Δηλαδή, οι Σπαρτιάτες δεν πετούσαν παιδιά στον Καιάδα; Ο Μέγας Αλέξανδρος δεν έκοψε τον Γόρδιο Δεσμό; Θα μας πείτε και ότι δεν λάτρευαν όλοι οι Βυζαντινοί τον τελευταίο τους αυτοκράτορα; Δεν σχεδίασε την Αγία Σοφία μια μέλισσα; Ούτε το Κρυφό Σχολειό υπήρξε ποτέ; Ούτε ο χορός του Ζαλόγγου; Ούτε για τους εμφυλίους της Επανάστασης ευθύνεται η διχόνοια των Ελλήνων; Τα αγγλικά δάνεια τελικά βοήθησαν την Επανάσταση; Δεν δημιούργησε το ΙΚΑ ο Μεταξάς; Δεν αφορίστηκε ποτέ ο Καζαντζάκης; Το γαρίφαλο του Μπελογιάννη δεν ήταν κόκκινο; Το σαμποτάζ του Έβρου δεν έγινε με ζάχαρη στα ρεζερβουάρ των τανκς; Αλήθεια, ούτε ο Τσόρτσιλ είπε πως «οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες»; Ούτε ο Θεοδωράκης μάς κάλεσε να επιλέξουμε «Καραμανλής ή τανκς»; Δεν έγραψε ο Ρίτσος για τα τανκς που «χορεύουν στους δρόμους της Πράγας»; Ούτε ο Ανδρέας Παπανδρέου είπε πρώτος πως «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» ούτε ανοιγόκλεισε το «χρονοντούλαπο της Ιστορίας»; Σε λίγο θα μας πείτε ότι ο Καποδίστριας δεν έκανε τεχνάσματα για να μάθουμε να τρώμε πατάτες, ότι ο Αϊνστάιν δεν έκλεψε τη θεωρία της σχετικότητας από τον Καραθεοδωρή και ότι ούτε χάσαμε για μία ψήφο την ευκαιρία να μιλάνε ελληνικά οι Αμερικάνοι. Μα γιατί μισείτε τόσο πολύ τους μύθους μας;
Ο Σταύρος Παναγιωτίδης γεννήθηκε το 1982 στη Θεσσαλονίκη. Είναι πτυχιούχος Κοινωνιολογίας του Παντείου πανεπιστημίου και έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας. Είναι διδάκτορας Σύγχρονης Ιστορίας. Ζει στην Αθήνα.
Κατά κανόνα, τυπικό ή άτυπο, τα non-fiction βιβλία τα θεωρούμε χρήσιμα. Επίσης κατά κανόνα, είναι. Μπορούν, όμως, να είναι και απολαυστικά όταν τα διαβάζεις. Όπως τούτο εδώ το βιβλιαράκι.
Με πολύ απλό τρόπο (εκλαϊκευση αφού), ο Παναγιωτίδης παραθέτει μεν γεγονότα που θεωρούμε ότι έγιναν, αλλά -μάντεψε- δεν συνέβησαν, το μεγάλο ατού του βιβλίου, όμως, είναι άλλο. Και δεν είναι κρυφό, φαίνεται στον τίτλο, σε αυτό το "άβολες αλήθειες της ελληνικής ιστορίας".
Βλέπεις, μαζί με τον συγγραφέα αποδομείς εκείνα τα ιστορικά fake news (hello propaganda my old friend) που "τρέφουν" το εθνικό μας αφήγημα. Μπακαλίστικα, οι άλλοι προσπαθούν να μας αποτάξουν αλλά εμείς πάντα αντιστέκονταν ηρωικά. Και ξανά μανά από την αρχή και βάλε και τους εσωτερικούς εχθρούς και, τέλος πάντων, ε σαν κάπως να μην καταφέραμε να υψώσουμε το πραγματικό ανάστημά μας.
Το να αμφισβητείς δημιουργικά την ιστορία δεν είναι κακό. Ίσα ίσα, μάλλον είναι αναγκαίο. Ευτυχώς που υπάρχουν άνθρωποι σαν τον Παναγιωτίδη που μας βοηθάνε να ξεβολευτούμε (αρκεί να το θέλουμε, φυσικά).
Είναι ένα ενδιαφέρον εγχειρίδιο, ειδικά για όσους πιστεύουν και διαδίδουν τέτοιους μύθους ακόμα. Παρόλα αυτά, στη πλειοψηφία τους τα αναφερόμενα κεφάλαια τα συναντά κανείς και στο διαδίκτυο και για αυτό το βιβλίο θυμίζει περισσότερο, μια συγκέντρωση αυτών του διαδικτύου, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις πλατειαζει ή αποκλίνει από το αρχικό θέμα του κάθε τίτλου ή αφήνει και αμφιβολίες για την ακρίβειά τους. Απο την άλλη, υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις οι οποίες λείπουν, ενώ οι παραπομπές είναι ενδεικτικές και όχι ακριβείς σε κάθε περίπτωση.
Δεν ανακαλύπτει τον τροχό αλλά είναι στην σωστή κατεύθυνση . Στη χώρα αυτή θέλει θάρρος για να πεις κάποιες άβολες αλήθειες που θα χαλάσουν εθνικά αφηγήματα . Θα μπορούσε να ήταν λίγο πιο αναλυτικό με κανονικές διαστάσεις γιατί κακά τα ψέματα για κάποιον βιβλιόφιλο το μέγεθος pocket δεν είναι και ότι καλύτερο . Μόνο για αυτό το λόγο ένα 1 αστεράκι κομμένο .
Από τα πρώτα βιβλία που ολοκλήρωσα το 2024, μου άρεσε πολύ καθώς παρά τη μικρή έκταση, συσσωρεύει πολλές πληροφορίες και το κυριότερο, με σωστή και επαρκή διερεύνηση και τεκμηρίωση! Το προτείνω τόσο σε φίλους της ιστορίας όσο και σε όσους ενδιαφέρονται για την αλήθεια πίσω από τους μύθους.
Πολύ ωραία δουλεία και συγκροτημένη έρευνα. Χρειαζόταν ένα τέτοιο βιβλίο που, σε συνδυασμό με άλλα, συμβάλλουν στη διάλυση μύθων. Προσδοκώ και στη συνέχεια, γιατί είναι αρκετά ακόμη που πρέπει να τοποθετηθούν στην αληθινή τους διάσταση.
Κι επειδή δεν έγινε ψηφοφορία για την καθιέρωση της ελληνικής ως επίσημης γλώσσας στις ΗΠΑ, κι επειδή ο Καζαντζάκης δεν αφορίστηκε ακριβώς (αλλά και δεν έτυχε της καλύτερης αποδοχής), κι επειδή ο Ρίτσος δεν έγραψε στίχο για τα τανκς που χορεύουν στην Πράγα ούτε ο Θεοδωράκης είχε σύνθημα Καραμανλής ή τανκς, ούτε ο Μεταξάς είπε όχι, ούτε το γαρύφαλλο του Μπελογιάννη ήταν κόκκινο στο χρώμα, και για πολλές άλλες ιστορίες που πέρασαν στη συλλογική μνήμη ως αλήθειες χωρίς να είναι έτσι (ακριβώς), το βιβλίο του Παναγιωτίδη είναι ένα χρησιμότατο εγχειρίδιο για αυτό που λέει ο τίτλος, για στιγμές της ιστορίας μας και για τον ρόλο γνωστών ή άγνωστων προσώπων στη διαμόρφωση μύθων που άλλους βόλευαν κι άλλους ξεβόλευαν.
Μικρό συμπαθητικό βιβλίο για το οποίο που δεν χρειάζεται να πω περισσότερα από όσα λέει το οπισθόφυλλο.
Οι Σπαρτιάτες δεν πετούσαν παιδιά στον Καιάδα. Ο Μέγας Αλέξανδρος δεν έκοψε τον Γόρδιο Δεσμό. Δεν λάτρευαν όλοι οι Βυζαντινοί τον τελευταίο τους αυτοκράτορα. Ούτε το Κρυφό Σχολειό υπήρξε ποτέ. Ούτε ο χορός του Ζαλόγγου. Δεν αφορίστηκε ποτέ ο Καζαντζάκης Ο Καποδίστριας δεν έκανε τεχνάσματα για να μάθουμε να τρώμε πατάτες. Και ούτε χάσαμε για μία ψήφο την ευκαιρία να μιλάνε ελληνικά οι Αμερικάνοι.
Αυτοί είναι λίγοι από τοὺς μύθους που καταρρίπτει ο συγγραφέας που λίγο πολύ όλοι ξέρουμε ως ιστορία και όχι ως μύθους.
Έχω στη βιβλιοθήκη μου φρεσκοαγορασμένο και το δεύτερο βιβλίο και ανυπομονώ να το διαβάσω.
Θυμάμαι ακόμα την απορία μου πριν από χρόνια όταν διάβασα σε μία εφημερίδα ότι το Κρυφό Σχολειό ήταν μύθος. Είναι δυνατόν; Και ο φημισμένος πίνακας; Και τα σκετς που παίζαμε στο σχολείο, σκυφτοί κοιτάζοντας φοβισμένοι την πόρτα μη φανεί ο Τούρκος; Μεγαλώσαμε, γαλουχηθήκαμε μ' αυτούς τους μύθους θεωρώντας τους αυταπόδεικτες αλήθειες. Πολύ το χάρηκα αυτό το βιβλιαράκι. Τα περισσότερα "γεγονότα που όλοι γνωρίζουμε , αλλά ποτέ δεν συνέβησαν " τα ήξερα ήδη, μερικά τα συναντούσα για πρώτη φορά. Πολύ ωραίο που είναι συγκεντρωμένα σε ένα βιβλίο καλογραμμένο, ευκολοανάγνωστο, χωρίς διδακτισμούς, φανατισμούς και ειρωνείες. Μακάρι να είχε περισσότερα (ίσως σε επόμενη έκδοση;) και μακάρι να μοιραζόταν στο σχολείο με το μάθημα της Ιστορίας!
Οι Έλληνες, όπως και κάθε λαός, έχουν εθνοπλαστικούς μύθους που συμβάλλουν στη διαμόρφωση και την παγίωση εθνικού πνεύματος. Ωστόσο, όπως, όταν μεγαλώνουμε, παύουμε να πιστεύουμε πως τα δώρα της πρωτοχρονιάς τα φέρνει ο Άϊ-Βασίλης, έτσι και όταν ενηλικιωνόμαστε ως λαός (πρέπει να) παύουμε να δεχόμαστε αβασάνιστα τους διαφόρους μύθους που ακούμε από την παιδική μας ηλικία. Γι’ αυτό και είναι αξιέπαινη η προσπάθεια του Σταύρου Παναγιωτίδη να ανασκευάσει πολλούς από τους μύθους με τους οποίους γαλουχηθήκαμε ως άτομα και ως λαός. Και το καταφέρνει αυτό εξετάζοντάς τους μεθοδικά και ανατρέχοντας σε παλιότερες μελέτες και δημοσιεύσεις – πράγμα για το οποίο του αξίζει ιδιαίτερος έπαινος: έχω βαρεθεί να διαβάζω δημοσιεύματα που υποστηρίζουν την άλφα ή την βήτα θέση χωρίς βιβλιογραφία ή με παραπομπές αποκλειστικά σε άρθρα του ίδιου του συγγραφέα.
Ιστορία είναι κάτι που γνωρίζουμε. Το γνωρίζουμε όμως σωστά; Ο Σταύρος Παναγιωτίδης συγκέντρωσε ιστορικά γεγονότα που στη συνείδησή μας τα έχουμε παρανοήσει στο νέο του βιβλίο «Μύθοι, παρεξηγήσεις και άβολες αλήθειες της ελληνικής ιστορίας. Μικρές αφηγήσεις για γεγονότα που όλοι γνωρίζουμε, αλλά ποτέ δεν συνέβησαν» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.
Μάλλον ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσουν όλοι, όσο κι αν μπορεί να δημιουργήσει περίεργα συναισθήματα. 4 κι όχι 5 αστέρια γιατί κάποιες ελάχιστες λεπτομέρειες παραμένουν σκιώδεις και στα όρια του speculation που λένε και στο χωριό μου.
Χαίρομαι πολύ που κυκλοφορεί ένα τέτοιο συνοπτικό εγχειρίδιο από έλληνα συγγραφέα-ερευνητή!Αν και δεν έχω διαβάσει το δεύτερο μέρος (που κυκλοφόρησε πρόσφατα),είναι αρκετά ενδιαφέρον ο τρόπος προσέγγισης και προβολής της αλήθειας που διδαχτήκαμε εμείς,ως απόφοιτοι Ιστορίας και Αρχαιολογίας, στο πανεπιστήμιο,ενώ στη δημόσια Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια εκπαίδευση προβάλλονται κυρίως οι "μύθοι" που καταρίπτονται με αυτές τις εκδόσεις...Θα μου πείτε,μα γιατί δεν διδάσκονται όλα όσα λέγονται στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση,και θα σας απαντήσω ότι αρχικά δεν γνωρίζω το λόγο,και στη συνέχεια ότι δεν έχω ιδέα ποιος επιμελείται τα σχολικά εγχειρίδια.Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Παναγιωτίδης μέσα στο βιβλίο του τον Χάρη Αθανασιάδη,ο οποίος είναι ένας εξαιρετικός μελετητής των ιστορικών εγχειριδίων στη χώρα μας και αξίζει να αναζητήσετε την εργογραφία του.Προσωπικά λοιπόν,αν και και το παρόν βιβλίο δεν μου πρόσφερε κάποια καινούρια γνώση,το θεωρώ ενδιαφέρουσα επιλογή για ένα πρώτο βήμα στην προσωπική ανάγνωση ή αναζήτηση του καθενός γύρω από την Ιστορία.Λόγος κατανοητός και σωστά δομημένος και κυρίως ένα ύφος που σέβεται τον αναγνώστη,σε αντίθεση με τη γραφή του Παπακώστα με την οποία ήρθα πρόσφατα σε επαφή και ένιωσα θιγμένη διαβάζοντας την...
Ένα αρκετά ενδιαφέρον βιβλίο, που ενώ ουσιαστικά είναι ιστορικό, δεν σε κάνει να αισθάνεσαι ότι διαβάζεις, για να δώσεις Ιστορία Πανελληνίων (αν και η αναφορά στο αγγλικό, το γαλλικό και το ρωσικό κόμμα, μού ξύπνησε κάποιο μετατραυματικό).
Θα έλεγα ότι, για να το απολαύσεις, απαιτείται απλά ένα μίνιμουμ ιστορικών γνώσεων, ακόμα και σχολικού επιπέδου, ώστε όντως να δεις να καταρρίπτονται μύθοι, που αντιλαμβανόσουν μέχρι τωρά ως αλήθειες.
Σημαντικό ατού του είναι πως δεν έχει ένα κακώς εννοούμενο διδακτικό ύφος. Αντιθέτως ο συγγραφέας αφιερώνει χρόνο όχι μόνο στο να καταρρίψει τον μύθο και να αποκαλύψει την πραγματικότητα, αλλά και στο να μάς εξηγήσει πώς ακριβώς φτάσαμε να μαθαίνουμε και να πιστεύουμε τον εκάστοτε μύθο.
Υπάρχει κάτι, που με «χάλασε»; Ναι, αλλά είναι ξεκάθαρα θέμα προσωπικών ενδιαφερόντων και γούστου. Το βιβλίο αφιερώνει ένα σημαντικό μέρος του σε μύθους γύρω από την Ελληνική Επανάσταση και τα μεθεόρτια της, που εμένα ποτέ δεν με τρέλαινε ως ιστορική περίοδο. Θα προτιμούσα ξεκάθαρα περισσότερες σελίδες για την αρχαιότητα και το Βυζάντιο. Καταευχαριστήθηκα, βέβαια, τα κομμάτια για το 20ό αιώνα.
Πατριώτες και χριστιανοί μακριά… Εξαιρετικό βιβλίο που αποκαθιστά πολλές ιστορικές ανακρίβειες. Βέβαια από το μύθο του «έλληνα» σβήνει πολλά και μερικοί θα σφιχτούς. Είναι αλήθεια ότι μοιάζει και λόγω μεγέθους και ύφους σαν ένα ωραία άρθρα ενός site εξού και τα 4 αστέρια. Πάντως για pool book( καθώς το διάβασα όλο παρά την πισίνα) ήταν εξαιρετικό.
Ευκολοδιάβαστο και με απλή, κατανοητή γλώσσα. Είχε αρκετό ενδιαφέρον και με έκανε να ψάξω περαιτέρω μόνη μου, αρκετά από αυτά που διάβασα. Ωστόσο, προσωπικά θα προτιμούσα να έχει τις πηγές για κάθε κεφάλαιο στο ίδιο το κεφάλαιο και όχι στο τέλος και μερικές από τις πηγές να είναι λίγο πιο συγκεκριμένες. Σίγουρα αξίζει μια ανάγνωση!
«Μύθοι, αλήθειες και παρεξηγήσεις της Ελληνικής Ιστορίας». Παρουσίασα τα 2 βιβλία του συγγραφέα στις 27/03/25 στο βιβλιοπωλείο Πυξίδα, της Χίου
Δεν θα αρνηθεί κανείς ότι τα βιβλία που, ενώ γράφουν για σημαντικά ζητήματα, απευθύνονται στο ευρύ κοινό αποτελούν πάντα μία ενδιαφέρουσα πρόταση αγοράς.
Μου αρέσει το ότι δεν χρειάζεσαι εξειδικευμένες γνώσεις για να τα διαβάσεις, όμως …. μπορούν να γίνουν αφετηρία για σημαντικό προβληματισμό και… εμβάθυνση. Δυο τέτοια βιβλία κρατώ σήμερα στα χέρια μου, γραμμένα από τον Σταύρο Παναγιωτίδη.
Το πρώτο έχει τίτλο «Μύθοι, αλήθειες και παρεξηγήσεις της Ελληνικής Ιστορίας».
Και το δεύτερο είναι η συνέχεια του, η οποία προέκυψε μετά την τεράστια επιτυχία του πρώτου.
Τα βιβλία αποδομούν μια σειρά από ιστορικούς μύθους, γύρω στους 75, στους οποίους πιστεύει πάρα πολύς κόσμος και οι οποίοι αναπαράγονται σε συζητήσεις είτε δια ζώσης είτε στο διαδίκτυο.
Διαβάζοντάς τα, μεταξύ άλλων θα προβληματιστείτε για τον «πραγματικό» λόγο που οι Χιώτες πήγαιναν δυο δύο, αν ο Όμηρος ήταν όντως Χιώτης, για την προέλευση του Πυθαγορείου θεωρήματος και αν οι καλύτερες πατάτες ήταν αυτές που φυλάσσονταν σε μια πλατεία με εντολή του Καποδίστρια. Σίγουρα πάντως οι πατάτες είναι πιο νόστιμες από τα βελανίδια που «έτρωγαν οι Ευρωπαίοι».
Είναι σχεδόν αδύνατον να παρουσιαστούν και να αναλυθούν τόσα ιστορικά γεγονότα σε ένα απόγευμα και ακόμα και αν αυτό ήταν εφικτό, σίγουρα δεν είμαι ο πιο κατάλληλος να το κάνω αφού δεν είμαι ιστορικός ή κοινωνιολόγος. Είμαι τακτικός αναγνώστης βιβλίων μη μυθοπλασίας και με αυτήν την ιδιότητα θα μιλήσω. Θα μιλήσω για την εμπειρία μου. Δηλαδή αίσθηση που πήρα, την οπτική που μου δημιουργήθηκε, τα συναισθήματα που βίωσα μα κυρίως τους προβληματισμούς και τα ερωτήματα που μου γεννήθηκαν διαβάζοντας αυτά τα βιβλία. Και ελπίζω να σας δημιουργηθεί η επιθυμία να τα διαβάσετε και να τα απολαύσετε όπως εγώ.
Και ξεκινάω με την πρώτη σκέψη που μου ήρθε διαβάζοντας τα teaser στο οπισθόφυλλο των βιβλίων.
Είναι όλες οι ιστορίες που διηγείται για ελαφριές συζητήσεις
ή
για παθιασμένες διαφωνίες;
Είναι οι μύθοι τους οποίους αποδομεί ο κ.Παναγιωτίδης αθώοι και ακίνδυνοι;
ή
μήπως η διαιώνιση τους συνιστά ενδεχομένως ατραπό για επικίνδυνες χειραγωγήσεις;
Τις προάλλες έβλεπα ένα βίντεο σε δημοφιλές μέσο κοινωνικής δικτύωσης, στο οποίο μια Γερμανίδα καθηγήτρια Ιστορίας μιλούσε για τον νεοφασισμό και μεταξύ άλλων πρότεινε στους θεατές της να διαβάσουν το βιβλίο Fascism του Βρετανού Ιστορικού Roger Griffin για να καταλάβουν τι είναι, και τι δεν είναι φασισμός. Ο Γερμανοί, τουλάχιστον οι πιο καλλιεργημένοι, ως λαός έχουν συμπεριφορές που μαρτυρούν ότι, κουβαλούν τη συλλογική ενοχή και το τραύμα του Ναζισμού. Είναι βαθιά ευαισθητοποιημένοι και αντιδρούν όποτε εμφανιστούν ίχνη ροπής προς τον φασισμό. Επειδή μου άρεσε η ανάλυση της καθηγήτριας, έσπευσα να διαβάσω το βιβλίο, το οποίο αποτελεί μια κριτική ανάλυση για την ιστορική εξέλιξη της αντίληψης του φασισμού.
Καταλήγει στο ότι o φασισμός είναι «πολ��τική ιδεολογία, του οποίου ο μυθικός πυρήνας στις διάφορες παραλλαγές του είναι μια παλιγγενετική μορφή λαϊκιστικού υπερεθνικισμού».
Η λέξη παλιγγενετική δεν μου ήταν άγνωστη, φαντάζομαι ότι ούτε και σε σας είναι, μια και την ακούμε από παιδάκια στις ομιλίες των εθνικών εορτών.
Η ανάμνηση μιας παλαιότερης χρυσής εποχής για την χώρα και η φαντασίωση της επιστροφής σε αυτήν, δηλαδή η εθνική αναγέννηση. Η παλιγγενεσία είναι βασικό στοιχείο για την εμφάνιση του φασισμού.
Αυτή η φαντασίωση στις εθνικές εορτές εμφανίζεται συχνά με τη μορφή εθνικών μύθων όπως αυτόν του μαρμαρωμένου βασιλιά που παίρνει την Πόλη και την Αγιά Σοφιά, η οποία είναι ιστορικά δική μας και έχουμε το δικαίωμα να την πάρουμε πίσω. Τίποτα κακό δεν κάνουμε, παρά το ιστορικό μας καθήκον απέναντι στους προγόνους.
Και πως θα μπορούσε να είναι κακό κάτι τέτοιο, αφού σε 3.000 χρόνια ιστορίας, δώσαμε τα φώτα του πολιτισμού και ανακαλύψαμε τα πάντα. Σε τίποτα δεν μας πρόλαβαν οι Σουμέριοι, οι Αιγύπτιοι, οι Φοίνικες και οι Άραβες. Οι δε Ευρωπαίοι της Αναγέννησης, βρήκαν την ευκαιρία να σφετεριστούν όλη την Αρχαία γνώση όσο ήμασταν υπόδουλοι των Τούρκων και δεν παρήγαγαν καμία δική τους πρωτότυπη επιστημονική σκέψη ή πολιτισμό.
Επίσης δεν κάναμε ποτέ κατακτητικούς πολέμους, αντίθετα εκπολιτίσαμε βαρβάρους και απελευθερώσαμε ιερά χώματα, αμυνόμαστε διαρκώς έναντι σε αναρίθμητους εισβολείς που νιώθουν διαχρονικά κόμπλεξ για την λαμπρή μας ιστορία και αν δεν ήταν η διχόνοια (το μόνο μας αρνητικό), ολόκληρος ο πλανήτης θα ήταν γαλανόλευκος.
Εμείς άγιοι και φωτισμένοι, οι άλλοι αδίστακτοι και βάρβαροι.
Αυτή λίγο πολύ μπορεί να είναι η ιστορική μας οπτική, μετά από 12 χρόνια επίπονου χτισίματος εθνικής ταυτότητας στο σχολείο, και αυτό το χτίσιμο μπορεί να συνεχιστεί και στο Πανεπιστήμιο. Αυτή η οπτική ίσως παραμένει αν δεν έχουμε την τύχη να πέσουν στα χέρια μας βιβλία όπως του κυρίου Παναγιωτίδη. Για μένα το πρώτο βιβλίο τέτοιου είδους ήταν το «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830-1974 του Β. Ραφαηλίδη. Είναι ένα βιβλίο το οποίο έχει βοηθήσει πολύ κόσμο να αλλάξει οπτική και σε μένα προσωπικά, όταν το τράβηξα από το ράφι ενός βιβλιοπωλείου στα 17 μου.
Οι «Μύθοι, παρεξηγήσεις και άβολες αλήθειες της Ελληνικής Ιστορίας» του Σταύρου Παναγιωτίδη αναφέρονται σχεδόν σε ολόκληρο το φάσμα της Ελληνικής Ιστορίας και όχι μόνο την περίοδο με την οποία ασχολήθηκε ο Ραφαηλίδης. Αυτά τα δύο βιβλία έρχονται υπό μία έννοια, να συμπληρώσουν το κενό που αφήνει το βιβλίο του Ραφαηλίδη αλλά έχουν και άλλα δύο χαρακτηριστικά.
1.Μεγαλύτερη ιδεολογική ουδετερότητα και
2. Περισσότερα γεγονότα και με πιο περιεκτικό τρόπο.
Ρίχνουν φως σε μεγάλο αριθμό ιστορικών γεγονότων που έχουν υποστεί κάποια διαστρέβλωση ή έχουν κυριολεκτικά εφευρεθεί, αφού δεν συνέβησαν ποτέ. Διαβάζοντας τα μπορεί κανείς να εντοπίσει τα μοτίβα που εξυφαίνουν τον Ελληνικό υπερεθνικισμό και παράλληλα να αποκτήσει ερέθισμα να ψάξει περαιτέρω. Από τα παραρτήματα τους μπορεί κανείς να εντοπίσει βιβλιογραφικές αναφορές και να αναζητήσει την τεκμηρίωση πίσω από τα γεγονότα καθώς και ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες.
Όμως για μένα, από τα πιο σημαντικά οφέλη που προσφέρουν στον αναγνώστη τα βιβλία του κυρίου Παναγιωτίδη είναι καταφέρνουν να βάλουν στο μυαλό του αρκετά ερωτήματα.
· Από πού μαθαίνουμε τελικά ιστορία;
· Με ποιους σκοπούς;
· Από ποιες ιδεολογικές οπτικές
· Πως μας κάνει να αισθανόμαστε η ιστορία που μαθαίνουμε;
· Ποιο είναι το πρόβλημα με τους μύθους;
· Γιατί τείνουμε να διαστρεβλώνουμε την ιστορία;
· Γιατί αισθανόμαστε άβολα με τις αλήθειες;
Ο συγγραφέας δίνει πολιτικές, κοινωνιολογικές αλλά και ψυχολογικές ερμηνείες γύρω από την υιοθέτηση διαστρεβλωμένων εκδοχών των ιστορικών γεγονότων. Χαρακτηριστικά γράφει: « Στους νεότερους χρόνους γεννήθηκαν τα έθνη. Με επίκεντρο τα έθνη οι άνθρωποι σήμερα ορίζουν την ταυτότητα και τις επιθυμίες τους. Πείθονται περισσότερο από τις ιστορικές αφηγήσεις που χαϊδεύουν αυτήν την ταυτότητα την εθνική και εχθρεύονται όσες την πλήττουν»
Αυτό είναι εμφανές στην πολωτική σφαίρα των μέσω κοινωνικής δικτύωσης. Οποιαδήποτε τεκμηριωμένη άποψη ξεφεύγει από τους εθνικούς μύθους που μας κάνουν να αισθανόμαστε υπερηφάνεια, γίνεται αντικείμενο εξοργισμένων αντιδράσεων και χλευασμού. Ο αντίλογος συγκροτείται με επιχειρήματα αντλημένα από τις εθνικές εορτές και τα εγχειρίδια ιστορίας του δημοτικού τα οποία είχαν γραφτεί πριν από μισό αιώνα και τις δραματοποιήσεις του κινηματογράφου της περιόδου της Ελληνικής δικτατορίας.
Είναι τόσο έντονη η συναισθηματική φόρτιση που δημιουργεί η ετεροχρονισμένη οικειοποίηση της αίγλης του συλλογικού που κάνει αρκετό κόσμο να αντιλαμβάνεται ως προσβολή ακόμα και την διαφορετική απεικόνιση ή δραματοποίηση λογοτεχνικών έργων ή μυθολογικών προσώπων. Ορκισμένοι αμύντορες την αυθεντικότητας συχνά δεν γνωρίζουν ότι η παράδοση μπορεί να έχει επινοηθεί μεταγενέστερα, κάποιες φορές και από ακαδημαϊκούς ή καλλιτέχνες του εξωτερικού. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που αναφέρεται στο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο «Αρχαία τραγωδία εκ Γερμανίας» όπου διαβάζουμε πως ο τρόπος που ανεβαίνουν οι αρχαίες τραγωδίες προέρχεται από ερμηνείες και καινοτόμες εμπνεύσεις του Αυστριακού θεατρικού σκηνοθέτη Μαξ Ράινχαρτ ο οποίος σταδιοδρόμησε στην Γερμανία.
Ιστορικά η αντίληψη της ειδοποιού διαφοράς του εαυτού και του άλλου είναι σχεδόν πάντοτε συγκεχυμένη, αντιδανειακή και γεμάτη παλινωδίες αντιστοιχώντας κάθε φορά σε διαφορετικό στιγμιότυπο μιας συνεχώς ανακατασκευαζόμενης ταυτότητας, σε ένα χωνευτήρι αυτοπροσδιορισμού και μη αντιληπτού ετεροπροσδιορισμού.
Άνθρωποι που δεν έχουν ιδέα τί είναι το DNA συχνά μιλούν για «φυλετική καθαρότητα» χωρίς να αντιλαμβάνονται την απόσταση των ισχυρισμών τους από την ιστορική και επιστημονική πραγματικότητα και την ολίσθηση τους στον ρατσισμό τύπου «άριας φυλής»
Μαθαίνουμε από τα βιβλία του κ. Παναγιωτίδη ότι σύμφωνα με την απογραφή της 28ης Απριλίου 1913 ο Ελληνικός πληθυσμός της Θεσσαλονίκης ανερχόταν στο 25% του σημερινού, κάτι που δεν θυμάμαι να το διδάχτηκα στο σχολείο. Επίσης μαθαίνουμε ότι η Θεσσαλονίκη είχε την δική της «νύχτα των κρυστάλλων» το βράδυ της 29ης 1931 όταν πυρπολήθηκε η Εβραϊκή Συνοικία Κάμπελ από την φασιστική οργάνωση 3Ε(Εθνική Ένωση Ελλάς) μέλη της οποίας επιτέθηκαν σε κατοίκους και προκάλεσαν τραυματισμούς και θανάτους.
Οι Έλληνες είμαστε πρώτοι σε όλα και έτσι ήμασταν και οι πρώτοι που απέκτησαν τον τιμητικό τίτλο «λαθρομετανάστης» στα τέλη του 19ου αιώνα στις ΗΠΑ όπως αναφέρει ο συγγραφέας. Όπως το αντιλαμβάνομαι διαβάζοντας το συγκεκριμένο κεφάλαιο από το δεύτεροι βιβλίο του συγγραφέα, ο τρόπος που αντιμετωπιστήκαμε τότε μας εφοδίασε με αρκετή τεχνογνωσία ώστε να εφαρμόσουμε αρκετές μεθόδους φιλοξενίας πρώτα στους δικούς μας Πόντιους και Σμυρνιούς πρόσφυγες και μετά στους αλλόθρησκους των 50 αποχρώσεων του μαύρου στους οποίους καταφέραμε επιτέλους να πασάρουμε τον όρο «λαθρομετανάστης» μετά από 3 σχεδόν γενιές εξαγνισμού λευκής υπεροχής στο Αμέρικα.
Συνήθως στο σχολείο βλέπουμε τα γεγονότα από έναν μακροσκοπικό φακό. Μεγάλες περίοδοι που τρέχουν γρήγορα, ποιος νίκησε, ποια εδάφη κατέκτησε, τι νόμους εφάρμοσε. Συχνά λείπουν τα κοινωνικά αίτια, οι οικονομικές συνθήκες, οι τεχνολογικές εξελίξεις που πυροδοτούν γεγονότα. Αλλά λείπει και το παρασκήνιο, οι προσωπογραφίες των πρωταγωνιστών. Και όσο λιγότερο αυτά είναι ταιριαστά με το αφήγημα στο οποίο ο ιστορικός προσπαθεί να δώσει ιδεολογική συνοχή, τόσο θεωρούνται «ανούσιες» λεπτομέρειες και παραλείπονται.
Συχνά οι δικοί μας δρώντες στα ιστορικά γεγονότα, μέσα από την εθνική αφήγηση, εμφανίζονται σαν ήρωες που φορούν φωτοστέφανο. Αν ήταν χαρακτήρες λογοτεχνικών βιβλίων θα μας φαίνονταν ανιαροί και επίπεδοι. Χωρίς υστερόβουλες προσωπικές ατζέντες ή σημαντικά ελαττώματα.
Αντίθετα τα βιβλία του Παναγιωτίδη αποκαλύπτουν τον διάβολο που βρίσκεται στις λεπτομέρειες. Ταξικές διελκυστίνδες, δούναι και λαβείν, συγκρουόμενα συμφέροντα, ιδεοληψίες, αντιφατικές προσωπικότητες με αρετές και κουσούρια, πατριωτισμός του όπου φυσάει ο άνεμος και όποτε πέφτει χρήμα. Είναι πραγματικά κατόρθωμα που ο συγγραφέας, μέσα σε λίγες σελίδες για το κάθε ιστορικό στιγμιότυπο καταφέρνει να δώσει τόσες οπτικές. Διαβάζεις τις ιστορίες και νιώθεις σαν να κρυφακούς όλα τα μυστικά που δεν έμαθες στο σχολείο. Σαν να παρατηρείς κρυμμένος πίσω από έναν βράχο.
Και είναι στιγμές αποκάλυψης, στιγμές έκπληξης, στιγμές προβληματισμού και τελικά όταν τελειώσεις έχεις βαδίσει έναν οδικό χάρτη αλλαγής κοσμοθεωρίας.
Και από τα δύο βιβλία αγαπημένα μου κεφάλαια είναι αυτά που περιγράφουν γλαφυρά της πληθωρικές προσωπικότητες του Καποδίστρια, του Κολοκοτρώνη, και των Μαυρομιχαλαίων.
Με λεπτό χιούμορ, και αυτό είναι κάτι που αρμόζει στην αποδόμηση των μύθων και των εξόφθαλμων υπερβολών ο συγγραφέας βοηθά τον αναγνώστη να απολαύσει αυτά που διαβάζει.
Δεν έχουμε πολλά τέτοια βιβλία. Και είναι χρήσιμα γιατί αποτελούν αντίβαρο στα fake news και ανάσχεση στο χτίσιμο του υπερεθνικισμού. Χωρίς αυτά απομακρύνεται το όραμα για μια χώρα που απαλλαγμένη από φαντασιακές αγκυλώσεις θα μπορέσει να βρει το μοντέλο παραγωγικής ανασυγκρότησης που ταιριάζει στα τωρινά της ισχυρά σημεία και θα μπορεί να παράγει σύγχρονο πολιτισμό.
Εκπαίδευση τελικά είναι μάλλον η ικανότητα μας να ξεμαθαίνουμε και αυτά τα βιβλία είναι μια καλή αρχή. Απαραίτητα για μαθητές, αλλά εξίσου χρήσιμα και για μας τους μεγάλους για να κατανοήσουμε την συλλογική μας ταυτότητα και την σχέση της με τις συλλογικές ταυτότητες άλλων ανθρώπων, χωρίς παραμορφωτικά πρίσματα.
Το δικό μου και πραγματικό κρυφό σχολειό θα ήταν να μπορούσα να διδάξω αυτά τα βιβλία στην τάξη μου.
Εξαιρετικό βιβλιαράκι αν και πολλές από τις αναφορές του τις γνώριζα ήδη. Τεκμηριώνει με επάρκεια και επιχειρήματα διάφορα fake news της ελληνικής ιστορίας πχ Κίσσινγκερ, Τσώρτσιλ, τις πατάτες του Καποδίστρια κλπ. Να το διαβάσετε.
Ένα πραγματικά απαραίτητο βιβλίο στην εγχώρια βιβλιογραφία, καθώς συγκεντρώνει και καταρρίπτει ψύχραιμα τους δημοφιλέστερους μύθους της ελληνικής ιστορίας (μπορείτε να δείτε αρκετούς από αυτούς στην παρουσίαση του βιβλίου στη σελίδα του Goodreads), κάποιοι από τους οποίους μπορεί να κυκλοφορούν εδώ και δεκαετίες, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς διαδόθηκαν -και διαδίδονται και σήμερα- ακόμη περισσότερο μέσω του διαδικτύου, δίνοντας σταθερά τονωτικές ενέσεις εθνικών στερεοτύπων, εθνικής υπερηφάνειας, αλλά και εθνικού αυτοοικτιρμού στην εθνικά ευαίσθητη ελληνική κοινωνία.
Ο Σταύρος Παναγιωτίδης γράφει με τόλμη, γνώση, νηφαλιότητα, σύντομο και στρωτό λόγο (διαβάζεται πραγματικά πολύ γρήγορα), χιούμορ και με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αποστασιοποίηση (ο ιδεολογικός τόνος του -στον βαθμό που γίνεται αντιληπτός- είναι σε δημοκρατική/φιλελεύθερη κατεύθυνση και σίγουρα όχι σε αριστερή, οπότε δύσκολα μπορεί κάποιος να τον κατηγορήσει ως «αντεθνικώς δρων κουμούνι»). Βάζει διαρκώς το δάχτυλο επί τον τύπο των ήλων και δεν λύνει μόνο ηθελημένες παρεξηγήσεις, αλλά συχνά προλαβαίνει με αντεπιχειρήματα και τις πιθανές αντιρρήσεις, ενώ ανιχνεύει σχεδόν πάντα και το ψήγμα αλήθειας που υπάρχει συνήθως πίσω από τον κάθε εθνικό μύθο -εκτός κι αν είναι απολύτως κατασκευασμένος ώστε να εξυπηρετηθεί ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό αφήγημα.
Το μόνο «αρνητικό» αυτού του βιβλίου, κοινό σε όλες τις αντίστοιχες προσπάθειες, είναι ότι απευθύνεται κατά βάση σε ανθρώπους ήδη -ή σχεδόν- πεισμένους ότι η εθνική αφήγηση είναι γεμάτη με βολικούς γι' αυτήν μύθους. Είναι μάλλον απίθανο να αλλάξουν γνώμη όσοι έχουν ήδη πιστέψει σε τέτοιους μύθους, γιατί αυτό θα ανέτρεπε πλήρως τον τρόπο που βλέπουν τον κόσμο. Γι' αυτούς, δυστυχώς, αληθές είναι το εθνικόν. Ακόμη κι έτσι όμως, το βιβλίο είναι πολύτιμο γιατί δίνει ένα ολόκληρο οπλοστάσιο επιχειρήματων απέναντί τους και μπορεί τουλάχιστον να κλονίσει τους αμφιταλαντευόμενους και, κυρίως, το μαθητικό και φοιτητικό κοινό (ειδικά στο σχολικό μάθημα της ιστορίας μπορεί να αποτελέσει απαραίτητο συμπλήρωμα).
Τέλος, εννοείται ότι βιβλία σαν κι αυτό μπορούν να εμπλουτίζονται σε νέες εκδόσεις τους (η εκδοτική επιτυχία του συγκεκριμένου τις εγγυάται) είτε με επιπλέον στοιχεία είτε με την κατάρριψη και άλλων μύθων. Για παράδειγμα, ως προς το πρώτο,θα μπορούσε να διαβάσουμε περισσότερα για τους όρους «Βυζάντιο» vs «Ρωμαϊκό κράτος/Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία», «Έλληνες» vs «Ρωμιοί/Γραικοί» και το γιατί επιλέχθηκαν στην κάθε περίπτωση οι πρώτοι, ενώ ως προς το δεύτερο, θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν σημειώματα για τον μύθο ότι «δεν υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο» ή για την άβολη αλήθεια που έχει να κάνει με το πώς συμπεριφέρθηκε ο ελληνικός στρατός στη Μικρασιατική εκστρατεία και οι ντόπιοι Έλληνες στους πρόσφυγες που ήρθαν στην Ελλάδα με την επακόλουθη ανταλλαγή. Αναμένουμε λοιπόν!
Να συμφωνήσουμε ότι οι μύθοι συμβάλλουν στη δημιουργία και ενίσχυση μιας κοινής εθνικής ταυτότητας. Μέσα από κοινές ιστορίες και αφηγήσεις, οι πολίτες αισθάνονται συνδεδεμένοι μεταξύ τους και με το παρελθόν τους, δημιουργώντας μια αίσθηση κοινότητας και συνοχής. Αποτελούν επίσης αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς ενός έθνους. Αναδεικνύουν τις αξίες, τα ιδανικά και τις παραδόσεις που θεωρούνται σημαντικά και μεταδίδονται από γενιά σε γενιά. Σε περιόδους κρίσης ή αβεβαιότητας, οι μύθοι μπορούν να προσφέρουν ψυχική ανακούφιση και αίσθηση σταθερότητας, παρέχοντας ένα αίσθημα συνέχειας και ασφάλειας. Τέλος, μπορούν να προσφέρουν έμπνευση και κίνητρο στους ανθρώπους. Ηρωικές ιστορίες και θρύλοι μπορούν να ενθαρρύνουν τους πολίτες να επιδιώκουν υψηλά ιδανικά και να αγωνίζονται για την επίτευξη των στόχων τους.
Το βιβλίο δεν στοχεύει να υποτιμήσει την ελληνική ιστορία, αλλά να την αναδείξει μέσα από ένα πιο αντικειμενικό πρίσμα. Με ανάλυση και σαφή επιχειρηματολογία, ο συγγραφέας αποκαλύπτει πώς ορισμένα γεγονότα έχουν παραποιηθεί ή εξιδανικευτεί μέσα από τα χρόνια, συμβάλλοντας στην κατανόηση της πραγματικής ιστορικής πραγματικότητας.
Παρά τις πιθανές αντιδράσεις που μπορεί να προκαλέσει η απομυθοποίηση, το έργο αυτό είναι σημαντικό για την προώθηση μιας πιο ειλικρινούς και εμπεριστατωμένης κατανόησης της ελληνικής κληρονομιάς.
Είναι αξιοσημείωτο τι παραμύθι μπορεί να διαδοθεί για να τονίσει την ιστορική συνείδηση ενός λαού. Το βλέπουμε να συμβαίνει σε νεοσύστατα κράτη του εξωτερικού, αλλά ως πρακτική εφαρμόστηκε και στην χώρα μας. Είναι δε εντυπωσιακό τι ιστορίες σκαρφιζόμαστε μπας και νιώσουμε ξεχωριστοί (ή που απλώς μας εξιτάρουν).
Σε αυτό το βιβλιαράκι (ένεκα του μικρού σχήματος) ο Σταύρος Παναγιωτίδης παραθέτει μια σειρά από γεγονότα που, παρόλο που αποτελούν μέρος της ιστοριογνωσίας μας, δεν συνέβησαν ποτέ. Η ελληνική ιστορία με τον τρόπο που έχει διαδοθεί στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού έχει μπολιαστεί με μύθους και δοξασίες που σήμερα αντιμετωπίζονται ως ιστορικά γεγονότα. Πολλά είτε δεν συνέβησαν καθόλου είτε συνέβησαν εντελώς διαφορετικά και σε ένα άλλο πλαίσιο που πόρρω απέχει από την αυτοεικόνα μας.
Τον 20ο αιώνα κέρδισε έδαφος ο υποκειμενισμός της ιστορίας (μεγάλη κουβέντα, αρκετά ενδιαφέρουσα, βλ. μικροϊστορία), αλλά η ίδια η ύπαρξη του γεγονότος δύσκολα αμφισβητείται. Και πρώτα απ’ όλα, η ιστορία δεν είναι πίστη ή δόγμα. Είναι αυτήν που είναι. Ο Παναγιωτίδης την δίνει στεγνά, χωρίς λογοτεχνισμούς, αλλά με χιούμορ, με έναν τρόπο συνοπτικό κι ενδιαφέροντα.
Κάποιοι ιστορικοί υπερβάλλουν όταν εξιστορούν τα κατορθώματα της φυλής μας. Γιατί το κάνουν αυτό; Μάλλον γιατί αγαπούν τον τόπο τους. Κάποιοι πάλι αποδομούν όλα όσα ξέρουμε και μας έμαθε το σχολείο. Γιατί το κάνουν αυτό; Μισούν τον τόπο τους; Μισούν τους συμπατριώτες τους; Πληρώνονται μήπως από κάπου; Δεν μπορώ ν'απαντήσω. Εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με συγγραφέα της δεύτερης περίπτωσης. Η λέξη "φιλότιμο" δεν σημαίνει αυτό που όλοι οι Έλληνες γνωρίζουμε αλλά δύσκολα μπορούμε να περιγράψουμε. Φιλότιμο σημαίνει αγάπη για το χρήμα(!). Το κρυφό σχολείο δεν υπήρξε ποτέ μιας και οι τούρκοι ήταν φίλοι μας(!) . Το αντίθετο μάλιστα, εμείς είμασταν οι βάρβαροι της υπόθεσης γιατί τους κατασφάξαμε στην Τριπολιτσά(!). Α, εκτός όλων των άλλων μας πληροφορεί ότι την Αγια-Σοφιά δεν την σχεδίασε μια μέλισσα (καλά που μας το είπε γιατί εμείς πιστεύαμε ότι μια μέλισσα τη σχεδίασε...). Το γα��ύφαλλο του Μπελογιάννη ήταν άσπρο και όχι κόκκινο... Κάποιοι <<αριστεροί>> έχουν χαρίσει την Πατρίδα και τον Πατριωτισμό στη δεξιά. Ετσι, θέλοντας να βλάψουν τη δεξιά, πολεμούν με λύσσα την Πατρίδα τους! Κρίμα...
Ένα πολύ καλό βιβλίο για κάποια από τα πολλά ιστορικά γεγονότα, που έχουν αλλάξει (τυχαία ή σκόπιμα δεν έχει σημασία) για συγκεκριμένους σκοπούς μιάς εθνικής αφήγησης, που μας ταλανίζει μέχρι σήμερα. Κάποια πιο σοβαρά και κάποια όχι τόσο σοβαρά. Αλλά είναι καιρός μετά από 200 χρόνια και επναάσταση και σε λίγα χρόνια θα γιορτάσουμε τα 200 χρόνια της ύπαρξης του εθνικού μας κράτους, καλό είναι έστω και αργά να μεγαλώσουμε και να αφήσουμε τους μύθους στην άκρη. Δεν είναι ιστορικό βιβλίο με ανάλυση, απλά μια εισαγωγή είναι σε σχέση με τα στιγμιότυπα και τα γεγονότα. Αλλά θα αρέσει τόσο σε πιο βιβλιοφάγους και ιστορικά ενδιαφερόμενους, όσο και σε όχι τόσο διαβασμένους. Η γλώσσα απλή και μεγάλο συν δίνω και στην βιβλιογραφία για κάθε κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται.
Καλαίσθητο, ευκολοδιάβαστο και πολύ τραβηχτικό, που λένε, το βιβλιαράκι αυτό. Κατηγορήθηκε για φτηνή χρήση της γλώσσας και απλοϊκό λεξιλόγιο, αλλά δε βρήκα τίποτα τέτοιο εντός του. Ίσα ίσα, ήταν μεστό και πυκνογραμμένο, με σκοπό να εκθέσει όσο περισσότερα ιστορικά ζητήματα μπορεί, χωρίς να μακρηγορεί.
Φυσικά, δεν μπορούμε να περιμένουμε διατυπώσεις και λεξιλόγιο που προσιδιάζουν σε ιστορικά συγγράμματα χιλίων και βάλε σελίδων. Είναι ένα βιβλίο για το ευρύ κοινό, που συμπυκνώνει την έρευνα, σχολιάζει και καυτηριάζει απόψεις και ψευδείς πληροφορίες.
Προσφέρει στον αναγνώστη ένα ενδιαφέρον και νοσταλγικό ταξίδι στην ιστορία, αρχαία και σύγχρονη, και προωθεί την ιστορική γνώση αντί για τους εθνικούς μύθους. Το προτείνω ανεπιφύλακτα.
Καλογραμμενο, αναλαφρο κ χωρις να κουραζει. Οσοι αγαπανε την ιστορια κ την ακριβεια θα το εκτιμησουν πολυ. Χανει ενα αστερι γτ σε καποια σημεια ξεφευγε κ εδινε υπερβολικες λεπτομερειες που κανεις δε θα θυμαται μετα το τελος του βιβλιου ετσι κι αλλιως. Ενα τετοιο βιβλιο δε το παιρνουν γνώστες της ιστοριας που ψαχνουν να εμπλουτισουν τις γνωσεις τους με αλλο ενα βαρυ ιστορικο βιβλιο. Προκειται για ενα βιβλιο τσεπης με συντομες ιστοριες που μπορουν να διαβαστουν ακομα κ στη παραλια και ως εναν απο τους σκοπους του εχει να σε κανει να ενδιαφερθεις κ γιατι οχι, να αναζητησεις και μονος σου περισσοτερες πληροφοριες.