Αναφερω συχνά πως η εκδοτική πραγματικότητα στην Ελλάδα είναι απογοητευτική, αλλά εντέλει διαπιστώνω πως το κομμάτι που νοσεί περισσότερο είναι αυτό των αναγνωστών.
Το συγκεκριμένο βιβλίο, διαφημίστηκε -όπως κάθε άλλο βιβλίο- ως αριστούργημα στον Τύπο, κάτι πλέον αναμενόμενο σε βαθμό αηδίας, αλλά από όσο είδα από ερασιτεχνικές κριτικές, "αριστουργηματικό" το βρήκαν και αρκετοί αναγνώστες, με τον γνωστό ανεπιχειρηματολόγητο, επιφανειακο και χαζότατο τρόπο. Φυσικά, εν μέσω της σόσιαλ μίντια παρουσίας και του άγχους του εξοστρακισμού, ακόμα και όσοι ομολόγησαν σε αναρτήσεις ότι δεν τους άρεσε, φρόντισαν να προσθέσουν βιαστικά πως " αν εκδιδόταν αλλού θα γινόταν παγκόσμιο μπεστ σέλερ".
ΟΧΙ. Καταρχάς το βιβλίο δεν θα εκδιδόταν πουθενά αλλού εκτός από την Ελλάδα από παραδοσιακό οίκο, γιατί σε μια σοβαρή εκδοτική πραγματικότητα θα ήταν μόνο αυτοέκδοση και αυτό με πολύ κόπο. Το γεγονός ότι υπάρχουν άτομα που ξεστομίζουν τέτοιες εκτός πραγματικότητας δηλώσεις, καταδεικνύουν το χαμηλό επίπεδο της παιδείας στην Ελλάδα και την χαμηλή αντίληψη των αναγνωστών που διαβάζουν και βρίσκουν αριστουργηματικό μονάχα ότι αποφασίζει ο εκάστοτε εκδοτικός να εκδώσει. Ακόμα όμως και για μεγάλα έργα της κλασικής λογοτεχνίας, γράφουν τοσες ανουσιοτητες που αμφιβάλλω για το αν έχουν γενικά αντίληψη του τι διαβάζουν.
Η πραγματικότητα είναι αυτή: Το Φλόρενς Μπλαντ, για τους λόγους που θα αναλύσω, είναι ένα χαμηλής λογοτεχνικής αξίας ΒΙΠΕΡ, με μοναδικό προτέρημα το ομολογουμένως όμορφο εξώφυλλο. Όσοι το βρήκατε αριστούργημα και εκφράζετε την επιβλαβή για την εκδοτική πραγματικότητα αποψάρα σας ανεπιχειρηματολόγητα ή με υποκειμενικές σας κρίσεις (δεν είναι δικό μας φταίξιμο αν έχετε κακό γούστο, αλλά αν θέλετε όντως να κάνετε "βιβλιοκρισία", "βιβλιοκριτική", "book review" και όπως αλλιώς κατονομάζετε τις αποψάρες σας, φροντίστε να το κάνετε προσεγγίζοντας το κείμενο όντως ΚΡΙΤΙΚΑ, και όχι λέγοντάς μας αν σας άρεσε ή όχι ή παρουσιάζοντάς μας την πλοκή κάνοντας τραβηγμένες αναλύσεις που θα δικαιολογούνταν μόνο υπό την επίδραση ψυχοτροπων ουσιών) έχετε το ελεύθερο να προσβληθείτε γιατί σας λέω ξεκάθαρα πως γίνεται φανερο πως δεν έχετε ιδέα από λογοτεχνικά κριτήρια ποιότητας.
Με πιάνει θλίψη για το γεγονός ότι το - ομολογουμένως περιορισμένο αριθμητικά- συστηματικό αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας κατέχει ελάχιστη παιδεία και δεν διαθέτει τη μόρφωση και την λογοτεχνική αντίληψη να διακρίνει ένα χαμηλού υποβάθρου πόνημα από ένα καλό βιβλίο.
Ας δούμε, όμως, αναλυτικά τους λόγους που το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι ο ορισμός της φτηνής λογοτεχνίας.
Πέραν των κωλυμάτων πλοκής, του φαιδρού νοήματος, των ιστορικών ανακριβειών και της κάκιστης επιμέλειας, που θα αναλύσω εν συνεχεία, το μεγαλύτερο μειονέκτημα είναι πως το βιβλίο πάσχει πρώτα από όλα υφολογικά, κάτι που γίνεται σαφές ήδη από τις υπερβολικές εκφράσεις του οπισθόφυλλου.
Ο συγγραφέας μοιάζει να μην έχει ιδέα πώς να γράψει κι έτσι μιμείται άτσαλα ένα συνονθύλευμα Λένας Μαντά με φωσκολικό σεναριακό ύφος διανθισμένο με αμέτρητους βομβαρδισμούς επιθέτων και βεβιασμένων δακρύβρεχτων εικόνων που καθιστούν το αποτέλεσμα, επιεικώς γελοίο.
Θα αναφέρω ενδεικτικά μόνο μερικά από τα δεκάδες παραδείγματα του κειμένου καθώς είναι πάρα πολλά (στις σημειώσεις μου αυτά τα χωρία ενεγράφησαν κάτω από τον τίτλο Βίρνα/Λάμψη):
"Χαμένος σε μια εγκεφαλική απροσδιόριστη δίνη, άνοιξε βυθισμένος σε μαύρα σύννεφα την αυλόπορτα, αρνούμενος τις τρομακτικές κραυγές των ενστίκτων του"
"Μα ούτε αυτά στάθηκαν ικανά να ξεπλύνουν την κολλώδη γλίτσα του ξεπεσμού που έριξαν εκείνα τα καθάρματα, οι απαγωγείς των κολασμένων παιδιών χωρίς μέλλον" (συγγνώμη, όχι Λάμψη, περισσότερο θυμίζει μονόλογο του Θεοχάρη από το Καλημέρα Ζωή)
"Απόκοσμη ομορφιά", "λαβύρινθοι αναμνήσεων", "δακρυσμένα ρακένδυτα παιδιά", "απόκοσμη και αναπάντεχη παγωνιά", "άρχισε να στήνεται ένα γαϊτανάκι θανάτου",
"Της έκανε έρωτα στα όρθια πριν ανταλλάξουν εντυπώσεις" (αυτό ήταν απλώς κριντζ και παλιακό), "πήρε μέσα της όλη τη ζωογόνο ορμή του Νέιθαν που έμοιαζε εκείνο το βράδυ με χείμαρρο και ωκεανό μαζί" (okay),
"Το αλιευτικό σκάφος των οικογενειών των κοριτσιών βυθίστηκε τσακισμένο στα βράχια (...) μετά από πολυήμερη ακυβέρνητη περπλάνηση που προκλήθηκε εξαιτίας μιας απόκοσμης [το επίθετο αποκοσμος αναφέρεται αναρίθμητες φορές στο βιβλιο] καταιγίδας και ενός ανελέητου σφυροκοπήματος" (sic)
Αυτά είναι μόνο, το τονίζω, μερικά παραδείγματα, όλο το βιβλίο είναι γραμμένο με αυτόν τον τρόπο. Ποια Δημουλίδου και Λένα Μαντά, ο Ανδρέας Νικολακόπουλος, πισω απο το παραπέτασμα μιας άνευ ουσίας αναλυτικής απαρίθμησης γεωγραφικών προορισμών γράφει το χειρότερο ΒΙΠΕΡ της χρονιάς: πληθωρα εύκολων εκφραστικών μέσων μαθητή β'γυμνασίου που προσπαθεί να εντυπωσιάσει την φιλόλογο στην έκθεση. Υπερπροσπάθεια, λεκτική βιασύνη, άβολα χτυπήματα με επίθετα, αντιλογοτεχνικές και γελοίες εκφράσεις όπως το "ανελέητο σφυροκόπημα" που παραπέμπει σε πικάντικη ιστορία γραμμένη από ερασιτέχνη για ιστοσελίδα του διαδικτύου.
Όλη αυτή η λεξικολογική υπερφορτωση του κειμένου δεν καταφέρνει να αποδώσει κανένα ύφος και χαρακτήρα ούτε να σε βυθίσει σε υποβλητική ατμόσφαιρα, ενώ πολλές φορές τα εκφραστικά μέσα αποδεικνύονται αταίριαστα με όσα περιγράφονται, αφού ο συγγραφέας μας περιγράφει κάτι, υποτίθεται τραγικό, και ξαφνικά κολλάει στα χρώματα και σε ανούσιες περιγραφές κατασκευής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η αφήγηση του φευγιού της Ανέτ, όπου ο συγγραφέας διακόπτει εντελώς αλλοπρόσαλλα το κλίμα τις διήγησης για να μας σχολιάσει τις "καλοδιατηρημένες ξύλινες και δαιδαλώδεις λευκές συνοικίες της πόλης".
Επίσης, η συνήθεια του συγγραφέα να κάνει το εξής άκομψο [θα δώσω ένα δικό μου παράδειγμα, σύμφωνα με το γελοίο ύφος του βιβλίου, για να περιγράψω το φαινόμενο γιατί έχω ήδη αποσύρει το αντίτυπο από το οπτικό μου πεδίο]:
"Η απόκοσμη δύναμη ώθησε την Ανέτ σε αλόγιστες πράξεις. Πράξεις που έμειναν για καιρό χαραγμένες στο ταραγμένο της μυαλό. Ενα μυαλό που ήδη ταλανιζόταν απο μαρτυρικές σκέψεις", να παίρνει δηλαδή την τελευταια λέξη της προηγούμενης πρότασης και να ξεκινάει μια καινούργια για να τονίσει αυτό που θέλει να πει και να δώσει την επίφαση μια νοηματικής συνέχειας που δεν ανευρίσκεται πουθενά, υποβιβαζει το κειμενο σε δυσανάγνωστο και σκοτώνει τον οποιοδήποτε ρυθμο που θα μπορούσε να αποκτήσει. Το διαπράττει κατά κόρον και απαυγαζει ερασιτεχνισμό. Αυτά τα χωρία θυμίζουν ποστ στα σοσιαλ μίντια, από όπου υποθέτω ξεκίνησε και ο συγκεκριμένος συγγραφέας να έχει αυταπάτες πως γράφει "καλά ".
Διαπιστώνεται επίσης μια αφειδώς επαναλαμβανόμενη και παράλογη αφηγηματικά μανία με τα χρώματα.
Ας δούμε ένα μικρό παράδειγμα από τα δεκάδες του βιβλίου:
"Ενα παλιό ξύλινο διώροφο κτίσμα με φθαρμενες φλοραλ ταπετσαρίες, κουβέρτα και ριχταρια θερμής κίτρινης απόχρωσης του κουρκουμά και έπιπλα από καστανια με χρυσες πινελιές στα τελειωματα τους".
Οι επανειλημμένες αλά Μοιραράκη περιγραφές περιττής ακρίβειας για τα χρώματα, δρουν παρακωλυτικά στη διήγηση και δείχνουν την αδυναμία του συγγραφέα να συνθέσει μία σκηνή χωρίς να αναλώνεται σε αυτόν τον άσκοπο μανιερισμό. Στο απόσπασμα που μετέφερα, ο Νικολακόπουλος συνεχίζει επί μιάμιση σελίδα να απαριθμεί χρώματα τα οποία δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα ουτε εικονοπλαστικά ούτε περιγραφικά ούτε αφηγηματικά. Είναι απλώς περιττές και κακογραμμένες φλυαρίες που έπρεπε να κοπούν. Σε τι ωφελεί τον αναγνωστη η διευκρίνηση πως το σφάλιστρο ήταν "παλαιωμένου ροζ κρέπ χρώματος ";
Τι είναι καταρχάς το "ροζ κρέπ χρωμα;"
Προτιμά, δηλαδή, ο συγγραφέας να αφήσει στην αφάνεια τον χαρακτήρα του για να αφιερώσει, ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην εντελώς περιττή περιγραφή του σπιτιού, μαζί με εμμονικές διευκρινίσεις για τις ακριβείς αποχρώσεις αντικειμένων που δεν παίζουν κανένα ρόλο στην πλοκή, αναγκάζοντας τον αναγνώστη να σκοντάφτει στις λέξεις.
Πέρα από το εκφραστικό πρόβλημα, όμως, ο συγγραφέας υποπέφτει σε λάθη που θα δικαιολογούνταν ίσως σε κάποιον που γράφει πρωτόλειο, σε πρώτο ντραφτ, αλλά δεν δικαιολογούνται σε κάποιον που υποτίθεται είναι φτασμένος συγγραφέας (αν πιστέψω όσα έχω διαβάσει από τρίτους φυσικά γιατί προσωπικά δεν τον είχα ακουστά).
Επαναλήψεις λέξεων στην ίδια περίοδο, επαναλήψεις συνδέσμων, κανένας ρυθμός μεταξύ των προτάσεων, ακόμα και επαναλήψεις ρημάτων, λάθος που, κατά τη γνώμη μου, φανερώνει την λεκτική ένδεια ενός συγγραφεα. ("ο κόσμος ξεπερνούσε τις έξι χιλιάδες. (...) η φήμη της κατηγορούμενης είχε ξεπεράσει τα σύνορα")
Ας δούμε, για παράδειγμα, ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, όπου περιγράφεται η στιγμή που ο δήμιος βρίσκει νεκρό τον αγαπημένο του σκύλο. Το επίθετο μικρός αναφέρεται περίπου δέκα φορές σε μόλις λίγες προτάσεις (!) : "άψυχο κορμάκι του μικρού σκύλου", μετά ξανά: "του μικρού συντρόφου", "το μικρό στήθος του", "έριξε στον μικρό λάκκο" , "η μικρή του κουβέρτα", "μικρές πατούσες" . Παράλληλα δε, το χωρίο συνοδεύεται από έναν ρηχό μελοδραματισμό που προσπαθεί ανεπιτυχώς να συγκινήσει ("έριξε στην τρύπα τη ραγισμένη του καρδιά")
Από πού και ως πού είναι αυτό καλή λογοτεχνία; Δεν είναι καν επαρκής λογοτεχνία, μιλάμε για λάθη που θα έκανε ένας ερασιτέχνης, όχι ένας συγγραφέας που εκδίδει το τρίτο (?) βιβλίο του. Προχειρότητα, ντιλεταντισμός και κακός χειρισμός του λόγου.
Όσοι βέβαια το βρήκαν αριστούργημα, μάς αναφέρουν ως "επιχειρημα" την ενδελεχή, υποτίθεται, έρευνα του συγγραφέα, επειδή σε όλο το βιβλίο ευρετηριάζει ακατάπαυστα και κουραστικά ονόματα πόλεων χωρίς να καταφέρνει να ταξιδέψει τον αναγνώστη, παρά την προσπάθεια ατυχούς εγκυκλοπαιδικής επίδειξης. Η πλοκή είναι εντελώς φλατ, οι χαρακτήρες ανύπαρκτοι, μοιάζει όλο το μυθιστόρημα να είναι ένα τέχνασμα για να μας ενημερώσει ο συγγραφέας για τις γνώσεις βικιπαιδείας που μας αραδιάζει.
Αναλυτικότερα, ήδη από την αρχή, με την περιγραφή της νοσηλείας του νεαρού Γκωντέν που έχασε το μάτι του, καταλαβαίνουμε πως ο συγγραφέας δεν έχει βαθιά γνώση της εποχής την οποία αφηγείται, αφού μοιάζει να πιστεύει πως η νοσοκομειακή νοσηλεία είναι κάτι αυτονόητο, ως δημόσιο αγαθό, λες και βρισκόμαστε σε μια σύγχρονη Ευρωπαϊκή χώρα. Αντιθέτως, το λογικό ισχύον της εποχής θα ήταν να επισκεπτόταν τον ασθενη ένας ιατρός στο σπίτι, αφού αυτό ήταν το σύνηθες ακόμα και για σοβαρά περιστατικά. Ολα τα υπόλοιπα, οι δυνατότητες περιθαλψης και θεραπείας, ήταν σε πλήρη εξάρτηση από το κοινωνικοοικονομικό στάτους του ασθενούς. Ας υποθέσουμε όμως πως ήταν πιθανά όσα περιέγραψε, το να μείνει ο Γκωντέν με το ίδιο χρυσό μάτι, λόγω έλλειψης άλλου χρώματος, είναι αρκετά απίθανο. Ο συγγραφέας αναφέρει ότι λόγω των συχνών συρράξεων τα γυάλινα μάτια είχαν εξαντληθεί, αλλά του διαφεύγει ότι ακριβώς για αυτό το λόγο ο συγκεκριμένος τομέας είχε γνωρίσει πρωτοφανή άνθηση και παραγωγή, άρα δεν υπήρχε λόγος να μείνει ο ήρωας για όλη του τη ζωή με το ίδιο χρυσό μάτι.
Ύστερα γίνεται με φυσικότητα αναφορά σε κτηνίατρο, προς περιθαλψη του σκύλου του Γκωντέν, λες και ήταν μια υπηρεσία ευκόλως διαθέσιμη στην Ευρώπη.
Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Εκτός του ότι υπήρχαν ελάχιστα κολλέγια εκπαίδευσης κτηνιάτρων στη Γαλλία, όσοι ασκούσαν το επάγγελμα, ως ερασιτέχνες ή αναγνωρισμένοι από το κράτος κτηνίατροι, ασχολούνταν κυρίως με ζώα φάρμας και όχι με ζώα συντροφιάς, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από εγχειρίδια που κυκλοφορούσαν την εποχή, ώστε να μπορεί ένας ιδιοκτήτης να εφαρμόσει μόνος του στο ζώο την απαραίτητα φροντίδα.
Οι αναχρονισμοί συνεχίζονται και στα χωρία που ο Γκωντέν "είχε ακούσει και μελετήσει τις θεωρίες που έλεγαν πως ο ανθρώπινος εγκέφαλος λειτουργεί μέχρι και τέσσερα δευτερόλεπτα μετά την αποκοπή του κεφαλιού από τον κορμό και πως το νευρικό σύστημα είναι ικανό να πραγματοποιήσει ελάχιστες αυτόνομες εντολές". Φυσικά, αυτό δεν το "μελέτησε ο Γκωντέν" αλλά ο ίδιος ο συγγραφέας σε άρθρα στο διαδίκτυο, γιατί δεν υπήρχε καμία τέτοια πεποίθηση στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν η επιστήμη της νευρολογίας ήταν ακόμα στα σπάργανα και δεν ήταν σε καμία περίπτωση πλήρως κατανοητός ο ρόλος και η λειτουργία του νευρικού συστήματος. Συγκεκριμένα, στα τέλη του 19ου αιώνα, δεν ήταν ακόμα ξεκάθαρη ούτε καν η σύσταση του εγκεφάλου, παρά την παράδοση της Ανατομίας, και ο ρόλος του νευρώνων προσδιορίστηκε ξεκάθαρα λίγο αργότερα, απο τον Ραμόν Καχάλ. Βεβαίως ήδη από τον αρχαία Ελλάδα μπορεί κανεις να εντοπίσει εικασίες και συγγράμματα για την εγκεφαλική λειτουργία, αλλά ο Νικολακόπουλος μάς μεταφέρει μια εντελώς ψευδή εικόνα της εποχής και αφήνει να εννοηθεί πως αυτές οι "θεωρίες" ήταν κοινός τόπος για την τότε επιστημονική κοινότητα. Άλλωστε, η ίδια η διατύπωση περί "τεσσάρων λεπτών" δεν είναι ακριβής ούτε και με τα δεδομένα του σήμερα, αφού έχουν υπάρξει πολλές έρευνες και πειράματα που τοποθετούν τη συνέχιση μιας σχετικής εγκεφαλικής λειτουργίας σε ένα αρκετά ευρύτερο χρονικό πλαίσιο, που όμως δεν είναι σταθερό για όλα τα υποκείμενα, όπως είναι αναμενόμενο, αλλά εξαρτάται περιπτωσιολογικά και κυμαίνεται ανάλογα.
Παρακάτω γίνεται αναφορά σε "νοσοκομείο αφροδίσιων νοσημάτων του Νιούκασλ" , υποδομή που δεν μπόρεσα να εξακριβώσω πως υπήρχε. Άλλωστε η ευαισθητοποίηση για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα από τις κυβερνήσεις χωρών, έγινε κυρίως μετά τον Α 'Παγκόσμιο πόλεμο, λόγω της ευρείας διασποράς τους. Yπήρχαν φυσικά και πριν από εκείνη την εποχή τα επονομαζόμενα "lock hospitals" , όχι στο Νιούκασλ ομως και όχι τοσο για απλούς πολίτες, αλλά κυρίως στρατιώτες. Έτσι το εύρημα της ηρωίδας για να αποφύγει τον βιασμό, ρωτώντας πού βρίσκεται το νοσοκομείο αφροδίσιων νοσημάτων μοιάζει αρκετά εξωπραγματικό.
Προς το τέλος του βιβλίου γίνεται λόγος για ιατροδικαστικά πορίσματα σε χωρία που διαπιστώνονται ανακρίβειες. Συγκεκριμένα, γράφει ο συγγραφεας πως οι ιατροδικαστές "κατάλαβαν αμέσως την αιτία θανάτου όταν διαπίστωσαν σημάδια ασφυξίας και καρδιακής αρρυθμίας στο ακόμα ζεστό σώμα του άντρα".
Nα σημειώσουμε, καταρχάς, πως δεν υπάρχει κανένας τρόπος, ακόμα και σήμερα, να διαπιστωθεί ως αιτία θανάτου κάποια καρδιακή αρρυθμία, εκτός κι αν αποτελεί γνωστό πρόβλημα του αποβιώσαντος ή αν είναι συνδεμένος σε καρδιογραφικό μόνιτορ ή φέρει μηχάνημα holter στο στήθος του. Μπορεί να προκύψει επίσης ως πιθανή αιτία θανάτου αν διαπιστωθεί πως υπήρχε στον θανόντα αιματολογικό προφίλ που θα μπορούσε να είχε οδηγήσει σε κάποια αρρυθμία, για παράδειγμα διαταραχές του καλίου ή κάποια γενετική προδιάθεση που θα επέφερε ένα από τα σύνδρομα καρδιακών αρρυθμιών. Αυτά φυσικά αφορούν το σήμερα και συνήθως αναφέρονται σε "πιθανή" αρρυθμία. Αντιθέτως, στα τέλη του 19ου αιώνα και αρχές του 20ού δεν υπήρχε γνώση όλων των τύπων αρρυθμιών
Ήταν βέβαια γνωστή η επίδραση κάποιων ουσιών στον καρδιακό ρυθμό, σε κάθε περίπτωση όμως, στην αφήγηση δεν γίνεται καθόλου νοηματικά ξεκάθαρο, σε κάποιον που έχει τις γνώσεις να διακρίνει την ασάφεια, τι ακριβώς εννοεί ο συγγραφέας ως "καρδιακή αρρυθμία και ασφυξία". Αν μια ουσία προκάλεσε στον θανόντα ασφυξία, τότε η "καρδιακή αρρυθμία", δηλαδή η κολπική μαρμαρυγή που θα προέκυψε, είναι το αποτέλεσμα και όχι η αιτία θανάτου, ιατροδικαστικά. Σε κάθε περίπτωση, οι ιατροδικαστές δεν θα μπορούσαν να διακρίνουν "σημάδια αρρυθμίας" στο σώμα του νεκρού άνδρα.
Ακόμα όμως και στα χωρία που είναι καθαρά επινοημένα, άρα δεν υπάρχουν λάθη, και βασίζονται κυρίως σε λαϊκούς μύθους και διηγήσεις, όπως στην απαρίθμηση των δηλητηρίων, δεν παρέχεται στον αναγνώστη καμία τερπνή αφήγηση, αντιθέτως γίνεται μια στεγνή απαρίθμηση που δεν θυμίζει λογοτεχνία.
Ανευρίσκονται επίσης κάποια άκαιρα αποικιοκρατικής οπτικής χωρία, για παράδειγμα, εκεί που αναφέρεται πως "οι Βρετανοί εκτός από το στρατό και το σύστημα δικαίου πήγαν στην Ασία και τον πολιτισμό και την αρχιτεκτονική τους" , ή λίγο παρακάτω, όπου αναφέρεται αυτή η φρικτή φράση για τους ντόπιους: "είχαν ματιές ανόθευτες και πρωτόγονες, όσο οι ματιές των τίγρεων που είχαν δει στο Λονδίνο χρόνια πριν σε ένα τσίρκο".
Και, ως κερασάκι στην τούρτα, ένα σεξιστικό σχόλιο προς το τέλος, μετά την περιγραφή της έκτρωσης, όπου η Φλόρενς έμεινε "κούφια από καρπό γυναίκα".
Μήπως, τουλάχιστον, σώζεται το βιβλίο, νοηματικά; Όχι. Ο συγγραφέας μοιάζει να μας λέει πως όλα είναι προδιαγεγραμμένα, οι ήρωες που είχαν κακή αρχή έχουν και κακό τέλος, κανένας δεν ξεφεύγει από την "προδιαγεγραμμένη κακή μοίρα του" και άλλες ξεπερασμένες αντιλήψεις.
Συνοπτικα: η αφήγηση είναι ανεπαρκής, δεν είναι υποβλητική, δεν καταφέρνει να μεταδώσει κανένα συναίσθημα ή ενδιαφέρον για τους χαρακτήρες ή την εξέλιξη της ιστορίας και γενικά όλο το σύνολο αποτυγχάνει οικτρά. Αν μπορούσα να βάλω μηδέν, θα το έβαζα.