Μετά από τρεις συλλογές διηγημάτων, ο Ανδρέας Νικολακόπουλος καταθέτει ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα που ήδη από την εισαγωγή σε παρασέρνει σε ένα ιλιγγιώδες, μεθυστικό ταξίδι στον τόπο και στον χρόνο.
Γραμμένο σε τέσσερα μέρη το «Φλόρενς Μπλαντ», μοιάζει με ένα αγωνιώδες και πολλές φορές αδυσώπητο κυνηγητό με το πεπρωμένο και το αναπόφευκτο σκοτάδι που έρχεται να σφραγίσει την κάθε ανθρώπινη μοίρα. Σαν τα κομμάτια ενός παζλ η ολοκληρωμένη εικόνα του οποίου κόβει την ανάσα. Πρόσωπα, χώρες, πόλεις, εποχές, κινήματα, καταστροφές, ουσίες, εγκλήματα με φόντο τα μεγάλα ποτάμια μιας φλεγόμενης Ευρώπης. Νερά της ζωής και του θανάτου που παρασέρνουν τους ήρωες και τους οδηγούν άλλοτε σε ασφαλείς όχθες και άλλοτε στον όλεθρο. Ένα μπαρόκ μυθιστόρημα γραμμένο με τους πιο σκούρους τόνους μιας ασυγκράτητης και ενίοτε μακάβριας φαντασίας.
Ο Ανδρέας Νικολακόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1983. Εργάζεται ως σεφ σε εστιατόρια της Ελλάδας και του εξωτερικού. Μοιράζει τη ζωή του μεταξύ Αθήνας και Λονδίνου.
Η πρώτη του συλλογή διηγημάτων, Μάκινα (Εκδόσεις Ηδύφωνο), εκδόθηκε το 2019. Η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του, Αποδοχή κληρονομιάς, εκδόθηκε το 2020 (Εκδόσεις Ίκαρος) και ήταν στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας / Διηγήματος – Νουβέλας, καθώς και για το Βραβείο Διηγήματος – Νουβέλας του λογοτεχνικού περιοδικού Ο Αναγνώστης και στη μακρά λίστα για το Βραβείο Πεζογραφίας 2021 του περιοδικού Κλεψύδρα. Η τρίτη του συλλογή διηγημάτων, Σάλτος, εκδόθηκε το 2022 (Εκδόσεις Ίκαρος) και ήταν στη βραχεία λίστα για το βραβείο Πεζογραφίας της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης 2022, καθώς και στη μακρά λίστα των βραβείων του Περιοδικού Χάρτης 2022.
Αναφερω συχνά πως η εκδοτική πραγματικότητα στην Ελλάδα είναι απογοητευτική, αλλά εντέλει διαπιστώνω πως το κομμάτι που νοσεί περισσότερο είναι αυτό των αναγνωστών. Το συγκεκριμένο βιβλίο, διαφημίστηκε -όπως κάθε άλλο βιβλίο- ως αριστούργημα στον Τύπο, κάτι πλέον αναμενόμενο σε βαθμό αηδίας, αλλά από όσο είδα από ερασιτεχνικές κριτικές, "αριστουργηματικό" το βρήκαν και αρκετοί αναγνώστες, με τον γνωστό ανεπιχειρηματολόγητο, επιφανειακο και χαζότατο τρόπο. Φυσικά, εν μέσω της σόσιαλ μίντια παρουσίας και του άγχους του εξοστρακισμού, ακόμα και όσοι ομολόγησαν σε αναρτήσεις ότι δεν τους άρεσε, φρόντισαν να προσθέσουν βιαστικά πως " αν εκδιδόταν αλλού θα γινόταν παγκόσμιο μπεστ σέλερ".
ΟΧΙ. Καταρχάς το βιβλίο δεν θα εκδιδόταν πουθενά αλλού εκτός από την Ελλάδα από παραδοσιακό οίκο, γιατί σε μια σοβαρή εκδοτική πραγματικότητα θα ήταν μόνο αυτοέκδοση και αυτό με πολύ κόπο. Το γεγονός ότι υπάρχουν άτομα που ξεστομίζουν τέτοιες εκτός πραγματικότητας δηλώσεις, καταδεικνύουν το χαμηλό επίπεδο της παιδείας στην Ελλάδα και την χαμηλή αντίληψη των αναγνωστών που διαβάζουν και βρίσκουν αριστουργηματικό μονάχα ότι αποφασίζει ο εκάστοτε εκδοτικός να εκδώσει. Ακόμα όμως και για μεγάλα έργα της κλασικής λογοτεχνίας, γράφουν τοσες ανουσιοτητες που αμφιβάλλω για το αν έχουν γενικά αντίληψη του τι διαβάζουν.
Η πραγματικότητα είναι αυτή: Το Φλόρενς Μπλαντ, για τους λόγους που θα αναλύσω, είναι ένα χαμηλής λογοτεχνικής αξίας ΒΙΠΕΡ, με μοναδικό προτέρημα το ομολογουμένως όμορφο εξώφυλλο. Όσοι το βρήκατε αριστούργημα και εκφράζετε την επιβλαβή για την εκδοτική πραγματικότητα αποψάρα σας ανεπιχειρηματολόγητα ή με υποκειμενικές σας κρίσεις (δεν είναι δικό μας φταίξιμο αν έχετε κακό γούστο, αλλά αν θέλετε όντως να κάνετε "βιβλιοκρισία", "βιβλιοκριτική", "book review" και όπως αλλιώς κατονομάζετε τις αποψάρες σας, φροντίστε να το κάνετε προσεγγίζοντας το κείμενο όντως ΚΡΙΤΙΚΑ, και όχι λέγοντάς μας αν σας άρεσε ή όχι ή παρουσιάζοντάς μας την πλοκή κάνοντας τραβηγμένες αναλύσεις που θα δικαιολογούνταν μόνο υπό την επίδραση ψυχοτροπων ουσιών) έχετε το ελεύθερο να προσβληθείτε γιατί σας λέω ξεκάθαρα πως γίνεται φανερο πως δεν έχετε ιδέα από λογοτεχνικά κριτήρια ποιότητας. Με πιάνει θλίψη για το γεγονός ότι το - ομολογουμένως περιορισμένο αριθμητικά- συστηματικό αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας κατέχει ελάχιστη παιδεία και δεν διαθέτει τη μόρφωση και την λογοτεχνική αντίληψη να διακρίνει ένα χαμηλού υποβάθρου πόνημα από ένα καλό βιβλίο.
Ας δούμε, όμως, αναλυτικά τους λόγους που το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι ο ορισμός της φτηνής λογοτεχνίας. Πέραν των κωλυμάτων πλοκής, του φαιδρού νοήματος, των ιστορικών ανακριβειών και της κάκιστης επιμέλειας, που θα αναλύσω εν συνεχεία, το μεγαλύτερο μειονέκτημα είναι πως το βιβλίο πάσχει πρώτα από όλα υφολογικά, κάτι που γίνεται σαφές ήδη από τις υπερβολικές εκφράσεις του οπισθόφυλλου.
Ο συγγραφέας μοιάζει να μην έχει ιδέα πώς να γράψει κι έτσι μιμείται άτσαλα ένα συνονθύλευμα Λένας Μαντά με φωσκολικό σεναριακό ύφος διανθισμένο με αμέτρητους βομβαρδισμούς επιθέτων και βεβιασμένων δακρύβρεχτων εικόνων που καθιστούν το αποτέλεσμα, επιεικώς γελοίο. Θα αναφέρω ενδεικτικά μόνο μερικά από τα δεκάδες παραδείγματα του κειμένου καθώς είναι πάρα πολλά (στις σημειώσεις μου αυτά τα χωρία ενεγράφησαν κάτω από τον τίτλο Βίρνα/Λάμψη): "Χαμένος σε μια εγκεφαλική απροσδιόριστη δίνη, άνοιξε βυθισμένος σε μαύρα σύννεφα την αυλόπορτα, αρνούμενος τις τρομακτικές κραυγές των ενστίκτων του" "Μα ούτε αυτά στάθηκαν ικανά να ξεπλύνουν την κολλώδη γλίτσα του ξεπεσμού που έριξαν εκείνα τα καθάρματα, οι απαγωγείς των κολασμένων παιδιών χωρίς μέλλον" (συγγνώμη, όχι Λάμψη, περισσότερο θυμίζει μονόλογο του Θεοχάρη από το Καλημέρα Ζωή) "Απόκοσμη ομορφιά", "λαβύρινθοι αναμνήσεων", "δακρυσμένα ρακένδυτα παιδιά", "απόκοσμη και αναπάντεχη παγωνιά", "άρχισε να στήνεται ένα γαϊτανάκι θανάτου", "Της έκανε έρωτα στα όρθια πριν ανταλλάξουν εντυπώσεις" (αυτό ήταν απλώς κριντζ και παλιακό), "πήρε μέσα της όλη τη ζωογόνο ορμή του Νέιθαν που έμοιαζε εκείνο το βράδυ με χείμαρρο και ωκεανό μαζί" (okay), "Το αλιευτικό σκάφος των οικογενειών των κοριτσιών βυθίστηκε τσακισμένο στα βράχια (...) μετά από πολυήμερη ακυβέρνητη περπλάνηση που προκλήθηκε εξαιτίας μιας απόκοσμης [το επίθετο αποκοσμος αναφέρεται αναρίθμητες φορές στο βιβλιο] καταιγίδας και ενός ανελέητου σφυροκοπήματος" (sic)
Αυτά είναι μόνο, το τονίζω, μερικά παραδείγματα, όλο το βιβλίο είναι γραμμένο με αυτόν τον τρόπο. Ποια Δημουλίδου και Λένα Μαντά, ο Ανδρέας Νικολακόπουλος, πισω απο το παραπέτασμα μιας άνευ ουσίας αναλυτικής απαρίθμησης γεωγραφικών προορισμών γράφει το χειρότερο ΒΙΠΕΡ της χρονιάς: πληθωρα εύκολων εκφραστικών μέσων μαθητή β'γυμνασίου που προσπαθεί να εντυπωσιάσει την φιλόλογο στην έκθεση. Υπερπροσπάθεια, λεκτική βιασύνη, άβολα χτυπήματα με επίθετα, αντιλογοτεχνικές και γελοίες εκφράσεις όπως το "ανελέητο σφυροκόπημα" που παραπέμπει σε πικάντικη ιστορία γραμμένη από ερασιτέχνη για ιστοσελίδα του διαδικτύου.
Όλη αυτή η λεξικολογική υπερφορτωση του κειμένου δεν καταφέρνει να αποδώσει κανένα ύφος και χαρακτήρα ούτε να σε βυθίσει σε υποβλητική ατμόσφαιρα, ενώ πολλές φορές τα εκφραστικά μέσα αποδεικνύονται αταίριαστα με όσα περιγράφονται, αφού ο συγγραφέας μας περιγράφει κάτι, υποτίθεται τραγικό, και ξαφνικά κολλάει στα χρώματα και σε ανούσιες περιγραφές κατασκευής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η αφήγηση του φευγιού της Ανέτ, όπου ο συγγραφέας διακόπτει εντελώς αλλοπρόσαλλα το κλίμα τις διήγησης για να μας σχολιάσει τις "καλοδιατηρημένες ξύλινες και δαιδαλώδεις λευκές συνοικίες της πόλης".
Επίσης, η συνήθεια του συγγραφέα να κάνει το εξής άκομψο [θα δώσω ένα δικό μου παράδειγμα, σύμφωνα με το γελοίο ύφος του βιβλίου, για να περιγράψω το φαινόμενο γιατί έχω ήδη αποσύρει το αντίτυπο από το οπτικό μου πεδίο]:
"Η απόκοσμη δύναμη ώθησε την Ανέτ σε αλόγιστες πράξεις. Πράξεις που έμειναν για καιρό χαραγμένες στο ταραγμένο της μυαλό. Ενα μυαλό που ήδη ταλανιζόταν απο μαρτυρικές σκέψεις", να παίρνει δηλαδή την τελευταια λέξη της προηγούμενης πρότασης και να ξεκινάει μια καινούργια για να τονίσει αυτό που θέλει να πει και να δώσει την επίφαση μια νοηματικής συνέχειας που δεν ανευρίσκεται πουθενά, υποβιβαζει το κειμενο σε δυσανάγνωστο και σκοτώνει τον οποιοδήποτε ρυθμο που θα μπορούσε να αποκτήσει. Το διαπράττει κατά κόρον και απαυγαζει ερασιτεχνισμό. Αυτά τα χωρία θυμίζουν ποστ στα σοσιαλ μίντια, από όπου υποθέτω ξεκίνησε και ο συγκεκριμένος συγγραφέας να έχει αυταπάτες πως γράφει "καλά ".
Διαπιστώνεται επίσης μια αφειδώς επαναλαμβανόμενη και παράλογη αφηγηματικά μανία με τα χρώματα. Ας δούμε ένα μικρό παράδειγμα από τα δεκάδες του βιβλίου: "Ενα παλιό ξύλινο διώροφο κτίσμα με φθαρμενες φλοραλ ταπετσαρίες, κουβέρτα και ριχταρια θερμής κίτρινης απόχρωσης του κουρκουμά και έπιπλα από καστανια με χρυσες πινελιές στα τελειωματα τους".
Οι επανειλημμένες αλά Μοιραράκη περιγραφές περιττής ακρίβειας για τα χρώματα, δρουν παρακωλυτικά στη διήγηση και δείχνουν την αδυναμία του συγγραφέα να συνθέσει μία σκηνή χωρίς να αναλώνεται σε αυτόν τον άσκοπο μανιερισμό. Στο απόσπασμα που μετέφερα, ο Νικολακόπουλος συνεχίζει επί μιάμιση σελίδα να απαριθμεί χρώματα τα οποία δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα ουτε εικονοπλαστικά ούτε περιγραφικά ούτε αφηγηματικά. Είναι απλώς περιττές και κακογραμμένες φλυαρίες που έπρεπε να κοπούν. Σε τι ωφελεί τον αναγνωστη η διευκρίνηση πως το σφάλιστρο ήταν "παλαιωμένου ροζ κρέπ χρώματος "; Τι είναι καταρχάς το "ροζ κρέπ χρωμα;" Προτιμά, δηλαδή, ο συγγραφέας να αφήσει στην αφάνεια τον χαρακτήρα του για να αφιερώσει, ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην εντελώς περιττή περιγραφή του σπιτιού, μαζί με εμμονικές διευκρινίσεις για τις ακριβείς αποχρώσεις αντικειμένων που δεν παίζουν κανένα ρόλο στην πλοκή, αναγκάζοντας τον αναγνώστη να σκοντάφτει στις λέξεις.
Πέρα από το εκφραστικό πρόβλημα, όμως, ο συγγραφέας υποπέφτει σε λάθη που θα δικαιολογούνταν ίσως σε κάποιον που γράφει πρωτόλειο, σε πρώτο ντραφτ, αλλά δεν δικαιολογούνται σε κάποιον που υποτίθεται είναι φτασμένος συγγραφέας (αν πιστέψω όσα έχω διαβάσει από τρίτους φυσικά γιατί προσωπικά δεν τον είχα ακουστά). Επαναλήψεις λέξεων στην ίδια περίοδο, επαναλήψεις συνδέσμων, κανένας ρυθμός μεταξύ των προτάσεων, ακόμα και επαναλήψεις ρημάτων, λάθος που, κατά τη γνώμη μου, φανερώνει την λεκτική ένδεια ενός συγγραφεα. ("ο κόσμος ξεπερνούσε τις έξι χιλιάδες. (...) η φήμη της κατηγορούμενης είχε ξεπεράσει τα σύνορα")
Ας δούμε, για παράδειγμα, ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, όπου περιγράφεται η στιγμή που ο δήμιος βρίσκει νεκρό τον αγαπημένο του σκύλο. Το επίθετο μικρός αναφέρεται περίπου δέκα φορές σε μόλις λίγες προτάσεις (!) : "άψυχο κορμάκι του μικρού σκύλου", μετά ξανά: "του μικρού συντρόφου", "το μικρό στήθος του", "έριξε στον μικρό λάκκο" , "η μικρή του κουβέρτα", "μικρές πατούσες" . Παράλληλα δε, το χωρίο συνοδεύεται από έναν ρηχό μελοδραματισμό που προσπαθεί ανεπιτυχώς να συγκινήσει ("έριξε στην τρύπα τη ραγισμένη του καρδιά")
Από πού και ως πού είναι αυτό καλή λογοτεχνία; Δεν είναι καν επαρκής λογοτεχνία, μιλάμε για λάθη που θα έκανε ένας ερασιτέχνης, όχι ένας συγγραφέας που εκδίδει το τρίτο (?) βιβλίο του. Προχειρότητα, ντιλεταντισμός και κακός χειρισμός του λόγου.
Όσοι βέβαια το βρήκαν αριστούργημα, μάς αναφέρουν ως "επιχειρημα" την ενδελεχή, υποτίθεται, έρευνα του συγγραφέα, επειδή σε όλο το βιβλίο ευρετηριάζει ακατάπαυστα και κουραστικά ονόματα πόλεων χωρίς να καταφέρνει να ταξιδέψει τον αναγνώστη, παρά την προσπάθεια ατυχούς εγκυκλοπαιδικής επίδειξης. Η πλοκή είναι εντελώς φλατ, οι χαρακτήρες ανύπαρκτοι, μοιάζει όλο το μυθιστόρημα να είναι ένα τέχνασμα για να μας ενημερώσει ο συγγραφέας για τις γνώσεις βικιπαιδείας που μας αραδιάζει.
Αναλυτικότερα, ήδη από την αρχή, με την περιγραφή της νοσηλείας του νεαρού Γκωντέν που έχασε το μάτι του, καταλαβαίνουμε πως ο συγγραφέας δεν έχει βαθιά γνώση της εποχής την οποία αφηγείται, αφού μοιάζει να πιστεύει πως η νοσοκομειακή νοσηλεία είναι κάτι αυτονόητο, ως δημόσιο αγαθό, λες και βρισκόμαστε σε μια σύγχρονη Ευρωπαϊκή χώρα. Αντιθέτως, το λογικό ισχύον της εποχής θα ήταν να επισκεπτόταν τον ασθενη ένας ιατρός στο σπίτι, αφού αυτό ήταν το σύνηθες ακόμα και για σοβαρά περιστατικά. Ολα τα υπόλοιπα, οι δυνατότητες περιθαλψης και θεραπείας, ήταν σε πλήρη εξάρτηση από το κοινωνικοοικονομικό στάτους του ασθενούς. Ας υποθέσουμε όμως πως ήταν πιθανά όσα περιέγραψε, το να μείνει ο Γκωντέν με το ίδιο χρυσό μάτι, λόγω έλλειψης άλλου χρώματος, είναι αρκετά απίθανο. Ο συγγραφέας αναφέρει ότι λόγω των συχνών συρράξεων τα γυάλινα μάτια είχαν εξαντληθεί, αλλά του διαφεύγει ότι ακριβώς για αυτό το λόγο ο συγκεκριμένος τομέας είχε γνωρίσει πρωτοφανή άνθηση και παραγωγή, άρα δεν υπήρχε λόγος να μείνει ο ήρωας για όλη του τη ζωή με το ίδιο χρυσό μάτι.
Ύστερα γίνεται με φυσικότητα αναφορά σε κτηνίατρο, προς περιθαλψη του σκύλου του Γκωντέν, λες και ήταν μια υπηρεσία ευκόλως διαθέσιμη στην Ευρώπη. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Εκτός του ότι υπήρχαν ελάχιστα κολλέγια εκπαίδευσης κτηνιάτρων στη Γαλλία, όσοι ασκούσαν το επάγγελμα, ως ερασιτέχνες ή αναγνωρισμένοι από το κράτος κτηνίατροι, ασχολούνταν κυρίως με ζώα φάρμας και όχι με ζώα συντροφιάς, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από εγχειρίδια που κυκλοφορούσαν την εποχή, ώστε να μπορεί ένας ιδιοκτήτης να εφαρμόσει μόνος του στο ζώο την απαραίτητα φροντίδα.
Οι αναχρονισμοί συνεχίζονται και στα χωρία που ο Γκωντέν "είχε ακούσει και μελετήσει τις θεωρίες που έλεγαν πως ο ανθρώπινος εγκέφαλος λειτουργεί μέχρι και τέσσερα δευτερόλεπτα μετά την αποκοπή του κεφαλιού από τον κορμό και πως το νευρικό σύστημα είναι ικανό να πραγματοποιήσει ελάχιστες αυτόνομες εντολές". Φυσικά, αυτό δεν το "μελέτησε ο Γκωντέν" αλλά ο ίδιος ο συγγραφέας σε άρθρα στο διαδίκτυο, γιατί δεν υπήρχε καμία τέτοια πεποίθηση στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν η επιστήμη της νευρολογίας ήταν ακόμα στα σπάργανα και δεν ήταν σε καμία περίπτωση πλήρως κατανοητός ο ρόλος και η λειτουργία του νευρικού συστήματος. Συγκεκριμένα, στα τέλη του 19ου αιώνα, δεν ήταν ακόμα ξεκάθαρη ούτε καν η σύσταση του εγκεφάλου, παρά την παράδοση της Ανατομίας, και ο ρόλος του νευρώνων προσδιορίστηκε ξεκάθαρα λίγο αργότερα, απο τον Ραμόν Καχάλ. Βεβαίως ήδη από τον αρχαία Ελλάδα μπορεί κανεις να εντοπίσει εικασίες και συγγράμματα για την εγκεφαλική λειτουργία, αλλά ο Νικολακόπουλος μάς μεταφέρει μια εντελώς ψευδή εικόνα της εποχής και αφήνει να εννοηθεί πως αυτές οι "θεωρίες" ήταν κοινός τόπος για την τότε επιστημονική κοινότητα. Άλλωστε, η ίδια η διατύπωση περί "τεσσάρων λεπτών" δεν είναι ακριβής ούτε και με τα δεδομένα του σήμερα, αφού έχουν υπάρξει πολλές έρευνες και πειράματα που τοποθετούν τη συνέχιση μιας σχετικής εγκεφαλικής λειτουργίας σε ένα αρκετά ευρύτερο χρονικό πλαίσιο, που όμως δεν είναι σταθερό για όλα τα υποκείμενα, όπως είναι αναμενόμενο, αλλά εξαρτάται περιπτωσιολογικά και κυμαίνεται ανάλογα.
Παρακάτω γίνεται αναφορά σε "νοσοκομείο αφροδίσιων νοσημάτων του Νιούκασλ" , υποδομή που δεν μπόρεσα να εξακριβώσω πως υπήρχε. Άλλωστε η ευαισθητοποίηση για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα από τις κυβερνήσεις χωρών, έγινε κυρίως μετά τον Α 'Παγκόσμιο πόλεμο, λόγω της ευρείας διασποράς τους. Yπήρχαν φυσικά και πριν από εκείνη την εποχή τα επονομαζόμενα "lock hospitals" , όχι στο Νιούκασλ ομως και όχι τοσο για απλούς πολίτες, αλλά κυρίως στρατιώτες. Έτσι το εύρημα της ηρωίδας για να αποφύγει τον βιασμό, ρωτώντας πού βρίσκεται το νοσοκομείο αφροδίσιων νοσημάτων μοιάζει αρκετά εξωπραγματικό.
Προς το τέλος του βιβλίου γίνεται λόγος για ιατροδικαστικά πορίσματα σε χωρία που διαπιστώνονται ανακρίβειες. Συγκεκριμένα, γράφει ο συγγραφεας πως οι ιατροδικαστές "κατάλαβαν αμέσως την αιτία θανάτου όταν διαπίστωσαν σημάδια ασφυξίας και καρδιακής αρρυθμίας στο ακόμα ζεστό σώμα του άντρα". Nα σημειώσουμε, καταρχάς, πως δεν υπάρχει κανένας τρόπος, ακόμα και σήμερα, να διαπιστωθεί ως αιτία θανάτου κάποια καρδιακή αρρυθμία, εκτός κι αν αποτελεί γνωστό πρόβλημα του αποβιώσαντος ή αν είναι συνδεμένος σε καρδιογραφικό μόνιτορ ή φέρει μηχάνημα holter στο στήθος του. Μπορεί να προκύψει επίσης ως πιθανή αιτία θανάτου αν διαπιστωθεί πως υπήρχε στον θανόντα αιματολογικό προφίλ που θα μπορούσε να είχε οδηγήσει σε κάποια αρρυθμία, για παράδειγμα διαταραχές του καλίου ή κάποια γενετική προδιάθεση που θα επέφερε ένα από τα σύνδρομα καρδιακών αρρυθμιών. Αυτά φυσικά αφορούν το σήμερα και συνήθως αναφέρονται σε "πιθανή" αρρυθμία. Αντιθέτως, στα τέλη του 19ου αιώνα και αρχές του 20ού δεν υπήρχε γνώση όλων των τύπων αρρυθμιών Ήταν βέβαια γνωστή η επίδραση κάποιων ουσιών στον καρδιακό ρυθμό, σε κάθε περίπτωση όμως, στην αφήγηση δεν γίνεται καθόλου νοηματικά ξεκάθαρο, σε κάποιον που έχει τις γνώσεις να διακρίνει την ασάφεια, τι ακριβώς εννοεί ο συγγραφέας ως "καρδιακή αρρυθμία και ασφυξία". Αν μια ουσία προκάλεσε στον θανόντα ασφυξία, τότε η "καρδιακή αρρυθμία", δηλαδή η κολπική μαρμαρυγή που θα προέκυψε, είναι το αποτέλεσμα και όχι η αιτία θανάτου, ιατροδικαστικά. Σε κάθε περίπτωση, οι ιατροδικαστές δεν θα μπορούσαν να διακρίνουν "σημάδια αρρυθμίας" στο σώμα του νεκρού άνδρα.
Ακόμα όμως και στα χωρία που είναι καθαρά επινοημένα, άρα δεν υπάρχουν λάθη, και βασίζονται κυρίως σε λαϊκούς μύθους και διηγήσεις, όπως στην απαρίθμηση των δηλητηρίων, δεν παρέχεται στον αναγνώστη καμία τερπνή αφήγηση, αντιθέτως γίνεται μια στεγνή απαρίθμηση που δεν θυμίζει λογοτεχνία.
Ανευρίσκονται επίσης κάποια άκαιρα αποικιοκρατικής οπτικής χωρία, για παράδειγμα, εκεί που αναφέρεται πως "οι Βρετανοί εκτός από το στρατό και το σύστημα δικαίου πήγαν στην Ασία και τον πολιτισμό και την αρχιτεκτονική τους" , ή λίγο παρακάτω, όπου αναφέρεται αυτή η φρικτή φράση για τους ντόπιους: "είχαν ματιές ανόθευτες και πρωτόγονες, όσο οι ματιές των τίγρεων που είχαν δει στο Λονδίνο χρόνια πριν σε ένα τσίρκο". Και, ως κερασάκι στην τούρτα, ένα σεξιστικό σχόλιο προς το τέλος, μετά την περιγραφή της έκτρωσης, όπου η Φλόρενς έμεινε "κούφια από καρπό γυναίκα".
Μήπως, τουλάχιστον, σώζεται το βιβλίο, νοηματικά; Όχι. Ο συγγραφέας μοιάζει να μας λέει πως όλα είναι προδιαγεγραμμένα, οι ήρωες που είχαν κακή αρχή έχουν και κακό τέλος, κανένας δεν ξεφεύγει από την "προδιαγεγραμμένη κακή μοίρα του" και άλλες ξεπερασμένες αντιλήψεις.
Συνοπτικα: η αφήγηση είναι ανεπαρκής, δεν είναι υποβλητική, δεν καταφέρνει να μεταδώσει κανένα συναίσθημα ή ενδιαφέρον για τους χαρακτήρες ή την εξέλιξη της ιστορίας και γενικά όλο το σύνολο αποτυγχάνει οικτρά. Αν μπορούσα να βάλω μηδέν, θα το έβαζα.
Μέρες που είναι, έχω τόσες υποχρεώσεις (τραπεζώματα, ψώνια, παραλαβές συγγενών από το αεροδρόμιο) που δεν έχω την πολυτέλεια να γράψω πολλά. Θα προσπαθήσω να είμαι όσο πιο περιεκτική γίνεται:
Το μεγάλο ερώτημα που καίει, σχετικά με αυτό το βιβλίο, είναι αν είναι ένα πραγματικό αριστούργημα, όπως διατείνονται πολλοί άνθρωποι από τον χώρο. Κατηγορηματικά θα δηλώσω πως όχι, δεν είναι αριστούργημα. Δεν πλησιάζει καν. Είναι της μόδας στη χώρα μας να θεωρούμε αριστουργήματα βιβλία που χαρακτηρίζονται από έναν άκρατο λεκτικό πληθωρισμό. Ο λεκτικός πληθωρισμός δεν είναι λογοτεχνία φίλοι μου (και φίλες μου). Μόνο εδώ και στο Βιετνάμ, ίσως και στην Ινδονησία, έχουμε θεοποιήσει τόσο την ατέρμονη λυρικότητα και τον λεκτικό πληθωρισμό. Μελετήστε σας παρακαλώ τους μεγάλους της λογοτεχνίας, κλασικούς και σύγχρονους, να δείτε πως κινούνται λογοτεχνικά, τον μινιμαλισμό και την λιτότητα που τους χαρακτηρίζει. Δεν κουράζουν, ξεκουράζουν, δεν πληθωρίζουν, αφαιρούν. Είναι όσο πρέπει λογοτέχνες. Ο πληθωρισμός είνα�� αδυναμία. Θυμίζει την τραγουδιάρα, που κρύβει την ασχήμια της πίσω από τα μαλλιά - υπερπαραγωγή, τις ψεύτικες βλεφαρίδες, τις πούδρες και τις πάστες με τις οποίες έχει σοφαντίσει το πρόσωπό της. Τι θα μείνει αν την δεις ένα φτωχό πρωί να ξυπνάει; Σχεδόν τίποτα! Με τον λεκτικό πληθωρισμό προσπαθούν οι συγγραφείς να κρύψουν τις αδυναμίες τους. Νομοτελειακά, οδηγούνται σε έναν επίσης άκρατο και ενοχλητικό ναρκισσισμό, αφού αυτός ο πληθωρισμός τους δίνει την ψευδαίσθηση ότι γράφουν το πιο γ@ματο κείμενο που έχει γραφτεί ποτέ. Κάπως έτσι, φοράνε μπερέδες στο κεφάλι τους και φωτογραφίζονται γεμάτοι έπαρση, τονίζουν στο βιογραφικό τους ότι βρίσκονται μεταξύ Αθήνας και Λονδίνου (σιγά τ' αυγά 😅) κι ότι ήταν άτυχοι που δεν έχουν κερδίσει κάποιο βραβείο ως τώρα. Χαλαρ��στε ρε παιδιά, στην Ελλάδα είμαστε. Θα πουλήσετε "εξακόσα" αντίτυπα και that's it!! Είμαι δίκαιος άνθρωπος, δεν θέλω να λέω πράγματα που έχει φανταστεί το μυαλουδάκι μου. Ο ναρκισσισμός του συγγραφέα περνάει στο κείμενό του, και είναι σπαστικός αρκετά. Δεν χρειάζεται όλη αυτή η επίδειξη γνώσεων. Πιο πολύ με μεγαλομανία μοιάζει, παρά με πραγματική υπεροχή. Κουράζει. Ως τώρα, απέδειξα με τα δικά μου επιχειρηματάκια, γιατί δεν το θεωρώ ως αριστούργημα. Φανταστείτε, δεν ακούμπησα καν την ανάπτυξη της "πλοκής". Θα μου πει κάποιος ότι δεν είναι ένα μυθιστόρημα. Προσπαθούν να το περάσουν ύπουλα όμως, ως "μυθιστόρημα. Σαφής η αδυναμία κατασκευής μια ενιαίας ιστορίας. Το τρικ που γράφει διάφορα αυτόνομα "διηγήματα" ο εκάστοτε συγγραφέας, με την ελπίδα να βρει μια σύνδεση στο τέλος, είναι πολύ γνωστό, και παλιακό. Επαναλαμβάνω ότι δείχνει συγγραφική αδυναμία. Πιο απλά να το πω: Δεν έχεις ιδέα τις θες να γράψεις, και αρχίζεις και γράφεις ότι να 'ναι. Νομίζω ότι ο συγγραφέας εδώ άρχισε να γράφει ότι να 'ναι, παρασυρμένος από ένας παροξυσμό συγγραφικού μεγαλείου, με αντικειμενικό σκοπό, να εντυπωσιάσει τα πλήθη, με εύκολους και κλασικούς εντυπιασμούς. Στο τέλος, οκέι μπράδερε εντ σίστερες, βρήκε ένα κοινό σημείο. Σιγα τα ωά!
Παρόλο που δεν είναι αριστούργημα όμως, δεν μπορώ (προσωπικά) να το ισοπεδώσω. Υπάρχει ταλέντο, και τα τρία αστεράκια τα δίνω, επειδή είναι πολύ δύσκολο (αντικειμενικά) να γράψεις ένα Raw κείμενο τόσως σελίδων, χωρίς καθόλου διαλόγους. Αυτό το δίνω στον συγγραφέα. Σκοπός μου δεν είναι να νιώσω καλά, ως άλλη μία ναρκισσιστική αναγνωστική προσωπικότητα που αντλώ χαρά ισοπεδώνοντας έναν άνθρωπο, αλλά να παραθέσω, με ειλικρινέστατη διάθεση, αυτά που πιστεύω. Αν αφήσει τον εαυτό του να ταπεινωθεί ο Νικολακόπουλος (και να μην ακούει τις μεγαλοστομίες και τις κολακείες των συγγενών και φίλων (κάνουν κακό, προσοχή), μπορεί κάποια στιγμή να γράψει ένα πραγματικό αριστούργημα. Διαθέτει φαντασία μπόλικη, δείχνει ότι έχει όρεξη να γράφει...οπότε ας αφήσει τις υπερβολές, και τα καλύτερα μπορεί να έρθουν. Να κλείσουμε και λίγο θετικά!!
Αριστούργημα! Ένα βιβλίο φαινόμενο για τα ελληνικά ομολογουμένως ερασιτεχνικά δεδομένα, o Νικολακοπούλους είναι ίσως η δυνατότερη πένα που έχουμε!
Μια σύγχρονη, αλλά ταυτόχρονα, timeless ηθογραφία, μια αφήγηση και εξερεύνηση στην σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης, ένα βιβλίο με στιβαρές ρίζες στην Ευρώπη του χτες αλλά και του σήμερα.
Τέσσερις φαινομενικά ασύνδετες ιστορίες που εν τέλει υφαίνουν έναν ιστό γύρω από τα αρχαία μυστηριακά και γεμάτα αίμα ποτάμια της Ευρώπης, ένας ιστός γεμάτος πόνο, εκδίκηση και ανθρώπινη φύση.
Το βιβλίο ήταν απίστευτα εθιστικό, τα πολύ μικρά κεφάλαια και η απουσία διαλόγων σε συνδιασμό με τον ενίοτε καταιγισμό πληροφοριών το έκανε ένα απολαυστικό page turner...
Με την Αποδοχή Κληρονομιάς και τον Σάλτο στο μυαλό, ανυπομονούσα για αυτό το σπονδυλωτό βιβλιαράκι. Θα πρέπει να ομολογήσω ότι κάπως απογοητεύτηκα, αν μη τι άλλο, επειδή στα δύο προηγούμενα βιβλία που ανέφερα, ο Νικολακόπουλος δείχνει να ελέγχει απολύτως τα υλικά της γραφής του και να ελίσσεται με ευκολία και κυρίως οικονομία στο ύφος και τις λεκτικές του επιλογές.
Εδώ τα κλισέ αποδυναμώνουν τα ενδιαφέροντα μεν, άνευρα δε, πορτραίτα που πάει να στήσει, θυμίζοντας πολύ περισσότερο τηλεοπτικό ρεπορτάζ που κυνηγάει τον αισθησιασμό παρά τη λιτή και ευθύβολη γραφή που μας είχε παρουσιάσει τα προηγούμενα χρόνια.
Η ιδέα του να αιχμαλωτίσει κανείς σε τέσσερις βινιέτες τις οιμωγές της νεωτερικής Ευρώπης που γεννιέται μέσα στην ομίχλη, στο κίτρινο φως της ηλεκτροδότησης, στις αρρώστιες, στις βικτωριανές ανησυχίες, στον καπιταλισμό και την αποικιοκρατία αφήνει πράγματι συναρπαστικές υποσχέσεις, που φαίνεται ότι σε επίπεδο έρευνας, έχουν σίγουρα μελετηθεί εκτενώς. Απ' αυτήν την άποψη, καταλαβαίνω την προσπάθεια για ένα λογοτεχνικό cabinet of curiosity, ένα Wunderkammer προς το οποίο νεύει και το αβανταδόρικο εξωφύλλο, ωστόσο η υπερβολή στα ασύνδετα σχήματα και στην παράθεση ανεκδοτολογικών στοιχείων καταλήγει σε μια άσκηση στιλιζαρίσματος που καταπίνει την αφήγηση και κάνει τα πρόσωπα να ασφυκτιούν.
Ελπίζω, πάντως, σε κάποιον νέο, ζουμερό, κι απαλλαγμένο από βερμπαλισμούς καρπό σύντομα.
Μιας και ο Ανδρέας Νικολακόπουλος είναι από τους εγχώριους συγγραφείς που παρακολουθώ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από πέρυσι που διάβασα την Αποδοχή Κληρονομιάς, περίμενα με ανυπομονησία το επόμενό του βήμα. Η περιέργειά μου φούντωσε όταν έμαθα πως πρόκειται για μυθιστόρημα, εκτοξεύτηκε όταν, λίγο πριν την επίσημη κυκλοφορία, διάβασα την εισαγωγή και είδα τα περιεχόμενα, αλλά δοκιμάστηκε κάπως όταν πληροφορήθηκα ότι το υπερφυσικό στοιχείο είναι φαινομενικά ανύπαρκτο.
Θα σταθώ λίγο στα προαναφερθέντα περιεχόμενα: καθένα απ’ τα πολυάριθμα κεφάλαια που συνθέτουν το σπονδυλωτό μυθιστόρημα είναι γραμμένο σε κάποια ξένη γλώσσα – Γαλλικά, Νορβηγικά, Αγγλικά, Ουαλικά, Ινδικά. Καθώς προχωρούσα στις σελίδες του διαπίστωσα ότι η γλώσσα του εκάστοτε τίτλου συμβαδίζει με την τοποθεσία όπου εκτυλίσσεται το αντίστοιχο κεφάλαιο – κάθε τίτλος αποτελεί ένα γλωσσικό αποτύπωμα του ταξιδιού του αφηγητή· ενός αφηγητή αποστασιοποιημένου και ουδέτερου (σχεδόν) σε όλη την έκταση του βιβλίου (όπως άλλωστε και στα προηγούμενα έργα του), μιας διακριτικής μα πανέμορφης φωνής που ξεδιπλώνει το νήμα του βίου των τεσσάρων πρωταγωνιστών χωρίς να αναλώνεται σε διαλόγους (εκ των οποίων δεν υπάρχει ούτε ένας στο βιβλίο) και εσωτερικούς μονολόγους.
Το βιβλίο διαδραματίζεται στην Ευρώπη (και ενίοτε εκτός αυτής) του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Αποτελείται από μια εισαγωγή μυθικής αύρας (που θυμίζει κάπως το πνεύμα των Atlantean Kodex) για την προέλευση των ποταμών της ηπείρου και τέσσερα μέρη που το καθένα επικεντρώνεται σε μια ευρωπαϊκή χώρα (δίχως να διστάζει να εξερευνήσει κι άλλους τόπους). Σε κάθε μέρος ακολουθούμε τη ζωή ενός προσώπου: ενός δημίου στη Γαλλία, μιας ορφανής κοπέλας στη Νορβηγία, ενός νεαρού από ριζοσπαστική εργατική οικογένεια στην Ουαλία και μιας γυναίκας που καταφέρνει να υψωθεί από τους κοιτώνες του ορφανοτροφείου στα υψίπεδα της κοινωνίας στην Αγγλία. Οι τρεις πρώτες ιστορίες μοιάζουν εκ πρώτης όψεως ασύνδετες μεταξύ τους, μα συγκλίνουν με χειρουργική ακρίβεια στο τέταρτο, μεγαλύτερο και πιο εντυπωσιακό μέρος όπου βλέπουμε πώς μπλέκονται τα υδάτινα ρεύματα των τεσσάρων υπάρξεων και δικαιολογείται απόλυτα ο μυθιστορηματικός χαρακτηρισμός του βιβλίου.
Με αφορμή τις ζωές των πρωταγωνιστών ο συγγραφέας σμιλεύει με φοβερή λεπτομέρεια και μεράκι το τοπίο γεωγραφικά, ιστορικά, κοινωνικά, λειτουργώντας ως περιηγητής που μας συστήνει τον Ευρωπαϊκό χώρο. Ξαποσταίνει στα δάση και τις κουζίνες του κάθε τόπου, σε εξεγέρσεις, ήττες, δοξασίες και άλλες παραμελημένες ιστορίες, και σε διάφορα αξιοπερίεργα που του κίνησαν το ενδιαφέρον (όπως η ιστορία της γκιλοτίνας στο πρώτο μέρος). Για μένα (που δεν τρέφω μεγάλη συμπάθεια για την ανθρωποκεντρική λογοτεχνία που επικεντρώνεται σε εσωτερικούς μονολόγους και εκτενή ψυχογραφήματα) η μαγεία του έργου βρίσκεται κατεξοχήν σ’ αυτές τις λεπτομέρειες που το μεταμορφώνουν σ’ έναν μαγικό άτλαντα της Ευρώπης, σε ένα κυάλι που σε κάνει να σταθείς αμέτρητες φορές για να ψάξεις το τάδε μέρος ή ιστορική αναφορά, το δείνα πρόσωπο και μύθο. Η αξία του οδηγού αυτού γίνεται ακόμη μεγαλύτερη γνωρίζοντας πως ο συγγραφέας έχει ζήσει σε πολλά από αυτά τα μέρη και έχει ζυμωθεί μαζί τους, κάτι που γίνεται φανερό κι από το χρώμα και τη ζωντάνια με την οποία τα παρουσιάζει.
Παράλληλα οι βασικές ιστορίες των χαρακτήρων είναι στιβαρές, τυλιγμένες στον πόνο και τη θλίψη, και κρατάνε αμείωτο το ενδιαφέρον τόσο θεματολογικά όσο και δομικά, δοσμένες καθώς είναι με μαεστρικό ύφος, κεφάλαια εύπεπτου μεγέθους και περίτεχνη γλώσσα, πιο στρωτή από τα προηγούμενα βιβλία του συγγραφέα, μια πένα που περιορίζει τις πιο φανταχτερές εξάρσεις και χαλιναγωγείται στην υπηρεσία της αφήγησης. Η θεματολογία είναι βαριά και ανασκαλεύει κάποια πολύ σκοτεινά σημεία του ανθρώπινου ψυχισμού και των πράξεων που μπορεί να κυοφορήσει η συνείδηση· η δε πορεία των χαρακτήρων έλκει το σκοτάδι και ενίοτε καταλήγει σε εξοργιστικά, ηθικά και πνευματικά, ατοπήματα. Παρά τη φαινομενική έλλειψη υπερφυσικού το έργο διαπνέεται από μια παντοδύναμη μυθική ανάσα που κυλάει ελάχιστα κάτω απ’ την επιφάνεια, όπως γίνεται εμφανές από την υπέροχη εισαγωγή μέχρι την καταιγίδα στα τελειώματα του πρώτου μέρους, την περίτεχνη περιγραφή της τέχνης των δηλητηρίων στο τέταρτο, αλλά και τη διαρκή παρουσία του νερού και του αίματος, των σκούρων ορμητικών χειμάρρων που διαποτίζουν το κείμενο κι ολόκληρη τη Γηραιά ήπειρο.
Ένα βιβλίο για το σκοτάδι της ανθρώπινης ύπαρξης και τις ζωές ατόμων που έδρασαν στο περιθώριο, ένας άτλαντας για μια Ευρώπη στις παρυφές της ιστορίας και του μύθου, για τόπους που βρέχονται από φυσικά και υπερφυσικά ύδατα, μέρη για τα οποία ήδη νιώθω νοσταλγία δίχως απαραίτητα να τα έχω επισκεφτεί σωματικά.
Δεν έχω πρόβλημα όταν ο συγγραφέας κάνει ανελέητη επίδειξη γνώσεων, υπάρχουν άλλωστε συγγραφείς που έγιναν μύθοι κάνοντας το ίδιο, όπως πχ ο Έκο, αλλά όταν το ανεξάντλητο κι εξαντλητικό name dropping δεν οδηγεί πουθενά πέρα από την αυταρέσκεια και το ναρκισσισμό, τότε το ένα αστεράκι ίσως είναι υπερβολικά αυστηρό, αλλά εκφράζει και μια δικαιολογημένη αγανάκτηση, ειδικά σε περιπτώσεις που βιβλίο προωθείται ως ένα πολυαναμενόμενο αριστούργημα (αλλά κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει ποτέ) και μένεις στο τέλος όχι με μια υπερφιλόδοξη αποτυχία που πέφτει κάτω από το βάρος των προθέσεων (αυτό θα ήταν σίγουρα ενδιαφέρον, ενδεχομένως και αποκαλυπτικό), αλλά με κάτι εκκωφαντικά κενό.
Κι επειδή ο συγγραφέας είναι (και) σεφ, θα κάνω την παντελώς προβλέψιμη σύγκριση με ένα περίτεχνο και εντυπωσιακό στην όψη πιάτο, που το δοκιμάζεις και είναι τελείως άνοστο. Για χόρταση ούτε λόγος.
Τι κοινό μπορεί να έχουν ένας μονόφθαλμος δήμιος στη Γαλλία, μια ορφανή κοπέλα στη Νορβηγία, ένας νεαρός εργατικών καταβολών στην Ουαλία και μια γυναίκα που ξεκινάει από τους κοιτώνες ενός ορφανοτροφείου στην Αγγλία και καταφέρνει να ανέβει κοινωνικά;
Ο Νικολακόπουλος αυτή τη φορά ξεφεύγει και από τη μικρή φόρμα των διηγημάτων και από τα (γλωσσικά) όρια της ελληνικής επαρχίας. Από τη Γαλλία στη Νορβηγία και από εκεί στην Ουαλία και την Αγγλία, κάνοντας και ένα πέρασμα από την Ινδία, κάπου στα τέλη του 19ου αι. και στις αρχές του 20ού, με τον τίτλο κάθε κεφαλαίου να είναι γραμμένος στην εκάστοτε γλώσσα.
Όσο για το πώς συνδέονται οι 4 ιστορίες, ας πούμε ότι φαίνεται στο τελευταίο μέρος. Βέβαια, όλες έχουν κοινά χαρακτηριστικά: η Ευρώπη είναι σε ταραχή, οι πρωταγωνιστές βρίσκονται στο κέντρο ενός κύκλου αίματος, το νερό ως στοιχείο της φύσης δεν σταματά να κυλά ακόμα και όταν οι άνθρωποι πεθαίνουν, το δε σκοτάδι είναι πάντα εκεί.
Αν και δεν βρήκα όλες τις ιστορίες εξίσου δυνατές -προσωπικά, ξεχωρίζω αυτή του δήμιου Τιμπό Γκωντέν, ενώ, στο τελευταίο μέρος, η περιγραφή της τέχνης των δηλητηρίων είναι μαεστρική-, σίγουρα δεν βρήκα καμία αδιάφορη. Και αυτό οφείλεται στη φαντασία και τη γραφή του Νικολακόπουλου.
Το βρήκα απογοητευτικό. Οι ιστορίες μεταξύ τους εμφανίζουν στο τέλος τη σύνδεσή τους και ως επι το πλείστον μοιάζει σαν μια ατελείωτη περιγραφή πραγμάτων. Ωραίες οι περιγραφές γενικά, δε λέω, αλλά καλό είναι να φτάνουν και σε μια ουσία, σε μια κορύφωση, έστω σε μια αποτύπωση αίσθησης κι ας είναι και φευγαλέα. Το τελευταίο κομμάτι με το εργαστήριο και τη μαγεία το βρήκα ενδιαφερον. Η συνεχής παραβολή ονομάτων τόπων επίσης δε μου έδωσε την πραγματική αίσθηση των μερών. Μου έλειψε η ουσιαστική ιστορία, και κάτι ελπιδοφόρο και όμορφο, που να μην είναι μόνο βασανισμός και πόνος.
Επιπλέον, η περιγραφή της ιστορίας του Νειθαν και της γυναίκας, μου φάνηκε δοσμένη καθαρά από την κυρίαρχη cis ανδρική ματιά με μια γλώσσα που ο,τι κι αν προσπαθεί να εκφράσει, θυμίζει εποχές από τις οποίες έχουμε διανύσει τόσο δρόμο. Κρίμα.
Μια ιστορία, όχι. Πολλές παράλληλες ιστορίες που με κάποιον τρόπο στο τέλος, συνδέονται με το κατ' εμένα πανέμορφο κεφάλαιο. Ο Νικολακόπουλος ξέρει να λέει ιστορίες. Ενα ακόμα πράγμα που θαυμάζω και κάποιοι το μεταφράζουν ως show off ( δεν συμφωνώ) είναι πως πριν γράψει μελετάει. Δεν είναι κακό να γνωρίζεις τους τόπους, τις συνήθειες μιας άλλης εποχής, την κατάσταση που επικρατούσε στις πόλεις. Κακό είναι όμως να αραδιαζεις ένα σωρό ονόματα που βάζουν φρένο στην ιστορία και που οι περισσότεροι θα διαβάσουμε διαγώνια. Αυτό δυστυχώς συμβαίνει πολλές φορές μέσα στο βιβλίο και αφαιρεί απόλαυση.
«...Έκανα ένα βήμα μπροστά και γονάτισα στην εξέδρα. Ακούμπησα σαν υπνωτισμένη τον λαιμό μου στην οπή της λείας καμπύλης και όσο τα γόνατά μου γδέρνονταν στο άγριο ξύλο, έμεινα να περιμένω, αναλογιζόμενη πως ό,τι επιλογές κι αν έκανα, η μοίρα μου ήταν η λεπίδα από τη μέρα που γεννήθηκα...»
Ο Ανδρέας Νικολακόπουλος (Αθήνα, 1983) επινοεί μια ιστορία που θα μπορούσε να σταθεί με αξιώσεις. Δυστυχώς, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Το πρώτο από τα τρία μέρη του μυθιστορήματος, αυτό που φέρει τον τίτλο «Γαλλία», ξεχωρίζει. Είναι το μόνο που σχεδόν επιτυγχάνει, στην αποτύπωση της ιστορίας του μονόφθαλμου δήμιου «με το Χρυσό Μάτι» Τιμπό Γκωντέν, να ικανοποιήσει τον αναγνώστη. Παραθέτω:
«Το επώνυμο Γκωντέν είχε γίνει πια συνώνυμο της τιμωρίας. Της πιο σκληρής και αναπόδραστης από όλες. Μα και της πιο λαοφιλούς. Μικρές γκιλοτίνες –πλήρη πιστά αντίγραφα– των εβδομήντα εκατοστών θεωρούνταν το ιδανικό δώρο για τα παιδιά της πρωτεύουσας, τα οποία αποκεφάλιζαν χωρίς δισταγμό τρωκτικά, μικρά πτηνά και πορσελάνινες κούκλες στα δωμάτια των σπιτιών τους. Κάθε φορά που οι εφημερίδες ανακοίνωναν κάποιον επερχόμενο αποκεφαλισμό ως καταδίκη, ο κόσμος συνέρρεε στην Πλας ντε λα Κονκόρντ κατά κύματα, προκειμένου να απολαύσει το ψυχαγωγικό θέαμα του αποκεφαλισμού και την αποσβολωτική εικόνα του πίδακα του αίματος» (σ. 37).
Ο Νικολακόπουλος, σε πενήντα σελίδες, αφηγείται τη ζωή του τελειομανούς δήμιου που στα τέλη του 19ου αιώνα θα γίνει θρύλος. Χωρίς να φείδεται περιγραφών σκιαγραφεί την προσωπικότητα ενός ανθρώπου που, ενώ εξασκεί το άχαρο και κυνικό επάγγελμα, προσπαθεί να του ενσταλάξει ψήγματα ανθρωπισμού: «Μεγάλωνε η φήμη του Γκωντέν και άρχισαν να ζητούν τις υπηρεσίες του σε διάφορες πόλεις και χωριά εντός Παρισιού. Ο λόγος ήταν ότι ο Τιμπό εργαζόταν διακριτικά. Δεν ήταν χαιρέκακος. Δεν ήθελε να υποφέρουν οι καταδικασμένοι. Αν γνώριζαν την ακριβή στιγμή της τιμωρίας τους, γίνονταν πιο ανήσυχοι και ξεσήκωναν ολόκληρη τη φυλακή. [...] Ο δικός του τρόπος ήταν πιο αθόρυβος. Απαιτούσε να μη γνωρίζει κανείς άλλος πέραν του δικαστή και των κατηγόρων την ημερομηνία εκτέλεσης και, φυσικά, ούτε ο μελλοθάνατος» (σσ. 49-50). «Η διαδικασία έπρεπε να κρατήσει δύο εκατοστά του δευτερολέπτου και ούτε στιγμή παραπάνω. Υποχρέωσή του ήταν να είναι γρήγορος και αποτελεσματικός. Ακαριαίος» (σ. 45). Αλλά και «Ο πρώτος αποκεφαλισμός του Τιμπό δούλεψε σαν καλοκουρδισμένο ρολόι. Κανείς δεν άκουσε το τσούλημα της λεπίδας στα πλαϊνά και κανείς δεν αντιλήφθηκε το κλάμα του καταδικασμένου προτού χάσει το κεφάλι του, σε λιγότερο χρόνο από το ανοιγόκλειμα των ματιών. Όλοι όμως άκουσαν την πτώση του κομμένου κεφαλιού στην ξύλινη εξέδρα και εκείνος ήταν ο μόνος ήχος που έσπασε τη σιωπή του πλήθους. Αυτό το υπόκωφο χτύπημα, σαν να πέφτει σακί με ρύζι στις ξύλινες τάβλες, ήταν το μόνο που έπρεπε να ακουστεί και έτσι συνέβη. Η ψυχαναγκαστική πλευρά του Τιμπό Γκωντέν βρισκόταν σε οργασμό» (σ. 46).
Σημειώστε εδώ –αν και τα συγκεκριμένα αποσπάσματα είναι από τα καλά του βιβλίου– ότι τόσο αυτό το «τσούλημα της λεπίδας» όσο και το «ανοιγόκλειμα των ματιών» κλωτσάνε αισθητικά.
Η μοχθηρή φύση του επαγγέλματος του δήμιου βρίσκει, στην περίπτωση του Γκωντέν, αντίβαρο και στον αγαπημένο του σκύλο. Ο Νικολακόπουλος, ελλειπτικά, χωρίς να καταφεύγει σε ευθύβολες παρατηρήσεις, προσφέρει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να προσεγγίσει τον ιδιότυπο ψυχισμό του δήμιού του. Τη σιωπηλή και νωχελική ψυχοσύνθεση ενός ανθρώπου που αποδέχεται στωικά τη θέση του και επιστρατεύει ως ύστατο καταφύγιο τον ψυχαναγκασμό του και την άδολη αγάπη ενός σκύλου.
Η συνέχεια δεν στέκεται στο ίδιο επίπεδο. Ο συγγραφέας προβληματίζει τόσο πολύ με τη χρήση της γλώσσας και με συγκεκριμένες στυλιστικές επιλογές που αφήνει ελάχιστα περιθώρια για να τον κρίνει κανείς με επιείκεια. Παραθέτω ενδεικτικά:
«Τα επόμενα οκτώ χρόνια πέρασαν βουτηγμένα σε μια ναρκωμένη απάθεια και σε μια σχεδόν κατατονική και λιγωτική καθημερινότητα χωρίς ψυχή και εναλλαγές» (σ. 88).
«Οι άντρες γέλασαν συναινετικά, οι γάτες γουργούρισαν και για πρώτη φορά η καρδιά της Ίνγκερν πέτρωσε σαν να έπεσε επάνω της μια φέ��α παγωνιά» (σ. 94).
«Εκείνη την εποχή, το Πέναρθ δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα γραφικό ψαροχώρι έκτασης εννιακοσίων στρεμμάτων, ερχόμενο αγκομαχώντας από τη μεσαιωνική εποχή, με το ρημαγμένο κάστρο του και τα χορταριασμένα στην παραλία τείχη του να τραβάνε την προσοχή στην πρώτη ματιά» (σ. 129).
«Εκείνοι οι σκληροτράχηλοι εργάτες, μετά από πολλές συγκρούσεις με απεργοσπάστες και αστυφύλακες, πήδηξαν οριστικά το ποτάμι και συνέχισαν να παίζουν ακάθεκτοι και φανερά αδυνατισμένοι –με τις τραγιάσκες να επιπλέουν στα κεφάλια τους– με την μπάλα τους στην Μπράουνινγκ Ρόουντ [...]» (σ. 184).
«Ένα τέτοιο ήσυχο πρωινό εκείνων των ζοφερών ημερών του θανατόφιλου 19ου αιώνα, στα σκαλιά του μουχλιασμένου από την υγρασία ορφανοτροφείου ονόματι Γουίλλοου στο Σάουθγκεϊτ του Βόρειου Λονδίνου, κάποιο μικροσκοπικό ψάθινο μισόκλειστο καλάθι έσπαγε με θόρυβο την πρωινή γαλακτερή ομίχλη και την υγρή πάχνη από τα τελευταία σπίτια του Νιου Μπάρνετ μέχρι τις νοτισμένες αυλές και τις σταχτοπράσινες σκεπές του Παλμερς Γκρην» (σ. 189).
«Πρέπει να ήταν λίγο μετά το τέταρτο ποτήρι σανσουσί, όταν την πλησίασε με αέρα πορθητή ένας ψηλόλιγνος καστανόξανθος άντρας» (σ. 235).
«Η φιλόδοξη και αδίστακτη ματιά του Νέιθαν Λεβί ταίριαξε απόλυτα με την εξίσου κυνική και σαγηνευτική φύση της γυναικας» (σ. 238).
«Έτσι, χωρίς ρούχα, δείπνησαν στο κρεβάτι τους, τρώγοντας δύο πιάτα μασάλα ντόσα που άφησε ο πανδοχέας έξω από την πόρτα. Πριν ξημερώσει και, ενώ η βροχή συνέχιζε να μαστιγώνει τις μπανανιές και τις στέγες, η νεαρή γυναίκα πήρε μέσα της –σε μια στιγμή ζωώδους ζευγαρώματος που περιλάμβανε δαγκωματιές και γρυλίσματα– όλη τη ζωογόνο ορμή του Νέιθαν Λεβί που έμοιαζε εκείνο το βράδυ με χείμαρρο και ωκεανό μαζί» (σ. 251).
«Τρεις μέρες μετά και ύστερα από αμέτρητους τόνους βροχής και στιγμές λιγωτικού έρωτα, ο ουρανός σταμάτησε να στάζει» (σ. 252).
Ο Νικολακόπουλος δίνει την εντύπωση ότι μεταφράζει ένα μυθιστόρημα –πιθανώς από τα αγγλικά– που, στα καλύτερα σημεία του, μιμείται αποτυχημένα το ύφος του Κάρολου Ντίκενς, ενώ, στα λιγότερο καλά, κάποιο ευτελές παλπ ανάγνωσμα. Δίνει την εντύπωση ότι ανάμεσα στον ίδιο και στο συγγραφικό του δαιμόνιο παρεμβάλλεται διαρκώς κάποιος που μεταφράζει. Αν τώρα προσθέσει κανείς στο μίγμα και κάποια πραγματολογικά λάθη αντιλαμβάνεται τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο αναγνώστης. Παραθέτω: «Ύστερα άνοιξε το παράθυρο και πήδηξε έξω στο χορτάρι [...]» ενώ μερικές σελίδες πιο πίσω έχουμε πληροφορηθεί ότι ο συγκεκριμένος χώρος βρίσκεται στο «[...] δεύτερο και ακόμα σκοτεινότερο υπόγειο» (σ. 83). Ή όταν ένα υπό διωγμό ζευγάρι μετά από πολλές κακουχίες και αφού έχει βρει καταφύγιο σε μια καλύβα στο δάσος με «[...] στρωμένο με άχυρο δάπεδο, χωρίς φωτιά ή κερί να σπάει το σκοτάδι» (σ. 150) και το επόμενο πρωινό «[ο] καλπασμός των αλόγων και οι φωναχτές αστυνομικές διαταγές, μαζί με τα παραγγέλματα των ανωτέρων, ξύπνησαν την Κίμπερλι Ρόουζ, που τρομαγμένη κατάλαβε πως ο Μπραντ έλειπε από δίπλα της» (ό.π), διαβάζουμε ότι ο Μπραντ χτύπησε την πόρτα «συνθηματικά» και εμφανίστηκε «[ν]τυμένος με ένα κατάλευκο κοστούμι, φρεσκοξυρισμένος και με μια τεράστια κοκκινοκίτρινη ανθοδέσμη στα χέρια του» (ό.π.). Όλα αυτά δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ αποπροσανατολισμού. Όσο καλή διάθεση κι αν έχει ο αναγνώστης δεν δύναται παρά άλλοτε να απορεί και άλλοτε να γελάει.
Μήνας Νικολακόπουλου ο φετινός Οκτώβρης, μιας και αφού ολοκλήρωσα τον εξαιρετικό περσινό Σάλτο πριν από μερικές ημέρες, έπεσα αμέσως με τα μούτρα στο ολοκαίνουργιο βιβλίο του, το πρώτο του μυθιστόρημα μετά από τρεις απανωτές συλλογές διηγημάτων, το συγκλονιστικό Φλόρενς Μπλαντ.
Πρόκειται για ένα οδοιπορικό τεσσάρων ετερόκλητων, αλλά ισότιμα εμμονικών χαρακτήρων, ενός δημίου, ενός ορφανού κοριτσιού, ενός ξεπεσμένου επαναστάτη, και μιας δηλητηριάστριας, με φόντο την πολυτάραχη βορειοδυτική Ευρώπη του μεταιχμίου του 20ου αιώνα. Τέσσερις φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους ιστορίες, που όμως βρίσκουν τρόπους να σμίγουν και να συμπίπτουν, σαν μανιασμένοι παραπόταμοι που εκβάλλουν βίαια στο κυρίως ρέμα, και έχουν κοινή κατεύθυνση και προορισμό: το αίμα.
Θεματολογικά, το Φλόρενς Μπλαντ είναι δυσβάσταχτα σκοτεινό. Οι ήρωές του γυροβολούν σε ένα αέναο κύκλο βίας, κακοποιούνται και κακοποιούν, καταστρέφονται και καταστρέφουν, βυθίζονται στο σκότος πρόθυμα, ολοκληρωτικά, αμετανόητα. Μάλιστα, κάποιες πτυχές μιας συγκεκριμένης ιστορίας είναι τόσο βαθιά τραυματικές, που αναγκάστηκα να το αφήσω κάτω για μια-δυο μέρες. Αλλά με κάποιο τρόπο, το βιβλίο σε τραβάει σαν μαγνήτης να επιστρέψεις πίσω στις σελίδες του. Τι είναι, λοιπόν, αυτό που το κάνει τόσο διαολεμένα εθιστικό; Για μένα, είναι ο τρόπος προσέγγισης και γενικότερης συγγραφικής στάσης.
Ο Ανδρέας Νικολακόπουλος εφευρίσκει ένα αξιοθαύμαστο τέχνασμα: συνοψίζει τα σημαντικά, και εντρυφεί στα ασήμαντα. Αντιμετωπίζει τον πόνο και την οδύνη που βιώνουν οι ήρωές του επιγραμματικά, λακωνικά, αποστασιοποιημένα (ενδεικτική η παντελής απουσία διαλόγων σε ολόκληρο το βιβλίο), αποφεύγοντας εύστοχα τον οποιοδήποτε μελοδραματισμό, και επιστρατεύει το πηγαίο ταλέντο του στις γλαφυρές περιγραφές, εστιάζοντας στα μικρά και ανεπαίσθητα: στην μυρωδιά ενός γεύματος, στην υφή ενός υφάσματος, στην μορφολογία ενός λόφου, ή την ιστορία ενός κτιρίου.
Παράλληλα, στήνει ένα στιβαρό μυθολογικό υπόβαθρο, με μια σειρά από λαογραφικές αφηγήσεις θρύλων και δοξασιών, που δίνουν την εντύπωση ότι η γη πάνω στην οποία οι μοντέρνοι άνθρωποι έστησαν τις σύγχρονες, απομαγεμένες πολιτείες τους είναι ζωντανή, αναπνέει, κι ενίοτε, βρυχάται. Ότι μπορεί να μην τους αντιλαμβανόμαστε, αλλά οι αρχέγονοι θεοί βρίσκονται ακόμη εκεί, κρυμμένοι στα δάση στις παρυφές των δρόμων μας, ή στα νερά των ποταμών που διασχίζουν τις πόλεις μας, και μας παρακολουθούν, άλλοι κλαίγοντας, κι άλλοι γελώντας με τις συμφορές μας. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Φλόρενς Μπλαντ φαντάζει σαν ένα κομμάτι μιας χαμένης στο χρόνο μυθολογίας, ή αφήγηση κάποιας σπουδαίας προφορικής παράδοσης.
Παραθέτω ένα απόσπασμα από την κοσμογονική ιστορία του εισαγωγικού κεφαλαίου:
“Το μένος του ποταμού, όμως, δεν σταμάτησε εκεί. Τα νερά συγκεντρώθηκαν στην άκρη ενός καταρράκτη και, αφού πήδηξαν κάθετα στο κενό, βάλθηκαν να σκάβουν με την ορμή τους κατακόρυφα τη γη, περνώντας μέσα από φλοιούς, από αφώτιστα βάθη και τεκτονικές πλάκες, σαν τεράστιος γεωσκώληκας χωρίς δακτυλίους ή μάτια. Ύστερα πέρασαν κάτω από τους πυθμένες των θαλασσών και των ωκεανών και ακόμα πιο χαμηλά από τις ρίζες των Μεγάλων Οροσειρών. Μέχρι που ανάβλυσαν σαν γιγαντιαίοι πίδακες σε όλη τη γνωστή έως τότε Παλιά Ήπειρο.”
Φλόρενς Μπλαντ, λοιπόν, ένα βιβλίο που δεν θα σταματήσει να με απασχολεί σύντομα, και με διαφορά ότι καλύτερο έχω διαβάσει από την εγχώρια φετινή σοδειά. Κυκλοφορεί τώρα από τις Εκδόσεις Ίκαρος, αναζητήστε το.
Δεν μπορώ να καταλάβω με ποιον τρόπο αυτό το βιβλίο απέκτησε την φήμη του αριστουργήματος. Ιστορικές και ιατρικές ανακρίβειες θα τις αγνοήσω (αν και υπάρχουν πολλές). Δεν θεωρώ σκοπό ενός μυθιστορήματος να μεταφέρει τέτοιου είδους πληροφορίες, αν και δεν θα ήταν κακό τα όσα γράφει να ανταποκρίνονται περισσότερο στην πραγματικότητα.
Σε γενικές γραμμές, είναι ένα συμπαθητικό βιβλίο, με ενδιαφέρουσα πλοκή. Σίγουρα ο συγγραφέας έχει φαντασία. Περίμενα να έχουν μια πιο εσκεμμένη και ενδιαφέρουσα σύνδεση οι ιστορίες μεταξύ τους. Είναι λες και γράφτηκαν τυχαία αυτές οι ιστορίες και στο τέλος είπε «ας τους κάνω να γνωρίζονται κάπως όλοι μεταξύ τους». Εστίασα σε κάποια στοιχεία που υπέρ ανέλυε, θεωρώντας ότι είναι σημαντικά στην εξέλιξη και ότι ίσως αναφερθούν ξανά. Σύντομα κατάλαβα ότι τέτοιου είδους στοιχεία δεν υπάρχουν σε αυτό το βιβλίο. Το γεγονός ότι είναι κατά κάποιο τρόπο όλα «προδιαγεγραμμένα» δεν με ενόχλησε τόσο, αν και μάλλον θα μου άρεσε να καταφέρει κάποιος να «σπάσει» αυτόν τον κύκλο.
Ο λόγος του δεν ρέει όσο εύκολα θα περίμενα και σε κάποια σημεία η προσπάθεια λογοτεχνικού εντυπωσιασμού επισκιάζει την πλοκή. Ο συγγραφέας υπέρ αναλύει τον περίγυρο, την ακριβή τοποθεσία και τα χρώματα κάθε αντικειμένου στον χώρο. Μου φάνηκε ενοχλητικό και θεώρησα ότι κλέβει χρόνο από τα γεγονότα και την εξέλιξη της ιστορίας. Διαδραματίζονται κάποια πολύ σκληρά γεγονότα, τα οποία αναφέρονται εντός μιας ή δύο προτάσεων μιας παραγράφου, ενώ η υπόλοιπη παράγραφος αφιερώνεται στην περιγραφή του περίγυρου. Ίσως αυτό έγινε εσκεμμένα, για να είναι πιο εύκολο το να «χωνέψεις» τα γεγονότα αυτά. Κάπως έτσι βέβαια καταλήγεις να αποστασιοποιείσαι από τους πρωταγωνιστές. Δεν μπορείς να δεθείς μαζί τους, οπότε και η κατάληξη τους σου είναι αδιάφορη. Αυτό θεωρώ και το κύριο πρόβλημα του βιβλίου. Δεν σου προκαλεί συναισθήματα και είναι μια ψυχρή αφήγηση.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Όταν ένα βιβλίο ολοκληρώνεται μέσα σε λίγες ώρες αυτό είναι ένδειξη πως έχουμε να κάνουμε με ένα καλό βιβλίο. Κάτι τέτοιο συνέβη με το νέο μυθιστόρημα του Ανδρέα Νικολακοπούλου. Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη συγκεκριμένα τέσσερις χώρες. Διαβάζοντας τη μια ιστορία μετά την άλλη, πηγαίνοντας από τη μια χώρα στην άλλη προσπαθούσα να δω με ποιόν τρόπο μπορεί να υπάρξει σύνδεση μεταξύ των συγκεκριμένων προσώπων της κάθε ιστορίας. Και έρχεται το τελευταίο μέρος να δώσει όλες τις απαντήσεις και να γίνει η σύνδεση από τον συγγραφέα με μεγάλη μαεστρία. Ήρωες βασανισμένοι και χτυπημένοι από την μοίρα που ναι μεν δεν δικαιολογούνται οι πράξεις τους όμως για κάποιο λόγο ένιωσα συμπόνια για αυτούς. Η γλαφυρή γραφή του συγγραφέα κάνει τις εικόνες και τις περιγραφές του βιβλίου πολύ παραστατικές και ζωντανές. Το βιβλίο είναι άκρως ατμοσφαιρικό. Θα το χαρακτήριζα σκοτεινό και σε κάποια σημεία άγριο που όμως κρύβει μέσα του όσο περίεργο και αν φαίνεται μια ομορφιά που κατάφερε να με γοητεύσει. Μπορώ άνετα από τώρα να πω πως το μυθιστόρημα αυτό ανήκει ήδη στα καλύτερα της νέας αυτής αναγνωστικής χρονιάς!
2.5 Αυτό που με στεναχωρεί σε αυτό το βιβλίο είναι ότι ο συγγραφέας έχει εκπληκτική γραφή, πραγματικά παίζει τα 2 αστεράκια να είναι μόνο για τη γραφή.
Αλλά ας τα πάρω με τη σειρά το βιβλίο χωρίζεται σε 4 μέρη και το κάθε μέρος ακολουθεί διαφορετική ιστορία και αυτό είναι και το μεγαλύτερο αρνητικο μου. Σαν Σοφία αν δεν μπορέσω να δεθω με την ιστορία ή τους χαρακτήρες για μένα το βιβλίο είναι όχι. Έτσι έγινε στο συγκεκριμένο, εκεί που πήγαινα να μπω μέσα στην ιστορία να το νιώσω ξαφνικά τελείωνε και περνάγαμε στην επόμενη.
Θεωρώ ότι ο τίτλος είναι μια μεγάλη παραπλάνηση καθώς με την Φλόρενς ασχολήθηκαμε μόνο στην τελευταία ιστορία.
Όπως είπα λάτρεψα τη γραφή και τη περιγραφηκοτητα που έχει ο συγγραφέας και αυτό με έκανε να ολοκληρώσω το βιβλίο αλλά και να μου αρέσουν κάποιες ιστορίες ( τα κεφάλαια στην Ινδία απλά τα λάτρεψα). Αλλά και το γεγονός ότι ήταν διηγήματα και το ότι σε αρκετές φάσεις απλά αραδιαζε άπειρες πληροφορίες χωρίς λόγο με έκαναν στο να μην το απολαύσω.
Τα μικρά κεφάλαια δίνουν στο βιβλίο ένα ευανάγνωστο ρυθμό που δεν κουράζει. Από κει και πέρα θα το εκτιμούσα ιδιαιτέρως αν οριζόταν ως ταξιδιωτικός οδηγός μιας άλλης εποχής. Πάμπολλες περιγραφές περιοχών, πόλεων, με ιστορικές αναφορές. Ναι, υπάρχει τελικά σύνδεση ανάμεσα στους πρωταγωνιστές των διηγημάτων, γιατί αυτό αποκόμισα εγώ (συρραφή διηγημάτων), αλλά δεν έχει κατ’εμέ τουλάχιστον τη δομή του μυθιστορήματος. Πολλή φλυαρία, περίσσια καλολογικών στοιχείων (τα χρόνια μου στο τότε δημοτικό ξαναέζησα και τις οδηγίες για τις καλές εκθέσεις). Ευκολοδιάβαστο, ρέει, αλλά ως εκεί. Δυστυχώς δε με συνεπήρε.
Σίγουρα το βιβλίο είναι ωραίο "δείγμα γραφής" μοιάζει όμως να μην έχει λόγο ύπαρξης μιας και πλατιάζει πολύ σε τοπωνύμια και γεωγραφικές περιγραφές και δεν εμβαθύνει καθόλου στους χαρακτήρες. Επιπλέον η ιστορία δε έχει συνοχή και φτάνει να είναι αρκετά βαρετή, με εξαίρεση το λογοτεχνικό ύφος που το βρήκα ενδιαφέρον.
Ένα πολύ όμορφο εξώφυλλο, τέσσερις αδιάφορες χαλαρά συνδεδεμένες ιστορίες, πολλή λεξιθηρία και μια αυτάρεσκη έκθεση γνώσεων (κάποιες εκ των οποίων είναι λανθασμένες). Αυτά αρκεί να συνοψίσουν το βιβλίο Φλόρενς Μπλαντ.
Όχι, σε καμιά περίπτωση δεν είναι το αριστούργημα που μάγεψε κοινό και κριτικούς (αν και, τώρα που το σκέφτομαι, έχετε δει ποτέ κριτικό -επαγγελματία- να γράφει αρνητική κριτική;). Απλώς το βιβλίο ξεκινάει με τέτοια ζέση επίδειξης γνώσεων και λέξεων (κάτι που κοπάζει λίγο στη συνέχεια) ώστε περνάνε αρκετές σελίδες (μπορεί και 20) μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι είναι μάλλον αδιάφορο ως προς το περιεχόμενό του.
Κορυφώσεις μην περιμένετε, τα πάντα είναι δοσμένα σε ένα χαλαρό τέμπο, μοιρασμένα αδιάφορα σε κεφάλαια με ξενικούς τίτλους (των οποίων η μετάφραση δίνεται με αστερίσκο), επειδή…; Το βιβλίο είναι εξαιρετικά φλύαρο, φτάνοντας να έχει έκταση 300 περίπου σελίδων για πλοκή που άνετα θα χωρούσε το ¼ αυτών, χωρίς ιδιαίτερα μικρά τυπογραφικά στοιχεία.
Τα λάθη και οι αναχρονισμοί έχουν περιγραφεί σε καλύτερες και αναλυτικότερες κριτικές από τη δική μου, οπότε ρίξτε μια ματιά κι εδώ, δε θα απογοητευτείτε:
Να σας πω και κάτι ακόμα; Για κάποιο λόγο, μου θύμιζε έργο (τελευταίας) πνοής υπέργηρου συνταξιούχου, που μετά από χρόνια συσσώρευσης κόνεως (ο συνταξιούχος) σε κάποια ανθυποϋπηρεσία του δημοσίου αφιέρωσε 5 συντάξιμα χρόνια για να «γράψει αυτά που πάντα ήθελε να γράψει», χωρίς να αναλογιστεί αν θα ήθελε κανείς (ή έστων αν άξιζε τον κόπο) να τα διαβάσει, οι ελάχιστοι εν ζωή πρώην συνάδελφοι τον συνεχάρησαν διαβάζοντας αποσπάσματα και τελικά προέβη στο απονενοημένο διάβημα της έκδοσης.
Γενικός βαθμός χαρακτηρισμός: Ρυζογκοφρέτα. Μόλις ξεπεράσεις το εξαιρετικό ιλουστρασιόν περίβλημα, σε περιμένει μια γεύση από άχυρο.
Μου άρεσε. Μου άρεσε πάρα πολύ. Μου άρεσε που μέσα σε όλο αυτό βλέπαμε καινούρια μέρη, μαθαίναμε για την ιστορία και τον πολιτισμό και πως ζούσαν τότε οι άνθρωποι της εποχής. Έχω μόνο λίγα παράπονα. Ίσως το κομμάτι της δηλητηριαστριας έπρεπε να ήταν λίγο πιο μεγάλο, κατά τη γνώμη μου. Ήθελα να μάθω και άλλα για αυτή και ίσως πως η ιστορία της συνδιαζοταν με των άλλων προσώπων. Αυτό ίσως να γινόταν ακόμα καλύτερο αν οι ιστορίες των πρωταγωνιστων μας εμπλέκονταν λίγο από δω και από κει γραφοντας κάποια γεγονότα ανάμεσα σε άλλα κτλ. Φυσικά και έτσι πολύ ωραία ήταν γραμμένο. Δεν βαρέθηκα καθόλου, απλά ήθελα και άλλο. Επίσης, ίσως αν υπήρχε παραπάνω διάλογος για να νιώσουμε εμείς οι αναγνώστες πως τα άτομα του βιβλίου είναι πιο αληθινά. Αυτά είχα να πω. Πολύ ωραίο το βιβλίο πάντως 😍