«Στο σύνθημα η Ζάκι ζει, η Ζάκι φαίνεται να καθίσταται ένα σύμβολο διασταυρώσεων ταυτοτήτων, που είναι ευάλωτο στην ελληνική κοινωνία, και ένα σύμβολο κοινών αγώνων διεκδίκησης στο ελληνικό ΛΟΑΤΚΙ φαντασιακό. Παρ όλα αυτά, φάνηκε σε πολλά από αυτά τα γεγονότα η ανάγκη για μία αναθεώρηση των πολιτικών και για μία ανάπτυξη διαθεματικής οπτικής, που δεν θα βασίζεται σε εσφαλμένες ή βεβιασμένες αφηγήσεις περί ενωμένης και ίσης «κοινότητας». Στο εσωτερικό του Εμείς υπήρξαν πράγματι συγκρούσεις ανάμεσα σε όλους τους παραπάνω χώρους, που υπογράμμισαν την ανάγκη ξεδιπλώματος του φαντασιακού των κοινοτήτων και ίσως μιας ειλικρινά διαθεματικής προσέγγισης των αγώνων.
Η δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου/της Ζάκι τον Σεπτέμβρη του 2018 συντάραξε ένα μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Για τις ΛΟΑΤΚΙ κοινότητες, φάνηκε να υπάρχει η ανάγκη συσπείρωσης και διαμαρτυρίας αλλά και ένας αναστοχασμός γύρω από το τι σημαίνει «ασφάλεια» και «κοινότητα», μέσω της διαχείρισης του προσωπικού και του δημόσιου πένθους».
Η έρευνα της Μαρίας Μάζη που έγινε στον απόηχο της δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου, με ενεργή συμμετοχή και της ίδιας της ερευνήτριας στις κινηματικές διαδικασίες, έρχεται να φωτίσει και να εξιστορήσει μια πολύ σημαντική στιγμή των ελληνικών κινηματικών διεκδικήσεων και της ορατότητας των ΛΟΑΤ(Κ)Ι ατόμων και ομάδων, τόσο στην ελληνική κοινωνία όσο και στον ίδιο τον κινηματικό χώρο. Ταυτόχρονα όμως αναδεικνύει και ζητήματα κοινών(;) αγώνων, αντικρουόμενων συμφερόντων, θεσμικής εμπλοκής και κινηματικού ανταγωνισμού. Ποιο είναι το Εμείς που αναδύθηκε μετά τη δολοφονία της Ζάκι; Πόσο ενιαίο είναι; Είναι τελικά ένα;
Όπως υποδεικνύει και ο υπότιτλος του έργου «Η ανάδυση ενός συλλογικού Εμείς μετά τη δολοφονία του Ζακ/της Ζάκι», η έρευνα της Μάζη παρακολουθεί κριτικά τη γέννηση ενός πολύπλευρου “Εμείς” απαρτισμένου από συλλογικότητες και άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ και μη που συσπειρώθηκαν στη βάση της αντίστασης και της ενάσκησης ενός δημοσίου πένθους αντίθετου στο εθνικό και έμφυλο φαντασιακό.
Παρόλο που σαν έρευνα θέτει διαυγώς την υπόθεση, τον ερευνητικό της σκοπό και τα ερωτήματα, αναλύει τη διαδικασία συνεντεύξεων και ακολουθεί δομημένη μεθοδολογία, η οποία βρίθει βιβλιογραφικών αναφορών και αναλύσεων, είναι ταυτόχρονα και μια έρευνα που δε θυμίζει σε τίποτα τις συνήθεις διπλωματικές εργασίες. Η Μάζη εμπλέκεται όχι μόνο ερευνητικά αλλά και συναισθηματικά / προσωπικά στη μελέτη της. (...) Όπως παραδέχεται, οι ρόλοι της ως μέλος της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και του κύκλου του Ζακ και ως ερευνήτριας εναλλάσσονται και εναγκαλίζονται. Η Μαρία βιώνει την απώλεια και συμμετέχει στο συλλογικό πένθος, η Μάζη καταγράφει το βίωμα σε συνάρτηση με το βίωμα άλλων στη συγκεκριμένη χωροχρονική στιγμή.
Η ανάδυση του Εμείς δεν είναι για τη Μάζη μια φυσική εξέλιξη μετά τη δολοφονία της Ζάκι, αλλά υψώθηκε ως αντίσταση στο κυρίαρχο αφήγημα που συνόδεψε το δημόσιο λιντσάρισμα. Προέκυψε από την ανάγκη των υποκειμένων να ενώσουν τη θλίψη και την οργή τους, σαν μία έκκληση για ενότητα, συνύπαρξη και αλληλοφροντίδα. Ήταν ένα πολυσύνθετο Εμείς, απαρτιζόμενο από επιμέρους οντότητες –ατομικές και συλλογικές- ενός ευρέος φάσματος του αναρχικού, του καλλιτεχνικού, του κουήρ και ΛΟΑΤ χώρου. Το Εμείς «επιτελέστηκε» κατά κάποιο τρόπο στις πορείες μνήμης από συμμετέχοντα άτομα που συνένωσαν τις βουλήσεις τους, αλλά ήταν βραχύβιο και δε μπόρεσε να εξασφαλίζει κοινούς αγώνες ούτε να δημιουργήσει έναν νέο κοινό χώρο για όλα.Υπήρχε πάντως ένα μικρότερο κουήρ Εμείςπου προσπάθησε να πενθήσει τη Ζάκι κόντρα στις εξισωτικές διαδηλώσεις που απάλειφαν κάποιες από τις ταυτότητές της και κόντρα στις «μάτσο» εκδηλώσεις οργής που διατάρασσαν την αίσθηση της ασφάλειας.
(αποσπάσματα από δημοσιευμένη κριτική στο online περιοδικό Εξώστης)
«Κάποια άτομα δεν μπορούν να γίνουν σύμβολο πένθους, αφού ποτέ δεν υπήρξαν στο κοινωνικό ως υποκείμενα αξία να ζήσουν.»
Αφήνω αυτό εδώ ως συμπέρασμα του σπαρακτικού αυτού αναγνώσματος. «Στο διάλο η οικογένεια στο διάλο και η πατρίς, η Ελλάδα να πεθάνει να ζήσουμε εμείς! »