ Φιλοσοφία, άρα το να αυτοαναλύομαι ενέχει τον κίνδυνο να με χρωματίσω με συγκεκριμένες θέσεις Φιλοσόφων, που δε μου ταιριάζουν απαραίτητα, αλλά μπορεί να με έχουν επηρεάσει.
Αυτό που βρήκα πολύ ενδιαφέρον ήταν οι αντιδράσεις και οι ‘’μετακινήσεις’’ του σκύλου, που δομούν ένα ιδιαίτερο τόνο στην ατμόσφαιρα. Επιπλέον, μαζί με τη ματιά της συγγραφέως ως γονιού, δεύτερο σήμα κατατεθέν της είναι πως πρόκειται για σκυλομαμά. Τα δηλώνω αυτά με κάποια σιγουριά, ως αποτέλεσμα ενός ακόμα βιβλίου της που διάβασα στη συνέχεια, το οποίο όμως δυστυχώς δεν ανήκει στο ίδιο είδος.
Στα σημεία που δε θα ξεχάσω είναι εκεί που συναντούν ο Κάρδαρ, η Λιβ και η Κάτριν το παιδί στο δάσος, που μέσα στην παραιτημένη στάση του θρηνεί, ένιωσα στιγμιαία ρίγος και υποβλήθηκα στη σκηνή, αποκτώντας μια εντύπωση πως η λαμπρότητα του φωτός στο σπίτι μου, είχε μειωθεί. Και βέβαια να μνημονεύσω εδώ τις σελίδες 227 και 321 που τα χρειάστηκα και μάλιστα επειδή το βιβλίο είναι από ‘κεινες τις σάγκες που θέλεις να ‘χεις κάτι να τσιμπάς, πήγα να πάρω φουντούνια απ’ την κουζίνα και άναψα όλα τα φώτα. Κι ακόμα πιο αστείο, την επόμενη ημέρα στη δουλειά, πήγαμε με το συνάδελφο να ελέγξουμε την υγρασία σε ένα ηλεκτρολογικό τούνελ και ενώ εγώ είχα προχωρήσει μπροστά, με κάλεσε προς τα πίσω, λέγοντας ‘’μη φεύγεις ακόμα, δεν τελείωσα εδώ’’ και μέσα στο φως του χώρου, που σε ζώνες ήταν αλλού φωτεινό κι αλλού πιο σκοτεινό, σχεδόν πήδηξα μέχρι το ταβάνι!
Για όποιον διάβασε το Νεκρωταφίο Ζώων και μετά απογοητεύτηκε χωρίς να μπορεί να βρει βιβλίο κοινής ενότητας στους περισσότερους τομείς του, προτείνω ανεπιφύλακτα αυτό το βιβλίο. Η απόχρωση του λόγου της συγγραφέως, ο μεθυστικός τόνος και η ζεστασιά του λόγου της δημιουργούν την ίδια εγγύτητα με τον Κινγκ.
Άκρως εθιστικό, με ζυγισμένους χαρακτήρες, φυσιολογικής ροής διαλόγους, με ελάχιστες εξαιρέσεις κι ένα σχέδιο που διαρκώς περνάει απ’ το ένα είδος στο άλλο, χωρίς να αποχωρίζεται κανένα. Το καλύτερο βιβλίο μυστηρίου που διάβασα φέτος.