«Μόνο μη μου ζητήσετε να λύσω το πρόβλημα της ατεκνίας», τους το ξέκοψε ο καπετάν Διαμαντής. «Το σπέρμα μου κουβαλάει πιο πολύ ιώδιο κι από τραυματιοφορέα. Το πιθανότερο είναι να γεμίσω το νησί γοργόνες…» Μια Χώρα πιο λευκή κι από νεκροταφείο Εσκιμώων. Μια μαύρη γάτα που περιπολεί στ’ ασβεστωμένα σοκάκια. Μια άδεια εκκλησία κι ένα φισκαρισμένο μπορντέλο. Μια καραβιά εξαφανισμένοι τουρίστες. Ένας σταυρός βυθισμένος στον πάτο του λιμανιού. Τρεις γαβάθες θανατερό τζατζίκι. Μια κλεμμένη σωβρακοφανέλα αγροφυλακής. Ένα δοχείο νυκτός γεμάτο παθιασμένα δάκρυα. Ένας απελπισμένος έρωτας. Μια διαολεμένη ναυτική βεντέτα. ΤΙ ΦΑΣΗ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΕΡΟΣ;
Το πιο κεφάτο, το πιο φευγάτο μυθιστόρημα που θα διαβάσετε αυτό το καλοκαίρι.
Ο Θοδωρής Παπαθεοδώρου γεννήθηκε στα Δίκαια του Έβρου και κατοικεί στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει δεκαέξι μυθιστορήματα ενηλίκων, τέσσερα μυθιστορήματα για παιδιά και δύο βιβλία για παιδιά πρώτης σχολικής ηλικίας, ενώ έχει συμμετάσχει σε τρεις συλλογές διηγημάτων.
Ασχολείται επίσης με τη συγγραφή σεναρίων και θεατρικών έργων. Το μυθιστόρημά του Το αστρολούλουδο του Βοσπόρου τιμήθηκε με το Βραβείο Καλύτερου Έργου Μνήμης 2003-2004 στο πλαίσιο του 20ού Πανελλήνιου Συμποσίου Ποίησης και Πεζογραφίας. Επίσης, το μυθιστόρημα Οι κόρες της λησμονιάς ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών – ΕΚΕΒΙ 2010, ενώ το Οι καιροί της μνήμης υποψήφιο για το ίδιο βραβείο το 2012, όπου και κατέλαβε τη δεύτερη θέση στις ψήφους των αναγνωστών και των Λεσχών Ανάγνωσης.
Ο Θοδωρής Παπαθεοδώρου έχει γράψει και τα πολιτικά θρίλερ Sφαγείο Sαλονίκης και Μαύρη αυγή με το ψευδώνυμο Θάνος Δραγούμης.
Σ’ ένα απόμερο νησί του Αιγαίου που η λειψυδρία, η υπογεννητικότητα και η έλλειψη τουριστικής κίνησης έχει οδηγήσει το μέρος σε διαμάχες και συγκρούσεις. Ο παπά Λάμπρος καθημερινά προσεύχεται για την γέννηση νέων παιδιών, ο δήμαρχος αναμένει κόσμο που θα φέρει χρήμα στον τόπο και ο κρυφός έρωτας δύο νέων παιδιών συνθέτουν ένα μυθιστόρημα που ακροβατεί μεταξύ κωμωδίας και δράματος.
Ο Θοδωρής Παπαθεοδώρου πειραματίστηκε σε κάτι καινούργιο. Άφησε για λίγο τα ιστορικά μυθιστορήματα και μας χάρισε μία ιστορία άκρως καλοκαιρινή και με ωραίες δόσεις βιτριολικού χιούμορ. Τα πρόσωπα της ιστορίας μας είναι οι γνωστές φυσιογνωμίες που θα γνωρίσει ο καθένας μας σε ένα μικρό τόπο. Από την μία έχουμε την στενομυαλιά και την θρησκοληψία που έρχεται σε σύγκρουση με την πρόοδο που επιδιώκουν οι υπόλοιποι κάτοικοι της νήσου.
Απόλαυσα το ανάγνωσμα γιατί με ταξίδεψε και ήρθα αντιμέτωπος με αρκετές κωμικοτραγικές καταστάσεις. Αυτό που έμεινε στο τέλος είναι ότι με την καλή διάθεση μπορούμε να υπερνικήσουμε τα εμπόδια και να αμβλύνουμε τις διαφορές μας με τον πλησίον και να μονοιάσουμε ακόμα και με ανθρώπους που είναι αντίθετοι με μας.
Γλυκό, χιουμοριστικό, συγκινητικό και άκρως καλοκαιρινό.
Η νήσος Θέρος βρίσκεται σε κάποιο ελληνικό πέλαγος και μαστίζεται από λειψυδρία και υπογεννητικότητα. Οι κάτοικοι είναι οι κλασικοί χαρακτήρες που συναντάει κανείς σ’ ένα τέτοιο νησί. Κάποιοι κουτοπόνηροι και άλλοι αφελείς, κάποιοι ζουν πλουσιοπάροχα και κάποιοι όχι, ξέρουν τα πάντα ο ένας για τον άλλον (ή σχεδόν) και δε διστάζουν να στήσουν πλεκτάνες, να ρουφιανέψουν, να «φακελώσουν». Γιατί μισεί ο καπετάν-Διαμαντής τον Λεονάρδο τον μηχανικό; Πώς έφτασε στο νησί ο ερημίτης Ησύχιος και γιατί αγιοποιήθηκε; Τι πραγματικά φταίει που στη Θέρο δεν πατάει τουρίστας; Για ποιον τραγουδάει η Ερασμία κάθε βράδυ στο λιμάνι και γιατί τον περιμένει ακόμη εις βάρος της νιότης της; Πώς γίνεται μια γάτα να εθιστεί στο κρασί της Θείας Κοινωνίας; Τι σατανικό σχέδιο συνέλαβε ο νους του αγροφύλακα για να επιτελεστεί έγκλημα στο νησί κι επιτέλους να ανοίξει σταθμός χωροφυλακής, φυσικά μ’ εκείνον επικεφαλής; Ναι αλλά πότε θα ευοδωθεί το σχέδιό του που πάει από τη μια κωμική αναποδιά στην άλλη (καημένη Μπαρμπάτσαινα, τυχαίο παράδειγμα!); Αυτά και άλλα ερωτήματα απαντώνται στο νέο μυθιστόρημα του Θοδωρή Παπαθεοδώρου με κωμικό στυλ και αξέχαστες σκηνές που αντικατοπτρίζουν τη μέση ελληνική πραγματικότητα.
Ο αγαπημένος μου συγγραφέας δοκιμάζεται στο χιούμορ και στην κωμωδία και τα καταφέρνει πολύ καλά γιατί έχει διαλέξει προσεκτικά κι έχει σκιαγραφήσει αδρά τους χαρακτήρες του, έχει καταστρώσει μια ενδιαφέρουσα πλοκή γεμάτη ρεαλιστικές ανατροπές κι έχει πασπαλίσει το κείμενό του με διακριτικά καλολογικά στοιχεία. Δεν είναι ένα βιβλίο που τα ισοπεδώνει όλα, μιας και ο ρεαλισμός καραδοκεί σε κάθε κεφάλαιο, το γέλιο όμως βγαίνει αβίαστα από τις εξελίξεις και από τις αντιδράσεις των ηρώων απέναντι σε αυτές, οι οποίοι ήρωες δρουν άλλοτε αυθόρμητα, άλλοτε απερίσκεπτα, άλλοτε αποφασισμένα, άλλοτε με άψογη οργάνωση ενός σχεδίου που δεν πήγε και τόσο καλά. Μια πανσπερμία αντρών και γυναικών περπατούν, ψωνίζουν, χαζολογούν στον καφενέ, κουτσομπολεύουν, λοιδωρούν, βρίσκονται σε λάθος σημείο τη λάθος στιγμή, κάνουν γκάφες, ερωτεύονται αυτούς που δεν πρέπει, νυχτοπερπατούν, κρύβουν μυστικά αλλά πάνω απ’ όλα προσεύχονται και εξομολογούνται. Ποιον να πρωτοξεχωρίσω, ποιον να πρωτοαγαπήσω; Ο ιερέας παπα-Λάμπρος ζει πάνω από πενήντα χρόνια στο νησί και λειτουργεί στην εκκλησία του Αγίου Παταπίου, πληρώνει τις αγορές του με προκαταβολικές αφέσεις αμαρτιών και ρεζερβέ στασίδια, έχει έναν πρωτότυπο καταδότη που του μαρτυράει καταλεπτώς κάθε αμάρτημα των κολασμένων ενοριτών του, με απολαυστικότατους και ξεκαρδιστικούς διαλόγους μεταξύ τους και βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά σε προσφορές από τον καθολικό ναό του Αγίου Φραγκίσκου για να μην του κλέψει το ποίμνιο (ποιο ποίμνιο δηλαδή, τρεις είναι οι φανατικές γριές): «…η μάχη για τον προσηλυτισμό του ολιγάριθμου ποιμνίου της νήσου μαινόταν σκληρή ανάμεσα στους δύο ιερείς με αμφίρροπα αποτελέσματα. Οι τρεις γριές, εκμεταλλευόμενες στο έπακρο τις εκάστοτε προσφορές, άλλαζαν ναό πιο τακτικά κι από ψηφοφόρο παραμονές εκλογών» (σελ. 16). Τροφαντά μαξιλάρια και βελούδινα προσκέφαλα ο ένας, βαλεριάνα στο αντίδωρο ο άλλος! Στο πλάι του ο καμπούρης καντηλανάφτης Αντρέας, που η χρόνια διαμάχη που λυσσομανά ανάμεσα σε αυτόν και στον Ηρακλή, στο μοναδικό αλλά αδηφάγο ποντίκι του Αγίου Παταπίου, φτάνει σε επίπεδα τακτικού πολέμου, με τη μοναδική γάτα του νησιού, τη Γενοβέφα, να είναι βαθιά ερωτευμένη με τον Ηρακλή και εκείνος να της ψήνει το ψάρι στα χείλη.
Αν φύγουμε από τον ιερό χώρο που θυμιατίζεται με λιβάνι και κάτι ανομολόγητο όταν αυτό σώνεται και δεν έχουμε καράβι, στρέφουμε τη ματιά μας στην Εκάτη, πρώην θεατρίνα που επέστρεψε στον γενέθλιο τόπο της για να ανεβάζει παραστάσεις ποιητικών μονολόγων, με αποτέλεσμα να θεραπεύσει την αϋπνία των ανωτέρω γραϊδίων. Ο ναύαρχος Θεμιστοκλής, απόγονος των μπουρλοτιέρηδων του Αιγαίου, ο δήμαρχος Επαμεινώνδας και η σύζυγός του Τερψιχόρη, «κλασικό παράδειγμα αποτυχημένου ζευγαριού με πετυχημένο γάμο» (σελ. 35), ο φαρμακοποιός Σαράντης που μπερδεύει σκοπίμως την επιστήμη με τον κομπογιαννιτισμό και ζει με τη Λεμονιά, την κόρη του περιβολάρη, ο φαροφύλακας Κορώνης που προσλήφθηκε την ημέρα που ο δήμαρχος εγκαινίασε το αυτόματο σύστημα φωτισμού (οκκκκ….), ο δάσκαλος Σωκράτης, που πρώτη φορά ξεκινάει τη χρονιά χωρίς μαθητές μετά τα τρίδυμα αγόρια που τέλειωσαν πέρυσι και τώρα «το απολυτήριο στολίζει τη στάνη τους», η νηπιαγωγός Μελίνα, η οποία, τώρα που το νηπιαγωγείο έχει πάψει να δέχεται παιδιά, αποσκοπεί στο καφενείο της Θέκλας στην πλατεία, ο πλοιοκτήτης καπετάν-Διαμαντής, πατέρας της Μαρίνας, απόγονος οικογένειας που διαφεντεύει και δυναστεύει το νησί, κάνοντάς το να χορεύει στους ρυθμούς των δικών του επιθυμιών και πολλοί άλλοι ζουν αξέχαστες στιγμές γεμάτες γέλιο και αναπάντεχες εκπλήξεις!
Το νησί είναι απομονωμένο, χωρίς τηλεόραση λόγω έλλειψης σήματος, χωρίς νυχτερινή ζωή, κι ενώ κάποτε είχε τρομερή γονιμότητα κι ας έφευγαν οι νέοι στα καράβια, αυτή η αύξηση του πληθυσμού σταμάτησε αιφνιδιαστικά. Στην προσπάθειά του να βρει την αιτία της κατάρας ο παπα-Λάμπρος στρέφει τη ματιά του στον κομμουνιστή του νησιού, έναν εξηντάρη ήρεμο και άκακο άντρα, που «Η μόνη επανάσταση που μπορεί τώρα να κάνει τώρα πλέον είναι να μην πάρει τα χάπια για την ουρία του» (σελ. 30) αλλά «Την ίδια πρωινή ώρα ο σύντροφος Όμηρος κοιτούσε κατηφής τα δυο κοπάδια του. Τις γίδες του από τη μια μεριά και τα τρία παιδιά του από την άλλη» (σελ. 189). Από την άλλη, ο δήμαρχος κατηγορεί τον ερημίτη Ησύχιο, που το μέρος του είναι γεμάτο παστά ψάρια και η μπόχα του θυμίζει αμπάρι νορβηγικού αλιευτικού. Ποιος έχει δίκιο και ποιος κάνει λάθος; Με μερικά πρωθύστερα μαθαίνουμε για το παρελθόν των περισσότερων κατοίκων και για την ιστορία του νησιού που γέμισε με «μικρούς ερωτικούς θανάτους», κάτι που εμπλουτίζει τις εξελίξεις και παρουσιάζει ολοκληρωμένους χαρακτήρες. Εν τω μεταξύ το χιούμορ εμφανίζεται αναπάντεχα και δεν είναι καθόλου ρηχό:«-Ώρες ώρες νιώθω σαν τον Σίσυφο… -Είσαι τυχερός, του απάντησε εκείνος ήρεμα δείχνοντας τα βράχια και τις κοτρόνες που περίζωναν τη Χώρα. Ζεις σ’ έναν τόπο που δε θα σου λείψει ποτέ η δουλειά» (σελ. 130).
Διασκεδαστικά, σχεδόν αυτοτελή κεφάλαια που ξεδιπλώνουν διάφορες και διαφορετικές πτυχές ενός νησιού καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους συγκροτούν ένα κείμενο που προκαλεί χαμόγελα, παίζει με τις λέξεις, ακροβατεί ανάμεσα στην απαισιοδοξία και την κουτοπονηριά και αποκρυσταλλώνει όχι μόνο την τουριστική εικόνα που έχουμε στο μυαλό μας για ένα νησί αλλά και κάθε πτυχή της δύσκολης καθημερινότητας σε αυτό με μια πιο ανάλαφρη ματιά, με χαρακτήρες που όλοι έχουμε συναντήσει κάποτε στη ζωή μας κι όχι απαραίτητα μόνο το καλοκαίρι! «Το μόνο πράγμα που μπορείς να σκοτώσεις σ’ αυτό το κωλόνησο είναι τα όνειρά σου» (σελ. 130), εκτός κι αν τριγυρίζεις νύχτα που έχει πιο ενδιαφέρον γιατί τότε γίνονται τα ανομολόγητα, επισυνάπτονται συμφωνίες, βγαίνουν στην επιφάνεια απωθημένα, εξυφαίνονται σχέδια, πόρτες ανοίγουν και σπίτια κλείνουν!
Καλωσορίσατε στο «Νήσος Θέρος», έναν τόπο όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν εκτός από το να πατήσει το πόδι του τουρίστας! Έχουμε μια ανήσυχη για τη λειψυδρία, για την υπογεννητικότητα και για τα άλλα δεινά κοινωνία που ακροβατεί ανάμεσα στη θρησκοληψία και την πρόοδο, που παρατηρεί τα πάντα (ή σχεδόν, γιατί δυστυχώς το βράδυ γίνονται πάρα πολλά) και που αποτελείται από λογιών λογιών προσωπικότητες, κάτι που εγείρει το ενδιαφέρον και αυξάνει την αγωνία από κεφάλαιο σε κεφάλαιο όσο προχωράνε τα γεγονότα και πλησιάζουμε σ’ ένα τέλος αισιόδοξο και απόλυτα ταιριαστό με τις μέρες μας. Ο Θοδωρής Παπαθεοδώρου έγραψε ένα διαφορετικό μυθιστόρημα γεμάτο ενδιαφέρουσες ιδέες, εξελίξεις που προκαλούν άφθονο γέλιο και κάποιες σκέψεις που περνάνε υποδόρια ανάμεσα από τις γραμμές ενεργοποιώντας αθόρυβα τον προβληματισμό γύρω από τις καταστάσεις που ζωντανεύουν με τη μοναδική πένα του συγγραφέα.
Αν για κάτι είναι γνωστός ο Θοδωρής Παπαθεοδώρου, αυτό είναι αναμφίβολα τα εξαιρετικά καλογραμμένα ιστορικά του μυθιστορήματα, τα οποία τείνουν να μας ταξιδεύουν στον χώρο και στον χρόνο, να μας συστήνουν γοητευτικούς ανθρώπους που μοιράζονται μαζί τους τη μοίρα και το πεπρωμένο τους, ακόμα και τα βάσανά τους, διδάσκοντάς μας, ακόμα, και γεγονότα που είτε δεν τα γνωρίσαμε μέσα απ' τα σχολικά μας βιβλία, είτε που προβάλλονται μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα που δεν είχαμε αναλογιστεί μέχρι εκείνη τη στιγμή. Σε κάθε περίπτωση, το αναγνωστικό κοινό λατρεύει τα βιβλία του αυτά, και όχι άδικα, με τον ίδιο, φέτος το καλοκαίρι, ν' αποφασίζει ν' απομακρυνθεί για λίγο απ' αυτά, προσφέροντάς μας ένα βιβλίο πολύ διαφορετικό απ' ό,τι μας έχει συνηθίσει και που αποτελεί στοίχημα για τον ίδιο. Το ζήτημα είναι, το κέρδισε τελικά;
Πρώτα απ' όλα θέλω να πω ένα μεγάλο "μπράβο" στον συγγραφέα, που δεν μένει κολλημένος στις ταμπέλες που οι διάφοροι του έχουν φορέσει (ανάμεσά τους κι εγώ, δεν κρύβομαι) και που τόλμησε να μας δείξει τις συγγραφικές του δεξιότητες έξω από τα αυστηρά πλαίσια του ιστορικού μυθιστορήματος. Προσωπικά, πιστεύω ακράδαντα πως ο κάθε δημιουργός, άσχετα απ' το αν έχει ταυτιστεί με ένα συγκεκριμένο είδος ή και μοτίβο, έχει κάθε δικαίωμα να πειραματιστεί και με άλλα είδη, να δοκιμάσει νέα πράγματα και ν' ακολουθήσει όχι μόνο την έμπνευσή του μια δεδομένη στιγμή, αλλά και την αίσθηση της δημιουργίας που λαχταρά η καρδούλα του. Αυτό μπορεί να "ενοχλήσει" κάποιους, εντός κι εκτός εισαγωγικών, αλλά οι δημιουργοί πρέπει να είναι πρώτα εκείνοι ευχαριστημένοι με το έργο του και μετά όλοι οι άλλοι.
Ο συγγραφέας μάς "ταξιδεύει" σε ένα μικρό κι απόμερο νησί, κάπου στο Αιγαίο, οι κάτοικοι του οποίου έρχονται σε αρκετές συγκρούσεις. Οι λόγοι, πολλοί, ανάμεσά τους η υπογεννητικότητα, η λειψυδρία, η σαφώς μειωμένη τουριστική κίνηση που προκαλεί οικονομικά προβλήματα στον τόπο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη "μάχη" ανάμεσα σε εκείνους που τα μυαλά τους είναι κολλημένα στις αντιλήψεις, στις θρησκοληψίες και τις πεποιθήσεις ενός παρελθόντος που έχει περάσει ανεπιστρεπτί και σε εκείνους που θεωρούν πως θα πρέπει ν' ακολουθήσουν τις επιταγές του σήμερα και να εξελιχθούν, όχι για να παραστήσουν τους προχωρημένους, αλλά γιατί αντιλαμβάνονται πως δεν μπορεί να υπάρξει πρόοδος αν δεν υπάρξουν αλλαγές.
Η αφήγηση εμπεριέχει αρκετά φολκόρ στοιχεία, όλα εμπνευσμένα από τις ελληνικές επαρχίες, που όχι μόνο δεν φαντάζουν παράξενα ή και παρωχημένα στα μάτια μας, αλλά που ξυπνούν μνήμες, ιδίως από τα παιδικά μας χρόνια. Τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην ιστορία αυτή δεν είναι ξένα, αλλά ιδιαίτερα οικεία σε εμάς καθώς, λιγότερο ή περισσότερο, όλοι μας τα έχουμε συναντήσει στην πορεία της ζωής μας κι έχουμε συναναστραφεί μαζί τους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Το βιβλίο ακροβατεί ανάμεσα στην κωμωδία και στο δράμα, φέρνοντας τους ήρωές μας αντιμέτωπους με μια πληθώρα κωμικοτραγικών καταστάσεων, που σε ένα πρώτο επίπεδο καταφέρνουν να σε διασκεδάσουν, και σε ένα δεύτερο, λίγο βαθύτερο, καταφέρνουν να σε φέρουν αντιμέτωπο με ουσιαστικότερες σκέψεις ή και προβληματισμούς. Σε κάθε περίπτωση, η ανάγνωσή του αποδεικνύεται ιδιαίτερα διασκεδαστική, ενώ σου θυμίζει πως κανέναν χάσμα δεν είναι αρκετά μεγάλο, αρκεί να έχουμε την πρόθεση να το καλύψουμε.
«Μια καλύβα γεμάτη γέλια είναι πιο πλούσια από ένα παλάτι γεμάτο θλίψη.» (σελίδα 9)
Σας καλωσορίζουμε στο νησιώτικο «Καφέ της Χαράς», στη νήσο Θέρο, ένα απομονωμένο νησάκι του Αιγαίου με μόλις 333 κατοίκους. Η Χώρα είναι πιο λευκή κι από νεκροταφείο Εσκιμώων και έχει πιο πολλά σκαλιά κι από τον πύργο της Βαβέλ. Τα κύρια προβλήματα που αντιμετωπίζει η Θέρος είναι η ατεκνία, η λειψυδρία και η έλλειψη τουριστών, πράγμα που σημαίνει οικονομική δυσχέρεια.
Πρωταγωνιστές της ιστορίας μας είναι οι κάτοικοι του νησιού: ο ορθόδοξος παπά-Λάμπρος, που προσπαθεί με νύχια και με δόντια να κρατήσει τους πιστούς στην εκκλησία για να μην πάνε σε αυτή του καθολικού ιερέα. Ο καμπούρης καντηλανάφτης Αντρέας. Η γάτα Γενοβέφα, που τα βράδια εκτελεί χρέη κατασκόπου, εκ μέρους του παπά Λάμπρου, ώστε να ξέρει σε τι αμαρτίες υποκύπτουν οι πιστοί του. Ο δήμαρχος Επαμεινώνδας, ο αγροφύλακας Μελέτης, ο φαρμακοποιός Σαράντης, ο δάσκαλος Σωκράτης, η νηπιαγωγός Μελίνα, η καφετζού Θέκλα, η μαντάμ Λουκρητία, ο ξενοδόχος Γαβρίλης, ο Λέανδρος και ο γιος του Ερνέστος, ο καπετάν Διαμαντής, η κόρη του Μαρίνα και ο ασκητής Ησύχιος.
Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι, αντί να λύνονται, γιγαντώνονται και κάθε φορά προστίθενται και νέα, με αποτέλεσμα οι συνεχείς τσακωμοί, συγκρούσεις, λογομαχίες και διαπληκτισμοί να διατηρούν διαρκώς τεταμένη την ατμόσφαιρα στο νησί. Όλα πάνε από το κακό στο χειρότερο. Η μια αναποδιά διαδέχεται την άλλη. Θα δουν οι κάτοικοι της Θέρου μια άσπρη μέρα ή τους περιμένουν και άλλες δυσάρεστες εκπλήξεις;
❓Ποιος ευθύνεται για όλα τα προβλήματα; Τι μπορούν να κάνουν οι κάτοικοι για να ξορκίσουν το κακό; Τι κρύβεται στις σκιές του παρελθόντος; Γιατί δυο νέοι άνθρωποι που αγαπιούνται παράφορα, ζουν τον έρωτά τους κρυφά και μόνο μέσα στις σκιές της νύχτας;
«Νήσος Θέρος» είναι ένα κοινωνικό βιβλίο, που κινείται ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία και γεννάει στους αναγνώστες ποικίλα και αντικρουόμενα συναισθήματα. Χαρά, λύπη, γέλιο, κλάμα, απελπισία, αγάπη, μίσος, φόβο, ελπίδα. Η πλοκή είναι ενδιαφέρουσα, με πολλές εκπλήξεις και ανατροπές. Οι χαρακτήρες, αν και πολλοί, είναι ιδιαίτεροι, ξεχωριστοί και άρτια σκιαγραφημένοι. Κωμικοτραγικές καταστάσεις, τραγελαφικά γεγονότα, πανέξυπνες ατάκες, ξεκαρδιστικές παρομοιώσεις, ευφυέστατοι διάλογοι, γεμάτοι σπιρτάδα και χιούμορ και με ένα φινάλε συγκινητικό και διδακτικό, το βιβλίο αυτό θα σας κρατήσει την πιο ευχάριστη συντροφιά τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού και όχι μόνο.
Νήσος Θέρος. Ένα νησί κάπου στο πουθενά με ασβεστωμένα σπίτια με μπλε παράθυρα. Ένα νησί χωρίς μικρά παιδιά, χωρίς τουρίστες, με έλλειψη νερού. Ένα νησί καταραμένο; Ή μήπως όχι; Μήπως φταίει ο σταυρός που χάθηκε στο βυθό της θάλασσας;
Η οικογένεια Μπουκουβάλα διαφεντεύει το νησί εδώ και πολλές γενιές. Μια οικογένεια που έχει στιγματιστεί από αρκετούς θανάτους. Ο Διαμαντής, ο εναπομείναντας αρχηγός της οικογένειας, γεννήθηκε το βράδυ του μεγάλου σεισμού. Το παλιρροιακό κύμα που σηκώθηκε βούλιαξε το καράβι του καπετάνιου πατέρα του τη στιγμή που η μάνα του ξεψυχούσε στη γέννα. Το μωρό μεγάλωσε με την αυστηρή γιαγιά Αδαμαντία που του έδωσε το όνομά της.
Στα 20, ο Διαμαντής ακολουθησε το πεπρωμένο της οικογένειας. Μπάρκαρε και όταν γύρισε έφερε μαζί με τη μεγάλη περιουσία, την πολυαγαπημένη του Ζεχρά. Η γιαγιά δεν είδε με καλό μάτι την άφιξη της νύφης της. Οι κατάρες στην οικογένεια θα συνεχιστούν και η καρδιά του Διαμαντή θα σπάσει. Τα χρόνια θα περάσουν και πολλά θα αλλάξουν. Η Μαρίνα με τη μελωδική φωνή, ο έρωτας για τον Ερνέστο και η παλιά βεντέτα. Η δύναμη της αγάπης είναι το πιο ισχυρό γιατροσόφι. Θα βοηθήσει άραγε η αγάπη να αλλάξουν τα πράγματα στην οικογένεια Μπουκουβάλα αλλά και σε ολάκερο το νησι; Ένα πάντως είναι σίγουρο. Σε αυτό το νησί όλα μπορούν να συμβούν.
Πρόκειται για ένα απολαυστικό βιβλίο πολύ διαφορετικό από όσα μας έχει συνηθίσει ο Θοδωρής Παπαθεοδώρου με χιούμορ και ωραίες ανατροπές. Υπήρχαν σημεία στα οποία γέλασα και άλλα στα οποία συγκινήθηκα. Σίγουρα με ταξίδεψε και με έκανε να θέλω να ετοιμάσω βαλ��τσες για κάποιο κυκλαδίτικο νησί.
Ο Θοδωρής Παπαθεοδώρου, πολύ πετυχημένος συγγραφέας ιστορικών μυθιστορημάτων και αστυνομικής λογοτεχνίας (με το ψευδώνυμο Θάνος Δραγούμης), τώρα δοκιμάζεται στην κωμωδία. Το αποτέλεσμα είναι εξίσου πετυχημένο! Απολαύστε το!
Γρήγορο βιβλίο, έγινε αρκετά κουραστικό ανά φάσεις αλλά είχε και κάπως πλάκα. Το διάβαζα κι ήταν σα να βλέπω σειρά του Mega να συμβαίνει (οριακά μπορούσα να μαντέψω ποιος θα έπαιζε ποιον χαρακτήρα).
Από άποψη πλοκής θα έβαζα 2.5 στα 5, αλλά είναι σχετικά καλογραμμένο και με πολλούς χαρακτήρες, οπότε ας είναι.
Διαβάζοντας το νομίζεις ότι βλέπεις ολοζώντανα τα γεγονότα να συμβαίνουν μπροστά σου. Δεν έχει κάποια ιδιαίτερη ιστορία,ούτε καθόλου αγωνία παρόλα αυτά δεν το άφησα από τα χέρια μου. Απολαυστική η κάθε σελίδα. Ένα πολύ ανάλαφρο καλοκαιρινό μυθιστόρημα!
Γενικά χαρακτηρίζεται σαν κωμικό κεφάτο ανάλαφρο μυθιστόρημα. Διαβάζοντας το ένοιωσα μια μελαγχολία και πιο πολύ μου μοιάζει για μαύρη κωμωδία αν θεωρείται κωμωδία. Το τέλος γλυκό κι ελπιδοφόρο. Μακάρι να ίσχυε αυτό και στη ζωή.
Κλισέ χαρακτήρες σε μια ιστορία γκρικ φολκλόρ και χιούμορ για θέιους που τους αρέσει να κάθονται με τη νεολαία. Και να φανταστείς μου το πρότειναν γιατί μου αρέσει ο Τομ Ρόμπινς...!
Οταν κανω γεμιστα για καποιο λογο δε βγαινουν σα της μητερας μου. Η μητερα μου κανει γεμιστα, εγω κανω ντοματες με ρυζι. Δε ξερω γιατι.
Αυτο το βιβλιο ειναι κατι αντιστοιχο αλλα με τις ελληνικες ταινιες. Εχουν και τα δυο τα τα ιδια στοιχεια, κοινωνικο σχολιασμο, χιουμορ, σατυρα, δυνατους ερωτες. Τα υλικα της συνταγης ειναι ιδια αλλα, σε αντιθεση με τις ελληνικες ταινιες, δε του βγαινει και τοσο καλο. Προκυπτει κατι ανοστο που δεν εχει δεσει το ιδιο καλα.
Δε βαριεσαι καλουλη ειναι. Μια χαρα χαζομαριτσα να διαβασεις στη παραλια το καλοκαιρι. Το πηρα 10 ευρω σε εκπτωση και το διαβασα στη σιφνο, περασα καλα. Εγκρινω.