“Bedenimizin bir özerkliği, kendine ait bir hayatı vardır ve niyetleri konusunda bize asla hesap vermez...”
Sakin bir aile yaşamı sürdüren, bir zamanların müstakbel ressamı olsa da eşiyle tanıştıktan sonra sanata tamamen veda eden başkarakter, günün birinde en yakın arkadaşının uyarısıyla altüst olur: Mekânın birinde bir adam, kendisine ikizi gibi benzemektedir. Yoksa bu kişi, bizzat kendisi midir? Zihnine –ve elbette kalbine– yerleşen bu devasa kuşku, karakterin şimdiye kadar yaşadığı bütün o harcanmış yılları ve hayatını sorgulamasına, yaratamadığı resimleri ve var edemediği anlamları aramasına sebep olacaktır.
Yunan Tuhaf Dalgası’nın edebî temsilcisi Dimitris Sotakis, Yarım Kalp’te yine her zaman yaptığını yapıyor; hakikatle oyuncak gibi oynuyor ve bu kez, yarattığı iyi niyetli “kötü ikiz”in de yardımıyla okurlarını daha derin, daha hayati çözümlemelere savuruyor.
Γεννήθηκε το 1973 στην Αθήνα. Σπούδασε μουσική στο Λονδίνο. Το πρώτο του μυθιστόρημα, Το Σπίτι, εκδόθηκε το 1997. Τα έργα Η Πράσινη Πόρτα (2002), Έντεκα Ερωτικοί Θάνατοι (2004), Ο Θόρυβος (2005) και Ο Άνθρωπος από την Αίγυπτο (2007) έλαβαν θετικές κριτικές, μεταφράστηκαν σε άλλες γλώσσες και απέσπασαν βραβεία. Το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας Athens Prize for Literature και το 2011 με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Το Θαύμα της Αναπνοής, που κυκλοφόρησε το 2009, καθιέρωσε τον Σωτάκη ως έναν από τους σημαντικούς συγγραφείς της εποχής του.
1973’te Atina’da doğdu. Londra’da müzik eğitimi aldı. İlk romanı Ev 1997’de yayımlandı. Yeşil Kapı (2002) ve On Bir Erotik Ölüm (2004), Gürültü (2005), Mısır Adam (2007) başlıklı çalışmaları olumlu eleştiriler aldı, başka dillere çevrildi, ödüller kazandı. Yazar, 2010’da Vincitore dell’ Athens Edebiyat Ödülü’nü, 2011’de de Avrupa Birliği Edebiyat Ödülü’nü aldı. 2009 yılında yayımlanan Soluğun Mucizesi ise Sotakis’i çağının önemli yazarlarından biri haline getirdi.
Hayatımızın alternatiflerini bilemiyor olmak seçtiğimiz ne olursa olsun en doğru olanın içinde yaşadığımız olduğunu öğretiyor gibi. Yetişkinliğin koca bir gençlik yasına dönmemesi adına, her neyin tutkusu bizimle açığa çıkıyorsa ona tutunmaya devam etmek gerekir.
Hepimiz hayatımızın bir döneminde geçmişimize bakıp "şu yolu izleseydim ya da başka bir tercih yapsaydım yaşamım nasıl gelişirdi" diye düşünmüşüzdür. Bu tür merakın peşinden giden paralel evren, yaşam hikayelerini pek severim. Buna benzer temalarda Gece Yarısı Kütüphanesi kitabı ya da Kelebek Etkisi filmi vb.leri favorimdir. Elbette bu hikayeler birbirine yakın bir noktaya dokunsa da aslında içerikleri ve anlatımları birbirinden oldukça farklıdır.
Yarım Kalp da benzer bir noktaya dokunuyor ama bunu farklı bir anlatımla yapıyor. Bize aslında dürüst olup olmadığımızı sorgulattığını hissettim. Çünkü çoğumuz toplumsal olarak onaylanan belirli bir yolu çizerek yaşamımızı sürdürürüz. Ama eğer aklımız başka yerde kaldıysa bu bir bölünme yaratır. Aklımızın orada kalma derecesine göre bu bölünme acı verici boyutlara varabilir. Kitabın kahramanı tam olarak bunu deneyimliyor. Bölünmenin farkına vardıkça biz okuyucu için de taktığı persona, maske giderek katlanılmaz hale geliyor. Bir dürüst ol artık adam! diye içimden bağırdığımı hissettim ama ben ne kadar dürüsttüm acaba?
Ο Δημήτρης Σωτακης χρησιμοποιώντας την τεχνική της Εναλλακτικής Ιστορίας ή αλλοϊστοριας δημιουργεί ένα άκρως ενδιαφέρον βιβλίο. Η τεχνική της Εναλλακτικής Ιστορίας είναι όταν σε ένα βιβλίο παρακολουθούμε μια κυρία ιστορία, ενώ παράλληλα παρατηρούμε μια ακόμη. Με την ερώτηση "Τι θα γινόταν αν;" , σε διάφορα κομβικά σημεία, παρουσιάζεται μια άλλη εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Στο πώς θα μπορούσαν να ήταν τα πράγματα αν άλλαζε κάτι ή αν πήγαινε κατι διαφορετικά.
Με αυτήν την αφετηρία λοιπόν, ο πρωταγωνιστής παρουσιάζεται ως παντρεμένος με ένα παιδί στην εφηβεία και μια συμβατική δουλειά. Έχει παρατήσει όμως το μεγάλο του πάθος που ήταν η ζωγραφική. Ώσπου μια μέρα μαθαίνει τυχαία μέσα από μια φωτογραφία ότι υπάρχει ένας κλώνος του στην πόλη και αποδεικνύεται ότι πρόκειται για το άλλο το μισό (εξ ου και ο τίτλος). Τι εννοώ όμως με αυτό; Το άλλο του μισό είχε ζήσει όλα αυτά που δεν είχε ζήσει ο ίδιος. Είχε καταφέρει όλα αυτά που ο ίδιος ήθελε (και ας μην το παραδεχόταν) και η ζωή του είχε αφετηρία τη μέρα που άφησε την πρώτη του αγάπη και τη ζωγραφική.
Πρόκειται για ένα πολυδιάστατο βιβλίο. Από τη μια βλέπουμε τον πρωταγωνιστή να ακροβατεί και να παλεύει με την παράνοια αφού από ένα σημείο και έπειτα αδυνατεί να ξεχωρισει τι είναι πραγματικότητα και τι όχι. Η ύπαρξη του σωσια, του υπενθυμίζει τι θα μπορούσε να είχε καταφέρει αν ακολουθούσε το πάθος του και τα όνειρα του αλλά ο ίδιος δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της επίγνωσης. Έχοντας εξοικειωθεί με τη συγκεκριμένη τεχνική, το απηλαυσα μέχρι και την τελευταία σελίδα! Εννοείται πως το προτείνω!
Son 15 yılda sayısız defa işlenen kuantum temalı filmlerden artık sıkılan biri olarak bu kurguya bayıldım. Herkesin geçmiş seçimlerini sorguladığı zamanlar vardır, nazikçe bunun üzerine düşünmeye itiyor. Çok çok güzeldi.
Çok okunası, temposu karakterin iç dünyasıyla çok iyi uyum sağlayan keyifli bir okumaydı, bir süre eşe dosta öveceğim sanırım :)
Το πιο αληθοφανές στοιχείο στο μυθιστόρημα του Δημήτρη Σωτάκη είναι αυτό που εκ πρώτης όψεως θα έπρεπε να είναι το πιο αναληθοφανές: ο σωσίας –για την ακρίβεια ένας άλλος εαυτός– που παρουσιάζεται ξαφνικά στη ζωή του ήρωα. Ο Σωτάκης όμως κατασκευάζει ένα τόσο αναληθοφανές σκηνικό, μια τόσο επίπεδη αφήγηση, που πραγματικά πολλές φορές ένιωσα ότι το “εύρημα” του σωσία ήταν το λιγότερο που θα έπρεπε να με απασχολεί. Διερωτήθηκα, τουλάχιστον μέχρι ενός σημείου, τι ακριβώς ήταν αυτό που δεν καταλάβαινα στο βιβλίο του. Κατανοώ, για παράδειγμα, τη χρησιμότητα της επιλογής η ιστορία να λαμβάνει χώρα σε μια πόλη που δεν κατονομάζεται, όπως δεν κατονομάζονται και οι περιοχές στις οποίες διαρκώς μετακινείται ο ήρωας που έχει εμμονή στο περπάτημα, λες και η διαρκής αυτή μετακίνηση θα τον κάνει να ξεκολλήσει από το τέλμα στο οποίο έχει βρεθεί· κατανοώ όλες αυτές τις ψευδαισθήσεις του ήρωα που παρεισφρέουν στις αισθητηριακές και αντιληπτικές του διόδους, οι περίεργοι θόρυβοι που ακούει τις νύχτες, η εμμονή με το νερό που υπαινίσσεται την πορεία προς στα εξ ων συνετέθη –όλα αυτά που επιτείνουν και προοικονομούν το υπαρξιακό του αδιέξοδο–, αλλά δεν κατανοώ γιατί θα πρέπει όλα αυτά να φαντάζουν τόσο επίπεδα και αδιάφορα.
Η αλήθεια είναι ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να γράψω για το συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά, και πάλι, ομολογώ ότι παρασύρθηκα από τη στάση των κριτικών που το διάβασαν και το παίνεσαν στον τύπο. Δράττομαι λοιπόν της ευκαιρίας να διατυπώσω την άποψη, καθώς το μυθιστόρημα του Σωτάκη συνιστά ιδανικό παράδειγμα, ότι τελικά ουκ ολίγες φορές οι κριτικοί δεν γράφουν για το βιβλίο που έχουν διαβάσει, αλλά για το βιβλίο που θα ήθελαν να είχαν διαβάσει – αν βέβαια το είχε γράψει ο συγγραφέας. Ο αναγνώστης/κριτικός ανάγεται δηλαδή σε έναν ημιδημιουργό που καταργεί τη διάσταση ανάμεσα στις προθέσεις του συγγραφέα και στο τελικό αποτέλεσμα. Γράφει ο Ζοζέ Σαραμάγκου (Νόμπελ Λογοτεχνίας 1998) στο «Ο Άνθρωπος Αντίγραφο» (μτφρ. Α. Ψυλλιά, Καστανιώτης : 2005): «Για μερικούς ανθρώπους αυτό που έκαναν είναι ίδιο με αυτό που θεωρούσαν ότι έπρεπε να κάνουν» (σ. 35). Α, ναι, λησμόνησα να σας πω ότι μέσα στην απογοήτευσή μου, αμέσως μετά το βιβλίο του Σωτάκη, προς άγραν εξιλέωσης, διάβασα το βιβλίο του Σαραμάγκου γιατί ήθελα να δω πώς μπορεί να διαχειριστεί τη συγκεκριμένη θεματική κάποιος άλλος. Στη μυθοπλασία, η περιπτωσιολογία του σωσία λειτουργεί πρωτίστως ως αφορμή για στοχασμό πάνω σε αυτή τη διάσταση ανάμεσα στο «είναι» και το «πρέπει» ή ακόμη και το «θέλω» της εξαιρετικής διαφορετικότητας που εισάγεται βιωματικά στη ζωή του ήρωα με αφορμή την ομοιότητα. Είναι δηλαδή ο σωσίας που υποκινεί τον ήρωα να σκεφτεί τι διαφορετικό θα μπορούσε να είχε συμβεί στη ζωή του, αλλά και τι διαφορετικό θα συμβεί, τώρα, μέσα στην εξαιρετική συνθήκη τής ομοιότητας. Γράφει ο Raymond Radiguet στο «Ο Διάβολος στο Κορμί» (μτφρ. Χρ. Κοντογεωργοπούλου, Ροές : 2014): «Το ένστικτο της ομοιότητας είναι ο μοναδικός κώδικας συμπεριφοράς που δεν είναι συμβατικός» (σ. 106). Και δεν είναι συμβατικός γιατί η προσωπική ταυτότητα ερίζει μοναδικότητα την οποία η συνθήκη της ταυτότητας –δηλαδή της ομοιότητας– του σωσία έρχεται να πολιορκήσει. Ας μην λησμονούμε, ότι ο καθένας μας, όσο κι αν βάλλεται μέσα σε ένα λίγο πολύ εχθρικό περιβάλλον μπορεί πάντα να βρίσκει καταφύγιο στην παρηγοριά μια απλής σκέψης που τον κανακεύει υπαρξιακά: «είμαι μοναδικός», λες, και αποκοιμιέσαι. Ο σωσίας λοιπόν δεν δύναται να μην βιωθεί ως απειλή καθώς προσλαμβάνεται ως προσβολή σε αυτή την πρωτοκαθεδρία της ύπαρξης. «[...] [Τ]ο υπερφυσικό παράδοξο [...] γέννησε στο νου του μια συνείδηση πρωτοτοκίας που τη στιγμή αυτή εξεγείρεται έναντι της απειλής, σαν να ερχόταν προς τα εδώ κάποιος φιλόδοξος μπάσταρδος αδελφός για να σφετεριστεί τον θρόνο του» (σ. 184), γράφει ο Σαραμάγκου. — πλήρες κείμενο: https://www.istos.gr/literature/revie...
Εντελώς τυχαία διάλεξα αυτό το βιβλίο και το παράτησα στην μέση γιατί αρχικά ο κεντρικός χαρακτήρας μου φαινόταν άκρως αντιπαθητικός και δήθεν, αποφάσισα να του δώσω άλλη μια ευκαιρία και η έκπληξη μου για το που οδηγούσε η ιστορία ήταν μεγάλη αλλά και το πώς συνδέθηκε η αντιπάθεια που είχα για τον κεντρικό χαρακτήρα με την εξέλιξη του. Εύκολο στο διάβασμα γρήγορο χωρίς να δώσει ψυχολογικές και βαθύτερες διαστάσεις στο ζήτημα "αν είχα διαλέξει διαφορετικό μονοπάτι πως θα ήταν η ζωή Μου" απλώς σε οδηγεί αρμονικά στην δυνατότητα του κεντρικού ήρωα να δει πως θα ήταν τελικά και να αντιληφθεί πως πάντα έχει την επιλογή.
Μόνο σε μένα θύμισε λίγο από τον "Άνθρωπο αντίγραφο" του Σαραμάγκου; Δε λέω, ελκυστική η ιδέα της ανακάλυψης ενός άλλου πανομοιότυπου εαυτού. Άλλωστε προειδοποιεί και ο ίδιος ο Σαραμάγκου: " Εδώ μέσα σ' έχω, κακομοίρη αναγνώστη, πρώτα θα σε χτυπήσω κάτω σαν χταπόδι και, να το ξέρεις, θα αναμετράσαι συνεχώς κι εσύ κι αυτοί οι δυο κι όλοι μας με τους πανομοιότυπους άλλους (σου), ή μάλλον ξεκίνα να σκέφτεσαι παράλληλα με τη φωτιά στα μπατζάκια του Αφόνσο τη δική σου φωτιά στα δικά σου μπατζάκια, στη δική σου ζωή ".
müthiş bir metindi. sotakis ve yunanların tuhaf dalgası zaten sinemadan edebiyata müthiş bir kafa. bayılıyorum bu dalgaya. bu kitap da tam benim kafaya uygun tuhaflıkta. sotakis’i seviyorum, bu kitaba ise net vuruldum.
Το βιβλίο «Μισή Καρδιά» του Δημήτρη Σωτάκη, αν και ανήκει στον ιδιαίτερο κόσμο του συγγραφέα, διαθέτει σε πιο ήπιο τόνο τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που τον απαρτίζουν (εμμονικός πρωταγωνιστής, παράλογο που σπάει τη ρουτίνα, αποξένωση, ψυχολογική ένταση, υπαρξισμός, αμφίσημο τέλος κ.α.). Ο αναγνώστης μπορεί αρχικά να ταυτιστεί με την καθημερινότητα του πρωταγωνιστή, ο οποίος βρίσκει καταφύγιο στις μικρές χαρές της οικογενειακής ζωής, έχοντας εγκαταλείψει το πάθος του, τη ζωγραφική, έπειτα από τον χωρισμό του με την προηγούμενή του σχέση. Η ανιαρή αυτή καθημερινότητα διακόπτεται όταν ξαφνικά ανακαλύπτει κάτι συνταρακτικό που του αλλάζει τη ζωή. «Τι θα γινόταν αν…» είναι το φιλοσοφικό ερώτημα γύρω από το οποίο χτίζεται το μυθιστόρημα, το οποίο διαβάζεται απνευστί, ιδιαίτερα αν ο αναγνώστης είναι λάτρης του «σωτακικού» σύμπαντος, όπως ο γράφων.