Η κουνελότρυπα των τελευταίων χρόνων με έριξε στα ημερολογιακά τετράδια του Βάτσλαφ Νιζίνσκι, ένα βιβλίο εξαντλημένο (κρίμα! Πρόκειται για πραγματικά εντυπωσιακά προσεγμένη έκδοση, γεμάτη με τρομερές πληροφορίες, αναλύσεις, βαθιές προσπάθειες κατανόησης, με ευγένεια και ανθρωπιά), για το οποίο δεν έχω να σας δώσω κανέναν ‘καλό’ λόγο να το διαβάσετε, όσοι κυνηγάτε την ‘καλή λογοτεχνία’.
Εγώ έχω τη δικιά μου κουνελότρυπα επιλογών, εσείς τη δικιά σας – εάν αυτές συνορεύουν, τότε ίσως να το αναζητήσετε, διότι παρά τον σπασμένο, σε άπειρα μέρη, λόγο του Νιζίνσκι, ίσως να υπάρχει κάποιο κέρδος. Προσωπικό, αόρατο και δύσκολο στην κατανόηση, αλλά αναμφισβήτητα, ψυχικό κέρδος. Το δικό μου ήταν: Πόσο σκληρή είναι η ζωή!· στο τέλος του βιβλίου –όταν πια ο πονοκέφαλος του αναγνώστη μπορεί να καταπιεί τη γη- φιγουράρουν πίνακες και σκίτσα όπου σημαντικές προσωπικότητες της εποχής, ζωγράφισαν τον βασιλιά του μπαλέτου. Πόσο λεπτή είναι η γραμμή της κοινωνίας, ανάμεσα στην αποθέωση και στο γύρισμα του ψυχρού ώμου.
Μάλλον συναισθηματισμοί – άρα ατόφιο καλό κέρδος για να αποκτήσει κανείς από ένα βιβλίο. Ταπεινό και μεγαλομανές αντικείμενο, κυρίως όμως μαγικό, εάν σκεφτεί κανείς πως το παραλήρημα ενός ανθρώπου διασώθηκε - και τώρα, σήμερα, εμείς από την άλλη πλευρά της γης μπορούμε να διαβάζουμε μικρές φωτεινές εκλάμψεις μέσα στο πελώριο σκοτεινό του. Μπορούμε να διαβάζουμε την απογύμνωση του, μιας και σε αυτό το σημείο ο χορευτής των αιώνων δεν θα μπορούσε να νοιαστεί για την αρετή των καλών τρόπων. Ελεύθερος και ψυχικά διαμελισμένος, παραδέχεται χαρωπά το μίσος για την πεθερά του, την αγάπη για τον Θεό του, την ανησυχία για την αγωνία της γυναίκας του, ενώ επιμένει πως θα ήθελε να δώσει τα ρούχα του στα φτωχά παιδιά, παρά την απέχθειά του στα δώρα. Αγάπη για το όρος Σινά, για τους μουζίκους, για τα μπαούλα. Δεν θέλει λέει να φάει σκοτωμένα ζώα, λέει, φοβάται τον θάνατο. Λέει πως ο Νίτσε τρελάθηκε γιατί κατάλαβε πως «δεν έγραψε τίποτα καλό».
Σκέψεις, αναμνήσεις, συναισθήματα, όλα σαν μια τελευταία, μακρά, πυρετωδώς γραμμένη, χορογραφία συνειρμών.
(Σας θυμίζω πως στο ίδιο πνεύμα, κυκλοφορεί από τις εκδύσεις Κοβάλτιο το «Περί τρέλας», μικρά κείμενα των Αντονέν Αρτώ, Βιρτζίνια Γουλφ, Φρήντριχ Νίτσε, Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Μαίρη Σέλλεϋ σε μετάφραση Λαμπριάνα Οικονόμου – Μιχάλης Παπαντωνόπουλος)
Πως ξεκινάνε τα ημερολόγια του Νιζίνσκι:
«ΓΕΥΜΑΤΙΣΑ ΩΡΑΙΑ: ἔφαγα δυὸ αὐγά βραστά μαζί με πατάτες τηγανητὲς καὶ κουκιά. Μοῦ ἀρέσουν τὰ κουκιὰ ἀλλὰ εἶναι ξερά. Δὲν μοῦ ἀρέσουν τὰ ξερὰ κουκιά, γιατὶ δὲν ὑπάρχει ζωὴ μέσα τους. Ἡ Ἐλβετία εἶναι ἄρρωστη, γιατὶ εἶναι γεμάτη βουνά. Στὴν Ἐλβετία οἱ ἄνθρωποι εἶναι ξεροὶ γιατὶ δὲν ὑπάρχει ζωὴ μέσα τους. Ἔχω μιὰ καμαριέρα ξερή, ἐπειδὴ (δεν) αἰσθάνεται. Σκέφτεται πολύ, γιατὶ στὸ προηγούμενο μέρος ποὺ δούλευε γιὰ καιρό, τὴν ἀποξέραναν. Δὲν ἀγαπῶ τὴ Ζυρίχη, γιατί εἶναι μιὰ ξερὴ πόλη, μὲ πολλὰ ἐργοστάσια καὶ ἐπιχειρηματίες. Δὲν μοῦ ἀρέσουν οἱ στεγνοὶ ἄνθρωποι, γι' αὐτὸ δὲν μοῦ ἀρέσουν οἱ ἐπιχειρηματίες.»
Κλείνοντας, στο παρακάτω κείμενο ο Σεφέρης καταγράφει την εντύπωση του για τον Νιζίνσκι:
«Παρουσιάστηκε καθώς κοίταζα στο τζάκι μου τ’ αναμμένα κάρβουνα.
Κρατούσε στα χέρια ένα μεγάλο κουτί κόκκινα σπίρτα. Μου το ’δειξε σαν τους ταχυδακτυλουργούς που βγάζουν από τη μύτη του διπλανού μας ένα αυγό. Τράβηξε ένα σπίρτο, έβαλε φωτιά στο κουτί, χάθηκε πίσω από μια πελώρια φλόγα, κι ύστερα στάθηκε μπροστά μου.
Θυμάμαι το βυσσινί του χαμόγελο και τα γυαλένια του μάτια. Ένα οργανέτο στο δρόμο χτυπούσε ολοένα την ίδια νότα. Δεν ξέρω να πω τί φορούσε. Μ’ έκανε να συλλογίζομαι επίμονα ένα πορφυρό κυπαρίσσι. Σιγά σιγά τα χέρια του άρχισαν να ξεχωρίζουν από το τεντωμένο του κορμί σε σταυρό. Από πού μαζεύτηκαν τόσα πουλιά; Θα ’λεγες πως τα είχε κρυμμένα κάτω από τις φτερούγες του.
Πετούσαν αδέξια, παλαβά, με ορμή· χτυπούσαν πάνω στους τοίχους της στενής κάμαρας, πάνω στα τζάμια, και στρώνανε το πάτωμα σα χτυπημένα. Ένιωθα στα πόδια ένα ζεστό στρώμα από πούπουλα και σφυγμούς να φουσκώνει.
Τον κοίταζα με μια παράξενη θέρμη που κυρίευε το κορμί μου σαν κυκλοφορία. Όταν τελείωσε να υψώνει τα χέρια, όταν οι παλάμες του άγγιξαν η μια την άλλη, έκανε ένα ξαφνικό πήδημα, σα να είχε σπάσει το ελατήριο του ρολογιού μπροστά μου. Χτύπησε στο ταβάνι που ήχησε μονοκόμματα μ’ έναν ήχο κυμβάλου, τέντωσε το δεξί του χέρι, έπιασε το σύρμα της λάμπας, κουνήθηκε λιγάκι, αφέθηκε, κι άρχισε να γράφει μέσα στο σκοτεινό φως, με το κορμί του, τον αριθμό 8.
Το θέαμα αυτό με ζάλισε και σκέπασα με τα δυο μου χέρια το πρόσωπό μου. Έσφιγγα το σκοτάδι πάνω στα βλέφαρά μου, ακούγοντας το οργανέτο που εξακολουθούσε ακόμη στην ίδια νότα κι έπειτα σταμάτησε απότομα. Ένας ξαφνικός αέρας με χτύπησε, παγωμένος. Ένιωσα τα πόδια μου ξυλιασμένα. Άκουσα ακόμη ένα χαμηλό και βελουδένιο ήχο φλογέρας, κι αμέσως έπειτα, ένα στρωτό και παχύ πλατάγισμα. Άνοιξα τα μάτια. Τον είδα πάλι να πατά με τα νύχια σε μια κρουσταλλένια σφαίρα, στη μέση της κάμαρας, κρατώντας στο στόμα ένα αλλόκοτο πράσινο σουραύλι, που το κυβερνούσαν τα δάχτυλά του, σα να ήταν εφτά χιλιάδες. Τα πουλιά τώρα ξαναζωντάνευαν με μια εξωφρενική τάξη, υψωνόντουσαν, σμίγανε, σχηματίζανε μια χοντρή συνοδεία που θα μπορούσες να την αγκαλιάσεις, και βγαίναν προς τη νύχτα, από το παράθυρο, που, δεν ξέρω πώς, βρέθηκε ανοιχτό.
Όταν δεν απόμεινε πια ούτε μισή φτερούγα, εκτός από μια πνιγερή μυρωδιά κυνηγιού, αποφάσισα να τον κοιτάξω κατά πρόσωπο. Πρόσωπο δεν υπήρχε· πάνω από το πορφυρό κορμί, θα ’λεγες ακέφαλο, καμάρωνε μια μαλαματένια προσωπίδα, από εκείνες που βρέθηκαν στους μυκηναϊκούς τάφους, μ’ ένα μυτερό γένι που άγγιζε την τραχηλιά. Προσπάθησα να σηκωθώ. Δεν είχα κάνει την πρώτη κίνηση, κι ένας κατακλυσμιαίος ήχος, σα να είχαν σωριαστεί μια στοίβα τάσια σε νεκρώσιμο εμβατήριο, με κάρφωσε στη θέση μου.
Ήταν η προσωπίδα. Το πρόσωπό του φανερώθηκε πάλι, όπως το είδα στην αρχή, τα μάτια, το χαμόγελο και κάτι που τώρα παρατηρούσα για πρώτη φορά: το λευκό δέρμα τεντωμένο από δυο κατάμαυρα τσουλούφια που το δάγκωναν μπροστά στ’ αυτιά. Δοκίμασε να πηδήξει, μα δεν είχε πια την ευκινησία του την πρώτη. Θαρρώ μάλιστα πως σκόνταψε σ’ ένα βιβλίο πεσμένο κατά τύχη και γονάτισε με το ένα γόνατο. Μπορούσα τώρα να τον κοιτάξω με προσοχή. Έβλεπα τους πόρους στο δέρμα του να βγάζουν ψιλές στάλες ιδρώτα. Κάτι σα λαχάνιασμα με βάραινε. Προσπάθησα να εξηγήσω γιατί τα μάτια του μου είχαν φανεί τόσο περίεργα. Τα ’κλεισε. Έκανε να σηκωθεί, μα θα ήταν τρομερά δύσκολο, γιατί φαινόταν ν’ αγωνίζεται να μαζέψει όλη του τη δύναμη, χωρίς να μπορεί να καταφέρει τίποτε. Απεναντίας γονάτισε και με το άλλο γόνατο. Έβλεπα το άσπρο δέρμα τρομερά χλωμό, προς ένα κίτρινο φιλντισί, και τα μαύρα μαλλιά σαν πεθαμένα. Μολονότι βρισκόμουνα μπροστά σε μιαν αγωνία, είχα το συναίσθημα πως ήμουνα καλύτερα, πως είχα κάτι νικήσει. Δεν πρόφταξα να ανασάνω και τον είδα, ολότελα πεσμένο χάμω, να βυθίζεται μέσα σε μια πράσινη παγόδα που είναι ζωγραφισμένη πάνω στο χαλί μου.»